Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Λουκάν 24 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Υιός Ανασταίνεται

Γυναίκες βρίσκουν το μνήμα ανοιχτό και δεν τις πιστεύουν. Δύο που περπατούν προς την Εμμαούς μιλούν με έναν ξένο που εξηγεί τις Γραφές και αναγνωρίζεται μόνο όταν κόβει το ψωμί. Εμφανίζεται, τρώει ψάρι για να δείξει ότι δεν είναι φάντασμα, ύστερα τους ευλογεί και αναλαμβάνεται προς τον Πατέρα του.

Κεφάλαιο 24.

Την πρώτη μέρα της εβδομάδας, τα ξημερώματα, ήρθαν στο μνήμα φέρνοντας τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. Βρήκαν την πέτρα κυλισμένη μακριά από το μνήμα, όταν όμως μπήκαν, δεν βρήκαν το σώμα του Κυρίου Ιησού. Καθώς βρίσκονταν σε αμηχανία γι’ αυτό, ξαφνικά στάθηκαν δίπλα τους δύο άντρες με αστραφτερά ρούχα. Τρομαγμένες, έσκυψαν τα πρόσωπά τους στη γη. Οι άντρες τις ρώτησαν: «Γιατί ζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ· αναστήθηκε. Θυμηθείτε τι σας είπε όταν ήταν ακόμα στη Γαλιλαία, ότι ο Υιός του Ανθρώπου πρέπει να παραδοθεί σε αμαρτωλούς ανθρώπους, να σταυρωθεί και την τρίτη μέρα να αναστηθεί».

Και θυμήθηκαν τα λόγια του, και γυρίζοντας από το μνήμα, τα διηγήθηκαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους υπόλοιπους. Η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι άλλες γυναίκες μαζί τους τα έλεγαν αυτά στους αποστόλους. Τα λόγια όμως αυτά τους φάνηκαν σαν ανοησίες, και δεν τις πίστεψαν. Ο Πέτρος σηκώθηκε κι έτρεξε στο μνήμα· έσκυψε κι είδε μόνο τα σάβανα, κι ύστερα γύρισε στο σπίτι του θαυμάζοντας γι’ αυτό που είχε γίνει.

Ο δρόμος προς τους Εμμαούς

Την ίδια μέρα δύο από αυτούς πήγαιναν σ’ ένα χωριό που λεγόταν Εμμαούς, περίπου έντεκα χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ, και συζητούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. Καθώς μιλούσαν και συζητούσαν, πλησίασε ο ίδιος ο Ιησούς και πήγαινε μαζί τους. Τα μάτια τους όμως εμποδίζονταν να τον αναγνωρίσουν.

Τους ρώτησε: «Τι είναι αυτά που συζητάτε μεταξύ σας καθώς περπατάτε;» Εκείνοι σταμάτησαν σκυθρωποί.

Ο ένας, που λεγόταν Κλεόπας, του αποκρίθηκε: «Εσύ είσαι ο μόνος επισκέπτης της Ιερουσαλήμ που δεν ξέρει τι έγινε εκεί αυτές τις μέρες;»

«Ποια πράγματα;» ρώτησε. Του είπαν: «Αυτά για τον Ιησού τον Ναζωραίο, που ήταν προφήτης δυνατός σε έργα και σε λόγια μπροστά στον Πατέρα μας και σε όλον τον λαό,

και πώς οι αρχιερείς μας και οι άρχοντες τον παρέδωσαν σε θανατική καταδίκη και τον σταύρωσαν. Εμείς ελπίζαμε πως αυτός ήταν εκείνος που θα λύτρωνε τον Ισραήλ. Κι όμως, πέρα απ’ όλα αυτά, είναι η τρίτη μέρα από τότε που έγιναν αυτά. Μας εξέπληξαν όμως και μερικές δικές μας γυναίκες, που πήγαν νωρίς το πρωί στο μνήμα, και, μη βρίσκοντας το σώμα του, γύρισαν λέγοντας πως είδαν μάλιστα και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι είπαν πως αυτός ζει. Πήγαν τότε μερικοί από τους συντρόφους μας στο μνήμα και το βρήκαν ακριβώς όπως είχαν πει οι γυναίκες, αυτόν όμως δεν τον είδαν».

Τότε εκείνος τους είπε: «Πόσο ανόητοι είστε και πόσο αργείτε να πιστέψετε όλα όσα είπαν οι προφήτες! Δεν έπρεπε ο Χριστός να πάθει αυτά και να μπει στη δόξα του;»

Κι αρχίζοντας από τον Μωυσή κι από όλους τους προφήτες, τους ερμήνευσε από όλες τις Γραφές όλα όσα αφορούσαν τον ίδιο.

Πλησίασαν στο χωριό όπου πήγαιναν, κι εκείνος έκανε πως θα πήγαινε πιο μακριά. Εκείνοι όμως επέμεναν λέγοντας: «Μείνε μαζί μας, γιατί κοντεύει να βραδιάσει κι η μέρα έχει σχεδόν τελειώσει». Μπήκε λοιπόν για να μείνει μαζί τους.

Καθώς ήταν στο τραπέζι μαζί τους, πήρε το ψωμί, το ευλόγησε, το έκοψε και τους το έδωσε. Τότε άνοιξαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν· εκείνος όμως έγινε άφαντος από μπροστά τους. Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Δεν καιγόταν μέσα μας η καρδιά μας καθώς μας μιλούσε στον δρόμο και μας άνοιγε τις Γραφές;» Την ίδια ώρα σηκώθηκαν, γύρισαν στην Ιερουσαλήμ και βρήκαν συγκεντρωμένους τους έντεκα κι όσους ήταν μαζί τους, που έλεγαν: «Πραγματικά αναστήθηκε ο Κύριος κι εμφανίστηκε στον Σίμωνα!» Τότε κι εκείνοι διηγήθηκαν όσα έγιναν στον δρόμο και πώς τον αναγνώρισαν όταν έκοψε το ψωμί.

Ο Ιησούς εμφανίζεται στους δικούς του

Ενώ αυτοί τα έλεγαν αυτά, στάθηκε ο ίδιος ο Ιησούς ανάμεσά τους και τους είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς!»

Εκείνοι ταράχτηκαν και φοβήθηκαν, νομίζοντας πως έβλεπαν πνεύμα.

Τους είπε όμως: «Γιατί είστε ταραγμένοι, και γιατί γεννιούνται αμφιβολίες στις καρδιές σας; Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου· είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και δείτε: ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα κι οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ».

Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του.

Κι ενώ αυτοί ακόμα δεν πίστευαν από τη χαρά τους και θαύμαζαν, τους είπε: «Έχετε εδώ κάτι να φάω;»

Του έδωσαν ένα κομμάτι ψητό ψάρι, κι εκείνος το πήρε και το έφαγε μπροστά τους.

Τους είπε: «Αυτά είναι τα λόγια που σας είπα όταν ήμουν ακόμα μαζί σας: ότι έπρεπε να εκπληρωθούν όλα όσα είναι γραμμένα για μένα στον νόμο του Μωυσή, στους προφήτες και στους ψαλμούς».

Τότε τους άνοιξε τον νου για να καταλαβαίνουν τις Γραφές,

και τους είπε: «Έτσι είναι γραμμένο: ότι ο Χριστός πρέπει να πάθει και την τρίτη μέρα να αναστηθεί από τους νεκρούς, και ότι στο όνομά του πρέπει να κηρυχθεί η μετάνοια για τη συγχώρηση των αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ. Εσείς είστε μάρτυρες αυτών των πραγμάτων. Κι εγώ θα στείλω σ’ εσάς την υπόσχεση του Πατέρα μου. Εσείς όμως μείνετε στην πόλη, ώσπου να ντυθείτε με δύναμη από ψηλά».

Ο Πατέρας υποδέχεται τον Υιό του

Ύστερα τους οδήγησε έξω ως τη Βηθανία κι εκεί σήκωσε τα χέρια του και τους ευλόγησε. Κι ενώ τους ευλογούσε, απομακρύνθηκε από αυτούς κι ανέβαινε στον ουρανό. Κι εκείνοι τον προσκύνησαν και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλη χαρά, κι ήταν συνεχώς στον ναό δοξολογώντας τον Πατέρα μας.