Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Ματθαίον 26 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Οι αρχηγοί σχεδιάζουν να σκοτώσουν τον Ιησού

Μια γυναίκα χύνει πολύτιμο μύρο και την επιπλήττουν γι' αυτό· ο Ιούδας τον πουλά για τριάντα νομίσματα. Στη Γεθσημανή ο Ιησούς ζητά από τον Πατέρα του να πάρει το ποτήρι, ενώ οι φίλοι του αποκοιμιούνται ξανά και ξανά. Όταν τον συλλαμβάνουν, δεν αντιστέκεται. Ο Πέτρος ορκίζεται ότι δεν γνώρισε ποτέ τον άνθρωπο.

Κεφάλαιο 26.

Όταν ο Ιησούς τελείωσε όλα αυτά τα λόγια, είπε στους μαθητές του:

«Ξέρετε πως σε δύο μέρες έρχεται το Πάσχα, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί».

Τότε οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού συγκεντρώθηκαν στην αυλή του αρχιερέα Καϊάφα, και σχεδίασαν μαζί να πιάσουν κρυφά τον Ιησού και να τον σκοτώσουν. Έλεγαν όμως: «Όχι κατά τη διάρκεια της γιορτής, για να μην ξεσηκωθεί ο λαός».

Εκείνη τον αλείφει για την ταφή του

Όταν ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, τον πλησίασε μια γυναίκα μ’ ένα αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο πανάκριβο μύρο, και το έχυσε στο κεφάλι του καθώς καθόταν στο τραπέζι. Βλέποντάς το αυτό, οι μαθητές αγανάκτησαν και έλεγαν: «Γιατί αυτή η σπατάλη; Γιατί αυτό θα μπορούσε να πουληθεί για πολλά χρήματα και να δοθούν στους φτωχούς».

Ο Ιησούς το κατάλαβε και τους είπε: «Γιατί ενοχλείτε αυτή τη γυναίκα; Έκανε μια όμορφη πράξη σ’ εμένα. Γιατί τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δε θα με έχετε πάντοτε. Γιατί, όταν έχυσε αυτό το μύρο πάνω στο σώμα μου, το έκανε για να με ετοιμάσει για την ταφή. Αλήθεια σας λέω: όπου κι αν κηρυχθεί αυτό το ευαγγέλιο σ’ όλο τον κόσμο, θα διηγούνται και αυτό που έκανε, στη μνήμη της».

Ο Ιούδας προδίδει τον Υιό για ασήμι

Τότε ένας από τους Δώδεκα, αυτός που λεγόταν Ιούδας ο Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας τον παραδώσω;» Κι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. Κι από τότε ζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία για να τον προδώσει.

Η προετοιμασία για το Πάσχα

Την πρώτη μέρα της γιορτής των Αζύμων, οι μαθητές ρώτησαν τον Ιησού: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;»

Εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, σε κάποιον άνθρωπο, και πείτε του: “Ο Δάσκαλος λέει: Ο καιρός μου είναι κοντά. Θα γιορτάσω το Πάσχα στο σπίτι σου μαζί με τους μαθητές μου”».

Κι οι μαθητές έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς, και ετοίμασαν το Πάσχα.

Όταν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι μαζί με τους Δώδεκα.

Κι ενώ έτρωγαν, είπε: «Αλήθεια σας λέω, ένας από εσάς θα με προδώσει».

Βαθιά λυπημένοι, τον ρωτούσαν ένας ένας: «Μήπως εγώ, Κύριε;»

Εκείνος αποκρίθηκε: «Αυτός που βούτηξε το χέρι του μαζί μου στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει. Ο Υιός του Ανθρώπου φεύγει, όπως είναι γραμμένο γι’ αυτόν. Αλλά αλίμονο στον άνθρωπο που τον προδίδει· καλύτερα θα ήταν γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί».

Ο Ιούδας, ο προδότης του, είπε: «Μήπως εγώ, Ραββί;» Του είπε: «Εσύ το είπες».

Καθώς έτρωγαν, ο Ιησούς πήρε ψωμί, το ευλόγησε και το έκοψε, το έδωσε στους μαθητές και είπε: «Πάρτε, φάτε· αυτό είναι το σώμα μου». Παίρνοντας ένα ποτήρι και ευχαριστώντας, τους το έδωσε λέγοντας: «Πιείτε απ’ αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα μου της διαθήκης, που χύνεται για χάρη πολλών, για τη συγχώρηση των αμαρτιών. Σας λέω: δε θα ξαναπιώ απ’ αυτόν τον καρπό του αμπελιού, από τώρα μέχρι την ημέρα που θα τον πιω καινούριο μαζί σας στη βασιλεία του Πατέρα μου».

Κι αφού έψαλαν έναν ύμνο, βγήκαν και πήγαν στο όρος των Ελαιών.

Ο Ιησούς προλέγει την άρνηση του Πέτρου

Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Απόψε όλοι σας θα κλονιστείτε εξαιτίας μου. Γιατί είναι γραμμένο: “Θα χτυπήσω τον βοσκό, και τα πρόβατα του κοπαδιού θα σκορπιστούν”. Αλλά μετά την ανάστασή μου, θα πάω πριν από εσάς στη Γαλιλαία».

Ο Πέτρος του είπε: «Κι αν όλοι κλονιστούν εξαιτίας σου, εγώ ποτέ δε θα κλονιστώ».

Ο Ιησούς του είπε: «Σου λέω την αλήθεια: απόψε, πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές».

Ο Πέτρος είπε: «Κι αν ακόμη πρέπει να πεθάνω μαζί σου, δε θα σε αρνηθώ». Το ίδιο είπαν και όλοι οι μαθητές.

Ο Υιός παραδίνεται στον Πατέρα

Τότε ο Ιησούς ήρθε μαζί τους σ’ έναν τόπο που λεγόταν Γεθσημανή και είπε στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, όσο εγώ πηγαίνω εκεί πέρα να προσευχηθώ».

Και παίρνοντας μαζί του τον Πέτρο και τους δύο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να νιώθει βαθιά λύπη και αγωνία.

Τότε τους είπε: «Η ψυχή μου είναι συντριμμένη από τη λύπη, μέχρι θανάτου. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου».

Προχωρώντας λίγο πιο πέρα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχήθηκε: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας περάσει από μένα αυτό το ποτήρι. Όμως όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ».

Ήρθε στους μαθητές και τους βρήκε να κοιμούνται. Είπε στον Πέτρο: «Ώστε, δεν μπορέσατε μία ώρα να μείνετε ξύπνιοι μαζί μου; Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην πέσετε σε πειρασμό· το πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα αδύναμη».

Για δεύτερη φορά πήγε παράμερα και προσευχήθηκε: «Πατέρα μου, αν δεν μπορεί αυτό να περάσει χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου».

Κι ήρθε πάλι και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά. Έτσι, αφήνοντάς τους πάλι, πήγε παράμερα και προσευχήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας ξανά τα ίδια λόγια.

Τότε ήρθε στους μαθητές και τους είπε: «Ακόμη κοιμάστε και ξεκουράζεστε; Δείτε, έφτασε η ώρα, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια αμαρτωλών. Σηκωθείτε, ας πάμε! Δείτε, έφτασε αυτός που με προδίδει!»

Η προδοσία και η σύλληψη του Ιησού

Ενώ ακόμη μιλούσε, ξαφνικά ήρθε ο Ιούδας, ένας από τους Δώδεκα, και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένο από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού. Ο προδότης τούς είχε δώσει ένα σημάδι: «Αυτός που θα φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον». Κι αμέσως πλησίασε τον Ιησού και είπε: «Χαίρε, Ραββί!» Και τον φίλησε.

Ο Ιησούς του είπε: «Φίλε, κάνε αυτό για το οποίο ήρθες». Τότε ήρθαν, άρπαξαν τον Ιησού και τον κράτησαν.

Και δείτε, ένας απ’ αυτούς που ήταν με τον Ιησού άπλωσε το χέρι του, τράβηξε το μαχαίρι του, χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το αυτί.

Τότε ο Ιησούς του είπε: «Βάλε πάλι το μαχαίρι σου στη θέση του. Όλοι όσοι παίρνουν μαχαίρι, με μαχαίρι θα πεθάνουν. Νομίζεις πως δεν μπορώ να ζητήσω τη βοήθεια του Πατέρα μου, που θα μου έστελνε αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; Αλλά πώς τότε θα εκπληρώνονταν οι Γραφές, που λένε πως έτσι πρέπει να γίνει;»

Εκείνη την ώρα ο Ιησούς είπε στα πλήθη: «Σαν να ήμουν ληστής βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα για να με πιάσετε; Κάθε μέρα καθόμουν και δίδασκα στον ναό, και δε με συλλάβατε. Αλλά όλα αυτά έγιναν για να εκπληρωθούν οι Γραφές των προφητών». Τότε όλοι οι μαθητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν.

Ο Ιησούς μπροστά στους κατηγόρους του

Τότε αυτοί που συνέλαβαν τον Ιησού τον έφεραν στον αρχιερέα Καϊάφα, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. Ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά, μέχρι την αυλή του αρχιερέα· μπήκε μέσα και κάθισε μαζί με τους φρουρούς, για να δει πώς θα τελειώσει.

Οι αρχιερείς και όλο το συνέδριο ζητούσαν ψεύτικη μαρτυρία εναντίον του Ιησού, για να τον θανατώσουν, αλλά δε βρήκαν καμία, αν και παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες. Στο τέλος παρουσιάστηκαν δύο και είπαν: «Αυτός ο άνθρωπος είπε: “Μπορώ να γκρεμίσω τον ναό του Θεού και σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω”».

Ο αρχιερέας σηκώθηκε και του είπε: «Δεν έχεις να απαντήσεις τίποτε; Τι είναι αυτά που μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;» Ο Ιησούς όμως σιωπούσε. Ο αρχιερέας του είπε: «Σε ορκίζω στον ζωντανό Θεό: πες μας αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».

Ο Ιησούς του είπε: «Εσύ το είπες. Αλλά σας λέω: από τώρα θα δείτε τον Υιό του Ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της Δύναμης και να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού».

Τότε ο αρχιερέας έσκισε τα ρούχα του: «Βλασφήμησε! Τι μας χρειάζονται πια μάρτυρες; Τώρα ακούσατε τη βλασφημία. Ποια είναι η κρίση σας;» Εκείνοι απάντησαν: «Είναι ένοχος θανάτου».

Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χτύπησαν· και μερικοί τον ράπισαν, λέγοντας: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ! Ποιος σε χτύπησε;»

Ο Πέτρος αρνείται ότι γνωρίζει τον Ιησού

Ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή. Τον πλησίασε μια υπηρέτρια και είπε: «Κι εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο».

Εκείνος όμως το αρνήθηκε μπροστά σε όλους, λέγοντας: «Δεν ξέρω τι λες».

Καθώς έβγαινε προς την πύλη, τον είδε μια άλλη υπηρέτρια και είπε σ’ αυτούς που ήταν εκεί: «Αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού τον Ναζωραίο».

Και πάλι το αρνήθηκε μ’ έναν όρκο: «Δεν ξέρω αυτόν τον άνθρωπο».

Λίγο αργότερα, πλησίασαν τον Πέτρο αυτοί που στέκονταν εκεί: «Σίγουρα κι εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς, αφού η προφορά σου σε προδίδει».

Τότε άρχισε να καταριέται τον εαυτό του και να ορκίζεται: «Δεν ξέρω αυτόν τον άνθρωπο». Κι αμέσως λάλησε ένας πετεινός.

Ο Πέτρος θυμήθηκε τα λόγια του Ιησού: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Βγήκε έξω και έκλαψε πικρά.