Ο Υιός του Πατέρα μας παραδίδεται στον Πιλάτο
Ο Ιούδας κρεμιέται, ο Πιλάτος νίπτει τα χέρια του, οι στρατιώτες ντύνουν τον Ιησού βασιλιά για να τον χλευάσουν. Σκοτάδι σκεπάζει τη γη, και εκείνος κραυγάζει ότι ο Θεός τον εγκατέλειψε, και έπειτα πεθαίνει. Το καταπέτασμα σχίζεται. Θάβεται σε δανεικό μνήμα, σφραγισμένο και φρουρούμενο.
27 1Τα ξημερώματα, όλοι οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι του λαού συγκεντρώθηκαν κι αποφάσισαν να θανατώσουν τον Ιησού. 2Έτσι τον έδεσαν, τον πήραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο τον ηγεμόνα.
3Τότε ο Ιούδας, που τον είχε προδώσει, όταν είδε ότι ο Ιησούς καταδικάστηκε, ένιωσε τύψεις κι επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους, 4λέγοντας: «Αμάρτησα, γιατί πρόδωσα αθώο αίμα». Εκείνοι είπαν: «Σ' εμάς τι μας νοιάζει; Δική σου δουλειά».
5Πέταξε τα αργύρια μέσα στον ναό, βγήκε έξω και κρεμάστηκε.
6Οι αρχιερείς πήραν τα αργύρια και είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο, γιατί είναι τιμή αίματος». 7Έτσι, αφού συσκέφθηκαν, αγόρασαν μ' αυτά τον αγρό του κεραμέα, για να θάβουν τους ξένους. 8Γι' αυτό ο αγρός εκείνος ονομάστηκε Αγρός Αίματος μέχρι σήμερα. 9Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που είχε πει ο προφήτης Ιερεμίας: «Πήραν τα τριάντα αργύρια, την τιμή που όρισαν γι' αυτόν μερικοί από τους γιους του Ισραήλ, 10και τα έδωσαν για τον αγρό του κεραμέα, όπως με πρόσταξε ο Πατέρας μας».
Ο Ιησούς στέκεται σιωπηλός μπροστά στον Πιλάτο
11Ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· κι ο ηγεμόνας τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Ο Ιησούς απάντησε: «Εσύ το λες».
12Όμως, όταν τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι, δεν απαντούσε τίποτε. 13Τότε ο Πιλάτος του είπε: «Δεν ακούς πόσες κατηγορίες φέρνουν εναντίον σου;»
14Δεν του έδωσε καμία απάντηση, ούτε σε μία κατηγορία, κι ο ηγεμόνας έμεινε κατάπληκτος.
15Σε κάθε γιορτή ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει έναν κρατούμενο που ήθελε το πλήθος. 16Εκείνη την εποχή κρατούσαν έναν διαβόητο κρατούμενο που τον έλεγαν Βαραββά. 17Όταν συγκεντρώθηκαν, ο Πιλάτος τους ρώτησε: «Ποιον θέλετε να σας απολύσω, τον Βαραββά ή τον Ιησού που τον λένε Χριστό;» 18Γιατί ήξερε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει.
19Ενώ καθόταν στην έδρα του δικαστηρίου, η γυναίκα του τού έστειλε μήνυμα: Μην ανακατεύεσαι μ' αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο, γιατί σήμερα υπέφερα πολλά στον ύπνο μου εξαιτίας του.
20Όμως οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι έπεισαν το πλήθος να ζητήσουν τον Βαραββά και να θανατωθεί ο Ιησούς. 21Ο ηγεμόνας τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω;» Εκείνοι είπαν: «Τον Βαραββά».
22Ο Πιλάτος τους ρώτησε: «Τι να κάνω τότε τον Ιησού που τον λένε Χριστό;» Όλοι είπαν: «Να σταυρωθεί!»
23Εκείνος είπε: «Γιατί; Τι κακό έκανε;» Αυτοί όμως κραύγαζαν πιο δυνατά: «Σταύρωσέ τον!»
24Όταν ο Πιλάτος είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, αλλά αντίθετα άρχιζε αναταραχή, πήρε νερό, ένιψε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος και είπε: «Είμαι αθώος από το αίμα αυτού του ανθρώπου· εσείς θα το φροντίσετε».
25Κι όλος ο λαός αποκρίθηκε: «Το αίμα του ας πέσει πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας!» a a v25 Το να πει κανείς «το αίμα του ας πέσει πάνω μας» ήταν μια αρχαία έκφραση με την οποία ένα πλήθος αναλάμβανε επίσημα τη νομική και ηθική ευθύνη για έναν θάνατο.
26Τότε τους απέλυσε τον Βαραββά, κι αφού μαστίγωσε τον Ιησού, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
Οι στρατιώτες εμπαίζουν τον βασιλιά
27Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα πήραν τον Ιησού στο πραιτώριο και συγκέντρωσαν γύρω του ολόκληρη τη φρουρά. 28Τον έγδυσαν και του φόρεσαν έναν κόκκινο μανδύα. 29Έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, του το έβαλαν στο κεφάλι, έβαλαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι, γονάτισαν μπροστά του και τον ενέπαιζαν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!» 30Κι έφτυναν πάνω του, έπαιρναν το καλάμι και τον χτυπούσαν στο κεφάλι ξανά και ξανά. 31Αφού τον ενέπαιξαν, του έβγαλαν τον μανδύα, τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα και τον πήραν για να τον σταυρώσουν.
Ο Υιός του Θεού σταυρώνεται
32Καθώς έβγαιναν, βρήκαν έναν Κυρηναίο που τον έλεγαν Σίμωνα, και τον ανάγκασαν να σηκώσει τον σταυρό του Ιησού. 33Κι όταν έφτασαν σ' έναν τόπο που λεγόταν Γολγοθάς (που σημαίνει Τόπος Κρανίου), 34του έδωσαν να πιει κρασί ανακατεμένο με πικρή χολή· το δοκίμασε, αλλά αρνήθηκε να το πιει. 35Κι αφού τον σταύρωσαν, μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα του ρίχνοντας κλήρο. 36Έπειτα κάθισαν και τον φύλαγαν εκεί. 37Πάνω από το κεφάλι του έβαλαν την κατηγορία εναντίον του: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο βασιλιάς των Ιουδαίων».
38Τότε σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ένας στα δεξιά του κι ένας στα αριστερά του.
39Αυτοί που περνούσαν τον έβριζαν κουνώντας τα κεφάλια τους, 40λέγοντας: «Εσύ που θα γκρέμιζες τον ναό και θα τον ξανάχτιζες σε τρεις μέρες, σώσε τον εαυτό σου! Αν είσαι ο Υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρό!»
41Με τον ίδιο τρόπο κι οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους, τον ενέπαιζαν λέγοντας: 42«Άλλους έσωσε· τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει. Είναι βασιλιάς του Ισραήλ· ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέψουμε σ' αυτόν. 43Εμπιστεύεται τον Θεό· ας τον σώσει τώρα ο Θεός, αν τον θέλει, γιατί είπε: “Είμαι Υιός του Θεού”». 44Το ίδιο τον έβριζαν κι οι ληστές που ήταν σταυρωμένοι μαζί του.
Ο εγκαταλειμμένος Υιός παραδίδει το πνεύμα του
45Από το μεσημέρι ως τις τρεις το απόγευμα απλώθηκε σκοτάδι σ' όλη τη γη.
46Κατά τις τρεις το απόγευμα, ο Ιησούς φώναξε δυνατά: «Ηλί, Ηλί, λεμά σαβαχθανί;» — που σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»
47Όταν το άκουσαν μερικοί απ' αυτούς που στέκονταν εκεί, είπαν: «Αυτός φωνάζει τον Ηλία». 48Ένας απ' αυτούς έτρεξε αμέσως, βούτηξε ένα σφουγγάρι σε ξίδι, το έβαλε σ' ένα καλάμι και του έδωσε να πιει. 49Οι άλλοι όμως είπαν: «Άφησέ τον. Ας δούμε αν θα έρθει ο Ηλίας να τον σώσει».
50Κι ο Ιησούς φώναξε πάλι με δυνατή φωνή και παρέδωσε το πνεύμα του. 51Ξαφνικά το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο, από πάνω ως κάτω. Η γη σείστηκε, οι βράχοι σχίστηκαν. 52Οι τάφοι άνοιξαν, και πολλά σώματα των αγίων που είχαν κοιμηθεί αναστήθηκαν. 53Μετά την ανάσταση του Ιησού, βγήκαν από τους τάφους, μπήκαν στην άγια πόλη κι εμφανίστηκαν σε πολλούς.
54Ο εκατόνταρχος κι όσοι ήταν μαζί του και φύλαγαν τον Ιησού, όταν είδαν τον σεισμό κι όσα έγιναν, τρομοκρατήθηκαν και είπαν: «Αληθινά, αυτός ήταν ο Υιός του Θεού!»
55Πολλές γυναίκες παρακολουθούσαν από μακριά· αυτές είχαν ακολουθήσει τον Ιησού από τη Γαλιλαία για να τον υπηρετούν. 56Ανάμεσά τους ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσήφ, κι η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου.
Ο Ιησούς τοποθετείται στον τάφο
57Το βράδυ ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαία που τον έλεγαν Ιωσήφ, κι αυτός μαθητής του Ιησού. 58Αυτός πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί. 59Ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό λινό σεντόνι. 60Το έβαλε στον καινούριο του τάφο, που ήταν λαξεμένος στον βράχο, κύλησε μια μεγάλη πέτρα μπροστά στην είσοδο του τάφου κι έφυγε. 61Η Μαρία η Μαγδαληνή κι η άλλη Μαρία ήταν εκεί, καθισμένες απέναντι από τον τάφο.
Ο τάφος σφραγίζεται και φρουρείται
62Την άλλη μέρα, μετά την ημέρα της Παρασκευής, οι αρχιερείς κι οι Φαρισαίοι συγκεντρώθηκαν μπροστά στον Πιλάτο, 63και είπαν: «Κύριε, θυμόμαστε ότι εκείνος ο απατεώνας, όταν ζούσε ακόμα, είπε: “Μετά από τρεις μέρες θα αναστηθώ”. 64Γι' αυτό διάταξε να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη μέρα, μήπως έρθουν οι μαθητές του, τον κλέψουν και πουν στον λαό: “Αναστήθηκε από τους νεκρούς”. Αυτή η τελευταία απάτη θα είναι χειρότερη από την πρώτη».
65Ο Πιλάτος τους είπε: «Έχετε φρουρά. Πηγαίνετε, ασφαλίστε τον όσο καλύτερα μπορείτε». 66Έτσι πήγαν κι ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα και τοποθετώντας τη φρουρά.