Πείνα στη Βηθλεέμ
Στις σκοτεινές ημέρες των κριτών, μια ήσυχη ιστορία πίστης και λύτρωσης: μια χήρα αλλοεθνής έλκεται μέσα στην οικογένεια του Πατέρα μας μέσω ενός συγγενή-λυτρωτή και γίνεται προγιαγιά του βασιλιά Δαβίδ.
1 1Τον καιρό που κυβερνούσαν οι κριτές, έπεσε πείνα στη χώρα, κι ένας άνθρωπος από τη Βηθλεέμ του Ιούδα πήγε με τη γυναίκα του και τους δύο γιους του να μείνει για λίγο στους αγρούς του Μωάβ. 2Ο άνθρωπος ονομαζόταν Ελιμέλεχ, η γυναίκα του Ναομί, κι οι δύο γιοι του Μααλών και Χελαιών — Εφραθαίοι από τη Βηθλεέμ του Ιούδα. Πήγαν στην περιοχή του Μωάβ κι έμειναν εκεί. 3Έπειτα ο Ελιμέλεχ, ο άντρας της Ναομί, πέθανε, κι εκείνη έμεινε με τους δύο γιους της. 4Αυτοί παντρεύτηκαν γυναίκες Μωαβίτισσες — την Ορφά και τη Ρουθ — κι έζησαν εκεί περίπου δέκα χρόνια. 5Πέθαναν κι οι δύο, ο Μααλών κι ο Χελαιών, και η Ναομί έμεινε χωρίς τα δύο παιδιά της και χωρίς τον άντρα της.
Ο ακατάλυτος δεσμός της Ρουθ
6Στους αγρούς του Μωάβ, η Ναομί άκουσε ότι ο Πατέρας μας είχε επισκεφτεί τον λαό του, δίνοντάς τους τροφή, κι έτσι ξεκίνησε με τις δύο νύφες της να γυρίσει από εκεί. 7Έφυγε από τον τόπο όπου βρισκόταν, μαζί με τις δύο νύφες της, και πήραν τον δρόμο για να γυρίσουν στη γη του Ιούδα. 8Η Ναομί είπε στις δύο νύφες της: «Γυρίστε, η καθεμιά στο σπίτι της μητέρας της. Ας σας φερθεί ο Πατέρας μας με καλοσύνη, όπως εσείς φερθήκατε στους νεκρούς και σ’ εμένα. 9Ας δώσει ο Πατέρας μας στην καθεμιά σας ανάπαυση στο σπίτι ενός άλλου άντρα». Έπειτα τις φίλησε, κι εκείνες έκλαψαν δυνατά.
10Κι εκείνες της είπαν: «Όχι — θα γυρίσουμε μαζί σου στον λαό σου».
11Η Ναομί είπε: «Γυρίστε πίσω, κόρες μου. Γιατί να έρθετε μαζί μου; Μήπως έχω κι άλλους γιους στην κοιλιά μου για να γίνουν άντρες σας; 12Γυρίστε, κόρες μου, πηγαίνετε, γιατί είμαι πολύ γριά για να παντρευτώ. Ακόμη κι αν έλεγα πως υπάρχει ελπίδα, ακόμη κι αν απόψε είχα άντρα και γεννούσα γιους, 13θα τους περιμένατε μέχρι να μεγαλώσουν; Θα μένατε ανύπαντρες γι’ αυτούς; Όχι, κόρες μου — είναι πολύ πιο πικρό για μένα παρά για σας, αφού το χέρι του Πατέρα μας στράφηκε εναντίον μου».
14Σ’ αυτό έκλαψαν δυνατά ξανά. Τότε η Ορφά φίλησε την πεθερά της αποχαιρετώντας την, όμως η Ρουθ κόλλησε πάνω της. 15Η Ναομί είπε: «Κοίτα, η συννυφάδα σου γύρισε πίσω στον λαό της και στους θεούς της. Γύρνα πίσω μαζί της».
16Η Ρουθ είπε: «Μη με πιέζεις να σε αφήσω ή να γυρίσω πίσω παύοντας να σε ακολουθώ. Όπου πας εσύ, θα πάω κι εγώ· όπου μείνεις, θα μείνω. Ο λαός σου θα είναι λαός μου, κι ο Θεός σου Θεός μου. a a v16 Ο όρκος της Ρουθ είναι ένα από τα κανονικά σημεία εισόδου όπου μια εθνική δένει τον εαυτό της με τον Θεό του Ισραήλ — και μέσα από αυτήν, ο Πατέρας μας υφαίνει μια Μωαβίτισσα μέσα στη γενεαλογική γραμμή που οδηγεί στον Δαβίδ και στον Ιησού. 17Όπου πεθάνεις εσύ θα πεθάνω κι εγώ, κι εκεί θα ταφώ. Ας με τιμωρήσει ο Πατέρας μας όσο αυστηρά γίνεται, αν κάτι άλλο εκτός από τον θάνατο σε χωρίσει από μένα».
18Όταν η Ναομί είδε ότι η Ρουθ ήταν αποφασισμένη να πάει μαζί της, δεν της είπε τίποτε άλλο.
19Έτσι ταξίδεψαν κι οι δύο μέχρι που έφτασαν στη Βηθλεέμ. Όταν μπήκαν στη Βηθλεέμ, αναστατώθηκε όλη η πόλη γι’ αυτές, κι οι γυναίκες έλεγαν: «Αυτή είναι η Ναομί;»
20«Μη με λέτε Ναομί», είπε. «Να με λέτε Μαρά — ο Παντοδύναμος μού φέρθηκε πολύ πικρά. b b v20 Το Ναομί σημαίνει «ευχάριστη»· το Μαρά σημαίνει «πικρή». Μετονομάζει τον εαυτό της για να ταιριάζει με τη θλίψη που κουβαλάει στο σπίτι. 21Έφυγα γεμάτη, όμως ο Πατέρας μας με έφερε πίσω άδεια. Γιατί να με λέτε Ναομί, αφού ο Πατέρας μας με έθλιψε κι ο Παντοδύναμος μού έφερε συμφορά;» 22Έτσι η Ναομί γύρισε από τους αγρούς του Μωάβ με τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα, τη νύφη της, που γύρισε πίσω μαζί της. Έφτασαν στη Βηθλεέμ καθώς άρχιζε ο θερισμός του κριθαριού.