Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Ματθαίον 27 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Υιός του Πατέρα μας παραδίδεται στον Πιλάτο

Ο Ιούδας κρεμιέται, ο Πιλάτος νίπτει τα χέρια του, οι στρατιώτες ντύνουν τον Ιησού βασιλιά για να τον χλευάσουν. Σκοτάδι σκεπάζει τη γη, και εκείνος κραυγάζει ότι ο Θεός τον εγκατέλειψε, και έπειτα πεθαίνει. Το καταπέτασμα σχίζεται. Θάβεται σε δανεικό μνήμα, σφραγισμένο και φρουρούμενο.

Κεφάλαιο 27.

Τα ξημερώματα, όλοι οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι του λαού συγκεντρώθηκαν κι αποφάσισαν να θανατώσουν τον Ιησού. Έτσι τον έδεσαν, τον πήραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο τον ηγεμόνα.

Τότε ο Ιούδας, που τον είχε προδώσει, όταν είδε ότι ο Ιησούς καταδικάστηκε, ένιωσε τύψεις κι επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους, λέγοντας: «Αμάρτησα, γιατί πρόδωσα αθώο αίμα». Εκείνοι είπαν: «Σ' εμάς τι μας νοιάζει; Δική σου δουλειά».

Πέταξε τα αργύρια μέσα στον ναό, βγήκε έξω και κρεμάστηκε.

Οι αρχιερείς πήραν τα αργύρια και είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο, γιατί είναι τιμή αίματος». Έτσι, αφού συσκέφθηκαν, αγόρασαν μ' αυτά τον αγρό του κεραμέα, για να θάβουν τους ξένους. Γι' αυτό ο αγρός εκείνος ονομάστηκε Αγρός Αίματος μέχρι σήμερα. Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που είχε πει ο προφήτης Ιερεμίας: «Πήραν τα τριάντα αργύρια, την τιμή που όρισαν γι' αυτόν μερικοί από τους γιους του Ισραήλ, και τα έδωσαν για τον αγρό του κεραμέα, όπως με πρόσταξε ο Πατέρας μας».

Ο Ιησούς στέκεται σιωπηλός μπροστά στον Πιλάτο

Ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· κι ο ηγεμόνας τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Ο Ιησούς απάντησε: «Εσύ το λες».

Όμως, όταν τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι, δεν απαντούσε τίποτε. Τότε ο Πιλάτος του είπε: «Δεν ακούς πόσες κατηγορίες φέρνουν εναντίον σου;»

Δεν του έδωσε καμία απάντηση, ούτε σε μία κατηγορία, κι ο ηγεμόνας έμεινε κατάπληκτος.

Σε κάθε γιορτή ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει έναν κρατούμενο που ήθελε το πλήθος. Εκείνη την εποχή κρατούσαν έναν διαβόητο κρατούμενο που τον έλεγαν Βαραββά. Όταν συγκεντρώθηκαν, ο Πιλάτος τους ρώτησε: «Ποιον θέλετε να σας απολύσω, τον Βαραββά ή τον Ιησού που τον λένε Χριστό;» Γιατί ήξερε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει.

Ενώ καθόταν στην έδρα του δικαστηρίου, η γυναίκα του τού έστειλε μήνυμα: Μην ανακατεύεσαι μ' αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο, γιατί σήμερα υπέφερα πολλά στον ύπνο μου εξαιτίας του.

Όμως οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι έπεισαν το πλήθος να ζητήσουν τον Βαραββά και να θανατωθεί ο Ιησούς. Ο ηγεμόνας τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω;» Εκείνοι είπαν: «Τον Βαραββά».

Ο Πιλάτος τους ρώτησε: «Τι να κάνω τότε τον Ιησού που τον λένε Χριστό;» Όλοι είπαν: «Να σταυρωθεί!»

Εκείνος είπε: «Γιατί; Τι κακό έκανε;» Αυτοί όμως κραύγαζαν πιο δυνατά: «Σταύρωσέ τον!»

Όταν ο Πιλάτος είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, αλλά αντίθετα άρχιζε αναταραχή, πήρε νερό, ένιψε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος και είπε: «Είμαι αθώος από το αίμα αυτού του ανθρώπου· εσείς θα το φροντίσετε».

Κι όλος ο λαός αποκρίθηκε: «Το αίμα του ας πέσει πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας!» a a v25 Το να πει κανείς «το αίμα του ας πέσει πάνω μας» ήταν μια αρχαία έκφραση με την οποία ένα πλήθος αναλάμβανε επίσημα τη νομική και ηθική ευθύνη για έναν θάνατο.

Τότε τους απέλυσε τον Βαραββά, κι αφού μαστίγωσε τον Ιησού, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.

Οι στρατιώτες εμπαίζουν τον βασιλιά

Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα πήραν τον Ιησού στο πραιτώριο και συγκέντρωσαν γύρω του ολόκληρη τη φρουρά. Τον έγδυσαν και του φόρεσαν έναν κόκκινο μανδύα. Έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, του το έβαλαν στο κεφάλι, έβαλαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι, γονάτισαν μπροστά του και τον ενέπαιζαν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!» Κι έφτυναν πάνω του, έπαιρναν το καλάμι και τον χτυπούσαν στο κεφάλι ξανά και ξανά. Αφού τον ενέπαιξαν, του έβγαλαν τον μανδύα, τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα και τον πήραν για να τον σταυρώσουν.

Ο Υιός του Θεού σταυρώνεται

Καθώς έβγαιναν, βρήκαν έναν Κυρηναίο που τον έλεγαν Σίμωνα, και τον ανάγκασαν να σηκώσει τον σταυρό του Ιησού. Κι όταν έφτασαν σ' έναν τόπο που λεγόταν Γολγοθάς (που σημαίνει Τόπος Κρανίου), του έδωσαν να πιει κρασί ανακατεμένο με πικρή χολή· το δοκίμασε, αλλά αρνήθηκε να το πιει. Κι αφού τον σταύρωσαν, μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα του ρίχνοντας κλήρο. Έπειτα κάθισαν και τον φύλαγαν εκεί. Πάνω από το κεφάλι του έβαλαν την κατηγορία εναντίον του: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο βασιλιάς των Ιουδαίων».

Τότε σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ένας στα δεξιά του κι ένας στα αριστερά του.

Αυτοί που περνούσαν τον έβριζαν κουνώντας τα κεφάλια τους, λέγοντας: «Εσύ που θα γκρέμιζες τον ναό και θα τον ξανάχτιζες σε τρεις μέρες, σώσε τον εαυτό σου! Αν είσαι ο Υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρό!»

Με τον ίδιο τρόπο κι οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους, τον ενέπαιζαν λέγοντας: «Άλλους έσωσε· τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει. Είναι βασιλιάς του Ισραήλ· ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέψουμε σ' αυτόν. Εμπιστεύεται τον Θεό· ας τον σώσει τώρα ο Θεός, αν τον θέλει, γιατί είπε: “Είμαι Υιός του Θεού”». Το ίδιο τον έβριζαν κι οι ληστές που ήταν σταυρωμένοι μαζί του.

Ο εγκαταλειμμένος Υιός παραδίδει το πνεύμα του

Από το μεσημέρι ως τις τρεις το απόγευμα απλώθηκε σκοτάδι σ' όλη τη γη.

Κατά τις τρεις το απόγευμα, ο Ιησούς φώναξε δυνατά: «Ηλί, Ηλί, λεμά σαβαχθανί;» — που σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»

Όταν το άκουσαν μερικοί απ' αυτούς που στέκονταν εκεί, είπαν: «Αυτός φωνάζει τον Ηλία». Ένας απ' αυτούς έτρεξε αμέσως, βούτηξε ένα σφουγγάρι σε ξίδι, το έβαλε σ' ένα καλάμι και του έδωσε να πιει. Οι άλλοι όμως είπαν: «Άφησέ τον. Ας δούμε αν θα έρθει ο Ηλίας να τον σώσει».

Κι ο Ιησούς φώναξε πάλι με δυνατή φωνή και παρέδωσε το πνεύμα του. Ξαφνικά το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο, από πάνω ως κάτω. Η γη σείστηκε, οι βράχοι σχίστηκαν. Οι τάφοι άνοιξαν, και πολλά σώματα των αγίων που είχαν κοιμηθεί αναστήθηκαν. Μετά την ανάσταση του Ιησού, βγήκαν από τους τάφους, μπήκαν στην άγια πόλη κι εμφανίστηκαν σε πολλούς.

Ο εκατόνταρχος κι όσοι ήταν μαζί του και φύλαγαν τον Ιησού, όταν είδαν τον σεισμό κι όσα έγιναν, τρομοκρατήθηκαν και είπαν: «Αληθινά, αυτός ήταν ο Υιός του Θεού!»

Πολλές γυναίκες παρακολουθούσαν από μακριά· αυτές είχαν ακολουθήσει τον Ιησού από τη Γαλιλαία για να τον υπηρετούν. Ανάμεσά τους ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσήφ, κι η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου.

Ο Ιησούς τοποθετείται στον τάφο

Το βράδυ ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαία που τον έλεγαν Ιωσήφ, κι αυτός μαθητής του Ιησού. Αυτός πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί. Ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό λινό σεντόνι. Το έβαλε στον καινούριο του τάφο, που ήταν λαξεμένος στον βράχο, κύλησε μια μεγάλη πέτρα μπροστά στην είσοδο του τάφου κι έφυγε. Η Μαρία η Μαγδαληνή κι η άλλη Μαρία ήταν εκεί, καθισμένες απέναντι από τον τάφο.

Ο τάφος σφραγίζεται και φρουρείται

Την άλλη μέρα, μετά την ημέρα της Παρασκευής, οι αρχιερείς κι οι Φαρισαίοι συγκεντρώθηκαν μπροστά στον Πιλάτο, και είπαν: «Κύριε, θυμόμαστε ότι εκείνος ο απατεώνας, όταν ζούσε ακόμα, είπε: “Μετά από τρεις μέρες θα αναστηθώ”. Γι' αυτό διάταξε να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη μέρα, μήπως έρθουν οι μαθητές του, τον κλέψουν και πουν στον λαό: “Αναστήθηκε από τους νεκρούς”. Αυτή η τελευταία απάτη θα είναι χειρότερη από την πρώτη».

Ο Πιλάτος τους είπε: «Έχετε φρουρά. Πηγαίνετε, ασφαλίστε τον όσο καλύτερα μπορείτε». Έτσι πήγαν κι ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα και τοποθετώντας τη φρουρά.