Οι αρχηγοί σχεδιάζουν να σκοτώσουν τον Ιησού
Μια γυναίκα χύνει πολύτιμο μύρο και την επιπλήττουν γι' αυτό· ο Ιούδας τον πουλά για τριάντα νομίσματα. Στη Γεθσημανή ο Ιησούς ζητά από τον Πατέρα του να πάρει το ποτήρι, ενώ οι φίλοι του αποκοιμιούνται ξανά και ξανά. Όταν τον συλλαμβάνουν, δεν αντιστέκεται. Ο Πέτρος ορκίζεται ότι δεν γνώρισε ποτέ τον άνθρωπο.
26 1Όταν ο Ιησούς τελείωσε όλα αυτά τα λόγια, είπε στους μαθητές του:
2«Ξέρετε πως σε δύο μέρες έρχεται το Πάσχα, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί».
3Τότε οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού συγκεντρώθηκαν στην αυλή του αρχιερέα Καϊάφα, 4και σχεδίασαν μαζί να πιάσουν κρυφά τον Ιησού και να τον σκοτώσουν. 5Έλεγαν όμως: «Όχι κατά τη διάρκεια της γιορτής, για να μην ξεσηκωθεί ο λαός».
Εκείνη τον αλείφει για την ταφή του
6Όταν ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, 7τον πλησίασε μια γυναίκα μ’ ένα αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο πανάκριβο μύρο, και το έχυσε στο κεφάλι του καθώς καθόταν στο τραπέζι. 8Βλέποντάς το αυτό, οι μαθητές αγανάκτησαν και έλεγαν: «Γιατί αυτή η σπατάλη; 9Γιατί αυτό θα μπορούσε να πουληθεί για πολλά χρήματα και να δοθούν στους φτωχούς».
10Ο Ιησούς το κατάλαβε και τους είπε: «Γιατί ενοχλείτε αυτή τη γυναίκα; Έκανε μια όμορφη πράξη σ’ εμένα. 11Γιατί τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δε θα με έχετε πάντοτε. 12Γιατί, όταν έχυσε αυτό το μύρο πάνω στο σώμα μου, το έκανε για να με ετοιμάσει για την ταφή. 13Αλήθεια σας λέω: όπου κι αν κηρυχθεί αυτό το ευαγγέλιο σ’ όλο τον κόσμο, θα διηγούνται και αυτό που έκανε, στη μνήμη της».
Ο Ιούδας προδίδει τον Υιό για ασήμι
14Τότε ένας από τους Δώδεκα, αυτός που λεγόταν Ιούδας ο Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς 15και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας τον παραδώσω;» Κι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. 16Κι από τότε ζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία για να τον προδώσει.
Η προετοιμασία για το Πάσχα
17Την πρώτη μέρα της γιορτής των Αζύμων, οι μαθητές ρώτησαν τον Ιησού: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;»
18Εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, σε κάποιον άνθρωπο, και πείτε του: “Ο Δάσκαλος λέει: Ο καιρός μου είναι κοντά. Θα γιορτάσω το Πάσχα στο σπίτι σου μαζί με τους μαθητές μου”».
19Κι οι μαθητές έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς, και ετοίμασαν το Πάσχα.
20Όταν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι μαζί με τους Δώδεκα.
21Κι ενώ έτρωγαν, είπε: «Αλήθεια σας λέω, ένας από εσάς θα με προδώσει».
22Βαθιά λυπημένοι, τον ρωτούσαν ένας ένας: «Μήπως εγώ, Κύριε;»
23Εκείνος αποκρίθηκε: «Αυτός που βούτηξε το χέρι του μαζί μου στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει. 24Ο Υιός του Ανθρώπου φεύγει, όπως είναι γραμμένο γι’ αυτόν. Αλλά αλίμονο στον άνθρωπο που τον προδίδει· καλύτερα θα ήταν γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί».
25Ο Ιούδας, ο προδότης του, είπε: «Μήπως εγώ, Ραββί;» Του είπε: «Εσύ το είπες».
26Καθώς έτρωγαν, ο Ιησούς πήρε ψωμί, το ευλόγησε και το έκοψε, το έδωσε στους μαθητές και είπε: «Πάρτε, φάτε· αυτό είναι το σώμα μου». 27Παίρνοντας ένα ποτήρι και ευχαριστώντας, τους το έδωσε λέγοντας: «Πιείτε απ’ αυτό όλοι, 28γιατί αυτό είναι το αίμα μου της διαθήκης, που χύνεται για χάρη πολλών, για τη συγχώρηση των αμαρτιών. 29Σας λέω: δε θα ξαναπιώ απ’ αυτόν τον καρπό του αμπελιού, από τώρα μέχρι την ημέρα που θα τον πιω καινούριο μαζί σας στη βασιλεία του Πατέρα μου».
30Κι αφού έψαλαν έναν ύμνο, βγήκαν και πήγαν στο όρος των Ελαιών.
Ο Ιησούς προλέγει την άρνηση του Πέτρου
31Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Απόψε όλοι σας θα κλονιστείτε εξαιτίας μου. Γιατί είναι γραμμένο: “Θα χτυπήσω τον βοσκό, και τα πρόβατα του κοπαδιού θα σκορπιστούν”. 32Αλλά μετά την ανάστασή μου, θα πάω πριν από εσάς στη Γαλιλαία».
33Ο Πέτρος του είπε: «Κι αν όλοι κλονιστούν εξαιτίας σου, εγώ ποτέ δε θα κλονιστώ».
34Ο Ιησούς του είπε: «Σου λέω την αλήθεια: απόψε, πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές».
35Ο Πέτρος είπε: «Κι αν ακόμη πρέπει να πεθάνω μαζί σου, δε θα σε αρνηθώ». Το ίδιο είπαν και όλοι οι μαθητές.
Ο Υιός παραδίνεται στον Πατέρα
36Τότε ο Ιησούς ήρθε μαζί τους σ’ έναν τόπο που λεγόταν Γεθσημανή και είπε στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, όσο εγώ πηγαίνω εκεί πέρα να προσευχηθώ».
37Και παίρνοντας μαζί του τον Πέτρο και τους δύο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να νιώθει βαθιά λύπη και αγωνία.
38Τότε τους είπε: «Η ψυχή μου είναι συντριμμένη από τη λύπη, μέχρι θανάτου. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου».
39Προχωρώντας λίγο πιο πέρα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχήθηκε: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας περάσει από μένα αυτό το ποτήρι. Όμως όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ».
40Ήρθε στους μαθητές και τους βρήκε να κοιμούνται. Είπε στον Πέτρο: «Ώστε, δεν μπορέσατε μία ώρα να μείνετε ξύπνιοι μαζί μου; 41Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην πέσετε σε πειρασμό· το πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα αδύναμη».
42Για δεύτερη φορά πήγε παράμερα και προσευχήθηκε: «Πατέρα μου, αν δεν μπορεί αυτό να περάσει χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου».
43Κι ήρθε πάλι και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά. 44Έτσι, αφήνοντάς τους πάλι, πήγε παράμερα και προσευχήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας ξανά τα ίδια λόγια.
45Τότε ήρθε στους μαθητές και τους είπε: «Ακόμη κοιμάστε και ξεκουράζεστε; Δείτε, έφτασε η ώρα, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια αμαρτωλών. 46Σηκωθείτε, ας πάμε! Δείτε, έφτασε αυτός που με προδίδει!»
Η προδοσία και η σύλληψη του Ιησού
47Ενώ ακόμη μιλούσε, ξαφνικά ήρθε ο Ιούδας, ένας από τους Δώδεκα, και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένο από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού. 48Ο προδότης τούς είχε δώσει ένα σημάδι: «Αυτός που θα φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον». 49Κι αμέσως πλησίασε τον Ιησού και είπε: «Χαίρε, Ραββί!» Και τον φίλησε.
50Ο Ιησούς του είπε: «Φίλε, κάνε αυτό για το οποίο ήρθες». Τότε ήρθαν, άρπαξαν τον Ιησού και τον κράτησαν.
51Και δείτε, ένας απ’ αυτούς που ήταν με τον Ιησού άπλωσε το χέρι του, τράβηξε το μαχαίρι του, χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το αυτί.
52Τότε ο Ιησούς του είπε: «Βάλε πάλι το μαχαίρι σου στη θέση του. Όλοι όσοι παίρνουν μαχαίρι, με μαχαίρι θα πεθάνουν. 53Νομίζεις πως δεν μπορώ να ζητήσω τη βοήθεια του Πατέρα μου, που θα μου έστελνε αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; 54Αλλά πώς τότε θα εκπληρώνονταν οι Γραφές, που λένε πως έτσι πρέπει να γίνει;»
55Εκείνη την ώρα ο Ιησούς είπε στα πλήθη: «Σαν να ήμουν ληστής βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα για να με πιάσετε; Κάθε μέρα καθόμουν και δίδασκα στον ναό, και δε με συλλάβατε. 56Αλλά όλα αυτά έγιναν για να εκπληρωθούν οι Γραφές των προφητών». Τότε όλοι οι μαθητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν.
Ο Ιησούς μπροστά στους κατηγόρους του
57Τότε αυτοί που συνέλαβαν τον Ιησού τον έφεραν στον αρχιερέα Καϊάφα, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. 58Ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά, μέχρι την αυλή του αρχιερέα· μπήκε μέσα και κάθισε μαζί με τους φρουρούς, για να δει πώς θα τελειώσει.
59Οι αρχιερείς και όλο το συνέδριο ζητούσαν ψεύτικη μαρτυρία εναντίον του Ιησού, για να τον θανατώσουν, 60αλλά δε βρήκαν καμία, αν και παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες. Στο τέλος παρουσιάστηκαν δύο 61και είπαν: «Αυτός ο άνθρωπος είπε: “Μπορώ να γκρεμίσω τον ναό του Θεού και σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω”».
62Ο αρχιερέας σηκώθηκε και του είπε: «Δεν έχεις να απαντήσεις τίποτε; Τι είναι αυτά που μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;» 63Ο Ιησούς όμως σιωπούσε. Ο αρχιερέας του είπε: «Σε ορκίζω στον ζωντανό Θεό: πες μας αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».
64Ο Ιησούς του είπε: «Εσύ το είπες. Αλλά σας λέω: από τώρα θα δείτε τον Υιό του Ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της Δύναμης και να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού».
65Τότε ο αρχιερέας έσκισε τα ρούχα του: «Βλασφήμησε! Τι μας χρειάζονται πια μάρτυρες; Τώρα ακούσατε τη βλασφημία. 66Ποια είναι η κρίση σας;» Εκείνοι απάντησαν: «Είναι ένοχος θανάτου».
67Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χτύπησαν· και μερικοί τον ράπισαν, 68λέγοντας: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ! Ποιος σε χτύπησε;»
Ο Πέτρος αρνείται ότι γνωρίζει τον Ιησού
69Ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή. Τον πλησίασε μια υπηρέτρια και είπε: «Κι εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο».
70Εκείνος όμως το αρνήθηκε μπροστά σε όλους, λέγοντας: «Δεν ξέρω τι λες».
71Καθώς έβγαινε προς την πύλη, τον είδε μια άλλη υπηρέτρια και είπε σ’ αυτούς που ήταν εκεί: «Αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού τον Ναζωραίο».
72Και πάλι το αρνήθηκε μ’ έναν όρκο: «Δεν ξέρω αυτόν τον άνθρωπο».
73Λίγο αργότερα, πλησίασαν τον Πέτρο αυτοί που στέκονταν εκεί: «Σίγουρα κι εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς, αφού η προφορά σου σε προδίδει».
74Τότε άρχισε να καταριέται τον εαυτό του και να ορκίζεται: «Δεν ξέρω αυτόν τον άνθρωπο». Κι αμέσως λάλησε ένας πετεινός.
75Ο Πέτρος θυμήθηκε τα λόγια του Ιησού: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Βγήκε έξω και έκλαψε πικρά.