Ο Υιός Ανασταίνεται
Γυναίκες βρίσκουν το μνήμα ανοιχτό και δεν τις πιστεύουν. Δύο που περπατούν προς την Εμμαούς μιλούν με έναν ξένο που εξηγεί τις Γραφές και αναγνωρίζεται μόνο όταν κόβει το ψωμί. Εμφανίζεται, τρώει ψάρι για να δείξει ότι δεν είναι φάντασμα, ύστερα τους ευλογεί και αναλαμβάνεται προς τον Πατέρα του.
24 1Την πρώτη μέρα της εβδομάδας, τα ξημερώματα, ήρθαν στο μνήμα φέρνοντας τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. 2Βρήκαν την πέτρα κυλισμένη μακριά από το μνήμα, 3όταν όμως μπήκαν, δεν βρήκαν το σώμα του Κυρίου Ιησού. 4Καθώς βρίσκονταν σε αμηχανία γι’ αυτό, ξαφνικά στάθηκαν δίπλα τους δύο άντρες με αστραφτερά ρούχα. 5Τρομαγμένες, έσκυψαν τα πρόσωπά τους στη γη. Οι άντρες τις ρώτησαν: «Γιατί ζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; 6Δεν είναι εδώ· αναστήθηκε. Θυμηθείτε τι σας είπε όταν ήταν ακόμα στη Γαλιλαία, 7ότι ο Υιός του Ανθρώπου πρέπει να παραδοθεί σε αμαρτωλούς ανθρώπους, να σταυρωθεί και την τρίτη μέρα να αναστηθεί».
8Και θυμήθηκαν τα λόγια του, 9και γυρίζοντας από το μνήμα, τα διηγήθηκαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους υπόλοιπους. 10Η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι άλλες γυναίκες μαζί τους τα έλεγαν αυτά στους αποστόλους. 11Τα λόγια όμως αυτά τους φάνηκαν σαν ανοησίες, και δεν τις πίστεψαν. 12Ο Πέτρος σηκώθηκε κι έτρεξε στο μνήμα· έσκυψε κι είδε μόνο τα σάβανα, κι ύστερα γύρισε στο σπίτι του θαυμάζοντας γι’ αυτό που είχε γίνει.
Ο δρόμος προς τους Εμμαούς
13Την ίδια μέρα δύο από αυτούς πήγαιναν σ’ ένα χωριό που λεγόταν Εμμαούς, περίπου έντεκα χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ, 14και συζητούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. 15Καθώς μιλούσαν και συζητούσαν, πλησίασε ο ίδιος ο Ιησούς και πήγαινε μαζί τους. 16Τα μάτια τους όμως εμποδίζονταν να τον αναγνωρίσουν.
17Τους ρώτησε: «Τι είναι αυτά που συζητάτε μεταξύ σας καθώς περπατάτε;» Εκείνοι σταμάτησαν σκυθρωποί.
18Ο ένας, που λεγόταν Κλεόπας, του αποκρίθηκε: «Εσύ είσαι ο μόνος επισκέπτης της Ιερουσαλήμ που δεν ξέρει τι έγινε εκεί αυτές τις μέρες;»
19«Ποια πράγματα;» ρώτησε. Του είπαν: «Αυτά για τον Ιησού τον Ναζωραίο, που ήταν προφήτης δυνατός σε έργα και σε λόγια μπροστά στον Πατέρα μας και σε όλον τον λαό,
20και πώς οι αρχιερείς μας και οι άρχοντες τον παρέδωσαν σε θανατική καταδίκη και τον σταύρωσαν. 21Εμείς ελπίζαμε πως αυτός ήταν εκείνος που θα λύτρωνε τον Ισραήλ. Κι όμως, πέρα απ’ όλα αυτά, είναι η τρίτη μέρα από τότε που έγιναν αυτά. 22Μας εξέπληξαν όμως και μερικές δικές μας γυναίκες, που πήγαν νωρίς το πρωί στο μνήμα, 23και, μη βρίσκοντας το σώμα του, γύρισαν λέγοντας πως είδαν μάλιστα και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι είπαν πως αυτός ζει. 24Πήγαν τότε μερικοί από τους συντρόφους μας στο μνήμα και το βρήκαν ακριβώς όπως είχαν πει οι γυναίκες, αυτόν όμως δεν τον είδαν».
25Τότε εκείνος τους είπε: «Πόσο ανόητοι είστε και πόσο αργείτε να πιστέψετε όλα όσα είπαν οι προφήτες! 26Δεν έπρεπε ο Χριστός να πάθει αυτά και να μπει στη δόξα του;»
27Κι αρχίζοντας από τον Μωυσή κι από όλους τους προφήτες, τους ερμήνευσε από όλες τις Γραφές όλα όσα αφορούσαν τον ίδιο.
28Πλησίασαν στο χωριό όπου πήγαιναν, κι εκείνος έκανε πως θα πήγαινε πιο μακριά. 29Εκείνοι όμως επέμεναν λέγοντας: «Μείνε μαζί μας, γιατί κοντεύει να βραδιάσει κι η μέρα έχει σχεδόν τελειώσει». Μπήκε λοιπόν για να μείνει μαζί τους.
30Καθώς ήταν στο τραπέζι μαζί τους, πήρε το ψωμί, το ευλόγησε, το έκοψε και τους το έδωσε. 31Τότε άνοιξαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν· εκείνος όμως έγινε άφαντος από μπροστά τους. 32Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Δεν καιγόταν μέσα μας η καρδιά μας καθώς μας μιλούσε στον δρόμο και μας άνοιγε τις Γραφές;» 33Την ίδια ώρα σηκώθηκαν, γύρισαν στην Ιερουσαλήμ και βρήκαν συγκεντρωμένους τους έντεκα κι όσους ήταν μαζί τους, 34που έλεγαν: «Πραγματικά αναστήθηκε ο Κύριος κι εμφανίστηκε στον Σίμωνα!» 35Τότε κι εκείνοι διηγήθηκαν όσα έγιναν στον δρόμο και πώς τον αναγνώρισαν όταν έκοψε το ψωμί.
Ο Ιησούς εμφανίζεται στους δικούς του
36Ενώ αυτοί τα έλεγαν αυτά, στάθηκε ο ίδιος ο Ιησούς ανάμεσά τους και τους είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς!»
37Εκείνοι ταράχτηκαν και φοβήθηκαν, νομίζοντας πως έβλεπαν πνεύμα.
38Τους είπε όμως: «Γιατί είστε ταραγμένοι, και γιατί γεννιούνται αμφιβολίες στις καρδιές σας; 39Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου· είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και δείτε: ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα κι οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ».
40Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του.
41Κι ενώ αυτοί ακόμα δεν πίστευαν από τη χαρά τους και θαύμαζαν, τους είπε: «Έχετε εδώ κάτι να φάω;»
42Του έδωσαν ένα κομμάτι ψητό ψάρι, 43κι εκείνος το πήρε και το έφαγε μπροστά τους.
44Τους είπε: «Αυτά είναι τα λόγια που σας είπα όταν ήμουν ακόμα μαζί σας: ότι έπρεπε να εκπληρωθούν όλα όσα είναι γραμμένα για μένα στον νόμο του Μωυσή, στους προφήτες και στους ψαλμούς».
45Τότε τους άνοιξε τον νου για να καταλαβαίνουν τις Γραφές,
46και τους είπε: «Έτσι είναι γραμμένο: ότι ο Χριστός πρέπει να πάθει και την τρίτη μέρα να αναστηθεί από τους νεκρούς, 47και ότι στο όνομά του πρέπει να κηρυχθεί η μετάνοια για τη συγχώρηση των αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ. 48Εσείς είστε μάρτυρες αυτών των πραγμάτων. 49Κι εγώ θα στείλω σ’ εσάς την υπόσχεση του Πατέρα μου. Εσείς όμως μείνετε στην πόλη, ώσπου να ντυθείτε με δύναμη από ψηλά».
Ο Πατέρας υποδέχεται τον Υιό του
50Ύστερα τους οδήγησε έξω ως τη Βηθανία κι εκεί σήκωσε τα χέρια του και τους ευλόγησε. 51Κι ενώ τους ευλογούσε, απομακρύνθηκε από αυτούς κι ανέβαινε στον ουρανό. 52Κι εκείνοι τον προσκύνησαν και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλη χαρά, 53κι ήταν συνεχώς στον ναό δοξολογώντας τον Πατέρα μας.