Μπροστά στον Πιλάτο και τον Ηρώδη
Ο Πιλάτος λέει τρεις φορές ότι δεν βρίσκει καμία ενοχή, κι όμως υποχωρεί. Ο Ιησούς λέει στις γυναίκες που θρηνούν να κλάψουν για τον εαυτό τους, ζητά από τον Πατέρα του να συγχωρήσει τους άνδρες που τον σταυρώνουν, και υπόσχεται τον παράδεισο σε έναν κακούργο. Πέφτει σκοτάδι, το καταπέτασμα σχίζεται, και ο Ιωσήφ ζητά το σώμα.
23 1Τότε σηκώθηκε ολόκληρη η σύναξη και τον οδήγησαν μπροστά στον Πιλάτο. 2Άρχισαν να τον κατηγορούν: «Βρήκαμε αυτόν τον άνθρωπο να παραπλανά το έθνος μας, να απαγορεύει την πληρωμή φόρων στον Καίσαρα και να ισχυρίζεται πως είναι ο Χριστός, ένας βασιλιάς».
3Ο Πιλάτος τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Εκείνος απάντησε: «Εσύ το λες».
4Τότε ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στα πλήθη: «Δε βρίσκω καμιά ενοχή σ’ αυτόν τον άνθρωπο».
5Αλλά εκείνοι επέμεναν: «Ξεσηκώνει τον λαό, διδάσκοντας σ’ όλη την Ιουδαία, από τη Γαλιλαία ως εδώ».
6Όταν το άκουσε αυτό ο Πιλάτος, ρώτησε αν ο άνθρωπος ήταν Γαλιλαίος. 7Μαθαίνοντας πως ήταν κάτω από την εξουσία του Ηρώδη, τον έστειλε στον Ηρώδη, που κι ο ίδιος βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα εκείνες τις μέρες.
8Βλέποντας τον Ιησού, ο Ηρώδης χάρηκε πολύ· από καιρό ήθελε να τον δει, γιατί είχε ακούσει γι’ αυτόν, κι έλπιζε να τον δει να κάνει κάποιο θαύμα. 9Τον ρωτούσε με πολλά λόγια, αλλά ο Ιησούς δεν του έδωσε καμιά απάντηση. 10Οι αρχιερείς και οι γραμματείς στέκονταν εκεί και τον κατηγορούσαν με σφοδρότητα. 11Ο Ηρώδης και οι στρατιώτες του τον περιφρόνησαν και τον ενέπαιξαν, τον έντυσαν με λαμπρό ρούχο και τον έστειλαν πίσω στον Πιλάτο. 12Εκείνη τη μέρα ο Ηρώδης κι ο Πιλάτος έγιναν φίλοι· πρωτύτερα ήταν εχθροί.
13Τότε ο Πιλάτος συγκάλεσε τους αρχιερείς, τους άρχοντες και τον λαό, 14και τους είπε: «Μου φέρατε αυτόν τον άνθρωπο σαν κάποιον που ξεσηκώνει τον λαό. Τον ανέκρινα μπροστά σας και δε βρήκα σ’ αυτόν τον άνθρωπο καμιά ενοχή απ’ όσα τον κατηγορείτε. 15Ούτε κι ο Ηρώδης, γιατί τον έστειλε πίσω σ’ εμάς. Δείτε, δεν έχει κάνει τίποτα που να του αξίζει θάνατος. 16Γι’ αυτό θα τον σωφρονίσω και θα τον αφήσω ελεύθερο». a a v16 Τα αρχαιότερα χειρόγραφα δεν έχουν εδώ στίχο 17· μεταγενέστερα αντίγραφα προσθέτουν: «Γιατί ήταν υποχρεωμένος να τους αφήνει ελεύθερο έναν φυλακισμένο στη γιορτή». 18Αλλά όλοι μαζί φώναξαν: «Θάνατος σ’ αυτόν! Άφησέ μας ελεύθερο τον Βαραββά!» 19έναν άνθρωπο που είχε φυλακιστεί για κάποια εξέγερση που είχε γίνει στην πόλη, και για φόνο.
20Ο Πιλάτος τους μίλησε ξανά, θέλοντας να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού, 21αλλά εκείνοι φώναζαν συνέχεια: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον!»
22Για τρίτη φορά τους είπε: «Γιατί; Τι κακό έκανε αυτός ο άνθρωπος; Δε βρίσκω σ’ αυτόν καμιά αιτία θανάτου. Γι’ αυτό θα τον τιμωρήσω και θα τον αφήσω ελεύθερο». 23Αλλά εκείνοι φώναζαν δυνατά, απαιτώντας να σταυρωθεί, και οι φωνές τους επικράτησαν. 24Έτσι ο Πιλάτος αποφάσισε να ικανοποιηθεί το αίτημά τους. 25Άφησε ελεύθερο εκείνον που ζητούσαν, τον φυλακισμένο για εξέγερση και φόνο, αλλά παρέδωσε τον Ιησού στο θέλημά τους.
Ο Υιός σταυρώνεται
26Καθώς τον οδηγούσαν, έπιασαν κάποιον που τον έλεγαν Σίμωνα από την Κυρήνη, που ερχόταν από την εξοχή, και φόρτωσαν πάνω του τον σταυρό για να τον κουβαλήσει πίσω από τον Ιησού. 27Μεγάλο πλήθος λαού τον ακολουθούσε, ανάμεσά τους και γυναίκες που έκλαιγαν και θρηνούσαν γι’ αυτόν.
28Αλλά ο Ιησούς γύρισε προς αυτές και είπε: «Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα· κλάψτε για τον εαυτό σας και για τα παιδιά σας. 29Γιατί έρχονται μέρες που θα πουν: “Ευτυχισμένες οι στείρες, οι κοιλιές που δε γέννησαν ποτέ και τα στήθη που δε θήλασαν ποτέ”. 30Τότε θ’ αρχίσουν να λένε στα βουνά: “Πέστε πάνω μας”, και στους λόφους: “Σκεπάστε μας”. 31Γιατί αν κάνουν αυτά όταν το ξύλο είναι χλωρό, τι θα γίνει όταν ξεραθεί;» b b v31 Μια παροιμία: αν η Ρώμη το κάνει αυτό στους αθώους (χλωρό ξύλο), πόσο χειρότερο περιμένει τους ένοχους (ξερό ξύλο) όταν πέσει η κρίση.
32Οδηγούσαν επίσης κι άλλους δύο, που ήταν κακούργοι, για να θανατωθούν μαζί του. 33Όταν έφτασαν στον τόπο που λεγόταν Κρανίο, τον σταύρωσαν εκεί μαζί με τους κακούργους, τον έναν στα δεξιά του και τον άλλον στα αριστερά του.
34Ο Ιησούς είπε: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Έπειτα μοίρασαν τα ρούχα του, ρίχνοντας κλήρο. c c v34 Αυτά τα λόγια λείπουν από ορισμένα αρχαία χειρόγραφα. Τυπώνονται εδώ, όπως και στις περισσότερες σύγχρονες Βίβλους.
35Ο λαός στεκόταν και κοίταζε· οι άρχοντες τον περιγελούσαν: «Άλλους έσωσε· ας σώσει τον εαυτό του, αν είναι ο Χριστός του Θεού, ο Εκλεκτός».
36Τον ενέπαιζαν κι οι στρατιώτες, που τον πλησίαζαν για να του προσφέρουν ξίδι, 37και του έλεγαν: «Αν εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων, σώσε τον εαυτό σου!»
38Υπήρχε επίσης μια επιγραφή πάνω του: «Αυτός είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων».
39Ένας από τους κακούργους που ήταν κρεμασμένοι τον έβριζε: «Δεν είσαι εσύ ο Χριστός; Σώσε τον εαυτό σου κι εμάς!»
40Αλλά ο άλλος τον επέπληξε: «Ούτε τον Θεό δε φοβάσαι εσύ, που βρίσκεσαι κάτω από την ίδια καταδίκη; 41Κι είναι δίκαιο· εμείς πληρώνουμε γι’ αυτά που κάναμε, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν έκανε κανένα κακό». 42Έπειτα είπε: «Ιησού, θυμήσου με όταν έρθεις στη βασιλεία σου».
43Κι ο Ιησούς του είπε: «Αλήθεια σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο».
Ο Υιός ξεψυχάει
44Ήταν πια γύρω στο μεσημέρι, κι ένα σκοτάδι σκέπασε όλη τη γη ως τις τρεις το απόγευμα, 45γιατί το φως του ήλιου χάθηκε· και το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο.
46Ο Ιησούς φώναξε δυνατά: «Πατέρα, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου!» Έπειτα ξεψύχησε.
47Βλέποντας τι έγινε, ο εκατόνταρχος δόξασε τον Πατέρα μας: «Αυτός ο άνθρωπος ήταν πραγματικά δίκαιος». 48Όλα τα πλήθη που είχαν μαζευτεί γι’ αυτό το θέαμα, βλέποντας τι έγινε, γύρισαν στα σπίτια τους χτυπώντας τα στήθη τους. 49Όλοι οι γνωστοί του, και οι γυναίκες που τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαλιλαία, στέκονταν από μακριά και παρακολουθούσαν αυτά τα πράγματα.
Ο Υιός μπαίνει στον τάφο
50Υπήρχε τώρα ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ιωσήφ, μέλος του συμβουλίου, άνθρωπος καλός και δίκαιος, 51που δεν είχε συμφωνήσει με το σχέδιο και τις πράξεις τους. Καταγόταν από την Αριμαθαία, μια ιουδαϊκή πόλη, και περίμενε τη βασιλεία του Πατέρα μας. 52Αυτός ο άνθρωπος πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. 53Το κατέβασε, το τύλιξε μ’ ένα λινό σεντόνι και τον έβαλε σ’ έναν τάφο λαξεμένο στον βράχο, όπου δεν είχε μπει ακόμα κανένας. 54Ήταν η μέρα της Παρασκευής, και κόντευε ν’ αρχίσει το Σάββατο. 55Οι γυναίκες που είχαν έρθει μαζί του από τη Γαλιλαία ακολούθησαν, είδαν τον τάφο και πώς τοποθετήθηκε το σώμα του. 56Γύρισαν πίσω κι ετοίμασαν αρώματα και μύρα· έπειτα το Σάββατο αναπαύθηκαν σύμφωνα με την εντολή.