Η Κιβωτός έρχεται στον οίκο του Πατέρα
Η κιβωτός μεταφέρεται μέσα, η νεφέλη διώχνει τους ιερείς έξω, και ο Σολομώντας προσεύχεται για έναν οίκο που παραδέχεται ότι δεν μπορεί να χωρέσει τον Πατέρα μας. Ζητά κυρίως ένα πράγμα: όταν ο Ισραήλ αμαρτάνει, νικιέται ή σέρνεται αιχμάλωτος, άκουσε και συγχώρησε.
8 1Τότε ο Σολομώντας συγκέντρωσε τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ —όλους τους αρχηγούς των φυλών, τους ηγέτες των πατρικών οίκων των Ισραηλιτών— μπροστά στον βασιλιά Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ, για να μεταφέρουν την κιβωτό της διαθήκης του Πατέρα μας από την πόλη του Δαβίδ, δηλαδή τη Σιών. 2Έτσι όλοι οι άντρες του Ισραήλ συγκεντρώθηκαν γύρω από τον βασιλιά Σολομώντα κατά τη γιορτή, τον μήνα Εθανίμ, δηλαδή τον έβδομο μήνα. 3Όταν ήρθαν όλοι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, οι ιερείς σήκωσαν την κιβωτό, 4και μετέφεραν την κιβωτό του Πατέρα μας, τη σκηνή του μαρτυρίου και όλα τα ιερά σκεύη που ήταν στη σκηνή· τα μετέφεραν οι ιερείς και οι Λευίτες. 5Ο βασιλιάς Σολομώντας και όλη η σύναξη του Ισραήλ που είχε συγκεντρωθεί μαζί του στάθηκαν μπροστά στην κιβωτό, θυσιάζοντας πρόβατα και βόδια τόσα πολλά, που δεν μπορούσαν να μετρηθούν ούτε να καταγραφούν. 6Τότε οι ιερείς έφεραν την κιβωτό της διαθήκης του Πατέρα μας στη θέση της, στο εσωτερικό ιερό, στα Άγια των Αγίων, κάτω από τα φτερά των χερουβίμ. 7Τα χερουβίμ άπλωναν τα φτερά τους πάνω από τη θέση της κιβωτού, σκεπάζοντας από πάνω την κιβωτό και τα κοντάρια της. 8Τα κοντάρια ήταν τόσο μακριά, που οι άκρες τους φαίνονταν από τα Άγια, μπροστά στο εσωτερικό δωμάτιο, όχι όμως απ’ έξω· και παραμένουν εκεί μέχρι σήμερα. 9Μέσα στην κιβωτό δεν υπήρχαν παρά μόνο οι δύο πέτρινες πλάκες που είχε βάλει εκεί ο Μωυσής στο Χωρήβ, όπου ο Πατέρας μας έκανε διαθήκη με τους Ισραηλίτες, όταν βγήκαν από τη γη της Αιγύπτου. 10Όταν οι ιερείς βγήκαν από τα Άγια, το σύννεφο γέμισε τον οίκο του Πατέρα μας, 11κι έτσι οι ιερείς δεν μπορούσαν να σταθούν για να υπηρετήσουν εξαιτίας του σύννεφου, γιατί η δόξα του Πατέρα μας γέμισε τον οίκο του.
12Τότε ο Σολομώντας είπε: «Ο Πατέρας μας είπε πως θα κατοικεί σε πυκνό σκοτάδι. 13Αλήθεια, σου έχτισα έναν μεγαλόπρεπο οίκο, έναν τόπο για να κατοικείς αιώνια».
14Ο βασιλιάς γύρισε κι ευλόγησε όλη τη σύναξη του Ισραήλ, ενώ όλη η σύναξη του Ισραήλ στεκόταν όρθια. 15Είπε: «Ας είναι δοξασμένος ο Πατέρας μας, ο Θεός του Ισραήλ, που με το ίδιο του το στόμα μίλησε στον πατέρα μου τον Δαβίδ και με το ίδιο του το χέρι το εκπλήρωσε, λέγοντας· 16Από τότε που έβγαλα τον λαό μου τον Ισραήλ από την Αίγυπτο, δεν διάλεξα καμιά πόλη απ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ για να χτιστεί οίκος για το όνομά μου· διάλεξα όμως τον Δαβίδ για να κυβερνάει τον λαό μου τον Ισραήλ.
17Ο πατέρας μου ο Δαβίδ είχε στην καρδιά του να χτίσει έναν οίκο για το όνομα του Πατέρα μας, του Θεού του Ισραήλ.
18Ο Πατέρας μας όμως είπε στον πατέρα μου τον Δαβίδ: “Αφού είχες στην καρδιά σου να χτίσεις έναν οίκο για το όνομά μου, καλά έκανες που το είχες στην καρδιά σου. 19Δεν θα χτίσεις όμως εσύ τον οίκο· ο γιος σου, που θα βγει από τα σπλάχνα σου, αυτός θα χτίσει τον οίκο για το όνομά μου”.
20Και ο Πατέρας μας κράτησε τον λόγο που είπε, γιατί εγώ ανέβηκα στη θέση του πατέρα μου του Δαβίδ και κάθομαι στον θρόνο του Ισραήλ, όπως υποσχέθηκε, κι έχτισα τον οίκο για το όνομα του Πατέρα μας, του Θεού του Ισραήλ. 21Εκεί έφτιαξα έναν τόπο για την κιβωτό που περιέχει τη διαθήκη του Πατέρα μας, την οποία έκανε με τους πατέρες μας όταν τους έβγαλε από την Αίγυπτο».
Η προσευχή του Σολομώντα ενώπιον του Πατέρα
22Ο Σολομώντας στάθηκε μπροστά στο θυσιαστήριο του Πατέρα μας, μπροστά σε όλη τη σύναξη του Ισραήλ, κι άπλωσε τα χέρια του προς τον ουρανό. 23Είπε: «Πατέρα μας, Θεέ του Ισραήλ, δεν υπάρχει Θεός σαν εσένα πάνω στον ουρανό ούτε κάτω στη γη, εσύ που κρατάς τη διαθήκη και τη σταθερή αγάπη με τους δούλους σου που πορεύονται μπροστά σου μ’ όλη τους την καρδιά. 24Κράτησες την υπόσχεση που έδωσες στον δούλο σου, τον πατέρα μου τον Δαβίδ· ό,τι είπε το στόμα σου, το εκπλήρωσε σήμερα το χέρι σου.
25Τώρα λοιπόν, Πατέρα μας, Θεέ του Ισραήλ, κράτησε για τον δούλο σου τον Δαβίδ, τον πατέρα μου, αυτό που του υποσχέθηκες, λέγοντας: “Δεν θα σου λείψει ποτέ άντρας που να κάθεται μπροστά μου στον θρόνο του Ισραήλ, αρκεί τα παιδιά σου να προσέχουν τον δρόμο τους, ώστε να πορεύονται μπροστά μου όπως πορεύτηκες εσύ μπροστά μου”. 26Και τώρα, Πατέρα μας, Θεέ του Ισραήλ, ας επιβεβαιωθεί ο λόγος που είπες στον δούλο σου, τον πατέρα μου τον Δαβίδ.
27Αλλά θα κατοικήσει αλήθεια ο Πατέρας μας πάνω στη γη; Δες —οι ουρανοί κι οι ύψιστοι ουρανοί δεν μπορούν να σε χωρέσουν· πόσο λιγότερο αυτός ο οίκος που έχτισα! 28Στρέψου όμως στην προσευχή και στη δέηση του δούλου σου, Πατέρα μου, για ν’ ακούσεις την κραυγή και την προσευχή που σου απευθύνει σήμερα ο δούλος σου.
29Ας μένουν τα μάτια σου ανοιχτά προς αυτόν τον οίκο νύχτα και μέρα, προς τον τόπο για τον οποίο είπες: “Εκεί θα είναι το όνομά μου”, για ν’ ακούς την προσευχή που ο δούλος σου απευθύνει προς αυτόν τον τόπο. 30Άκουσε τη δέηση του δούλου σου και του λαού σου του Ισραήλ, όταν προσεύχονται προς αυτόν τον τόπο· άκουσε από τον ουρανό, την κατοικία σου, κι όταν ακούσεις, συγχώρησε.
31Αν κάποιος αμαρτήσει στον γείτονά του και πρέπει να ορκιστεί, κι έρθει να ορκιστεί μπροστά στο θυσιαστήριό σου σ’ αυτόν τον οίκο, 32τότε άκουσε από τον ουρανό και δράσε. Κρίνε τους δούλους σου: καταδίκασε τον ένοχο, φέρνοντας τη συμπεριφορά του πάνω στο ίδιο του το κεφάλι, κι αθώωσε τον δίκαιο, ανταμείβοντάς τον για τη δικαιοσύνη του.
33Όταν ο λαός σου ο Ισραήλ νικηθεί από εχθρό, επειδή αμάρτησε σ’ εσένα, κι ύστερα επιστρέψει σ’ εσένα, ομολογήσει το όνομά σου και προσευχηθεί και σε παρακαλέσει σ’ αυτόν τον οίκο, 34τότε άκουσε από τον ουρανό, συγχώρησε την αμαρτία του λαού σου του Ισραήλ και φέρε τους πίσω στη γη που έδωσες στους προγόνους τους.
35Όταν κλείσει ο ουρανός και δεν πέφτει βροχή, επειδή αμάρτησαν σ’ εσένα, κι ύστερα προσευχηθούν προς αυτόν τον τόπο, ομολογήσουν το όνομά σου και γυρίσουν από την αμαρτία τους, επειδή τους ταλαιπώρησες, 36τότε άκουσε από τον ουρανό και συγχώρησε την αμαρτία των δούλων σου, του λαού σου του Ισραήλ, διδάσκοντάς τους τον καλό δρόμο που πρέπει να βαδίζουν· και στείλε βροχή στη γη σου, που την έδωσες στον λαό σου ως κληρονομιά.
37Αν πέσει στη γη πείνα, πανούκλα, ανεμοφθορία, ερυσίβη, ακρίδα ή γρύλος· αν ο εχθρός τους πολιορκήσει στις πύλες τους —όποια πληγή ή αρρώστια κι αν έρθει, 38όποια προσευχή ή δέηση κι αν κάνει οποιοσδήποτε απ’ όλον τον λαό σου τον Ισραήλ, καθένας γνωρίζοντας τον πόνο της δικής του καρδιάς κι απλώνοντας τα χέρια του προς αυτόν τον οίκο, 39τότε άκουσε από τον ουρανό, την κατοικία σου, και συγχώρησε και δράσε, και δώσε στον καθένα σύμφωνα μ’ όλους τους δρόμους του, αφού γνωρίζεις την καρδιά του —εσύ μόνο γνωρίζεις κάθε ανθρώπινη καρδιά, 40ώστε να σε σέβονται όσο ζουν πάνω στη γη που έδωσες στους πατέρες μας.
41Ακόμη κι ο ξένος, που δεν ανήκει στον λαό σου τον Ισραήλ αλλά έρχεται από μακρινή χώρα για χάρη του ονόματός σου, 42γιατί θα ακούσουν για το μεγάλο σου όνομα, για το κραταιό σου χέρι και τον απλωμένο σου βραχίονα— όταν έρθει και προσευχηθεί προς αυτόν τον οίκο, 43άκουσε από τον ουρανό, εκεί που κατοικείς, και κάνε όλα όσα σου ζητάει ο ξένος, ώστε όλοι οι λαοί της γης να γνωρίσουν το όνομά σου και να σε σέβονται, όπως ο λαός σου ο Ισραήλ, και να μάθουν ότι αυτός ο οίκος που έχτισα φέρει το όνομά σου.
44Όταν ο λαός σου βγει σε μάχη ενάντια στον εχθρό του, όποιον δρόμο κι αν τους στείλεις, και προσευχηθούν στον Πατέρα μας προς την πόλη που διάλεξες και προς τον οίκο που έχτισα για το όνομά σου, 45τότε άκουσε από τον ουρανό την προσευχή τους και τη δέησή τους, και υπεράσπισε το δίκιο τους.
46Όταν αμαρτήσουν σ’ εσένα —γιατί κανείς δεν είναι αναμάρτητος— κι εσύ θυμώσεις και τους παραδώσεις σ’ έναν εχθρό που τους αιχμαλωτίζει στη γη του εχθρού, μακριά ή κοντά,
47αν όμως το βάλουν στην καρδιά τους στη γη όπου κρατούνται αιχμάλωτοι, κι επιστρέψουν και σε παρακαλέσουν στη γη εκείνων που τους αιχμαλώτισαν, λέγοντας: “Αμαρτήσαμε, φερθήκαμε άδικα, πράξαμε πονηρά”, 48κι αν στη γη εκείνων που τους αιχμαλώτισαν επιστρέψουν σ’ εσένα μ’ όλη τους την καρδιά και μ’ όλη τους την ψυχή, και προσευχηθούν σ’ εσένα προς τη γη τους που έδωσες στους πατέρες τους, προς την πόλη που διάλεξες και προς τον οίκο που έχτισα για το όνομά σου, 49τότε άκουσε από τον ουρανό, την κατοικία σου, την προσευχή τους και τη δέησή τους, και υπεράσπισε το δίκιο τους. 50Συγχώρησε τον λαό σου που αμάρτησε σ’ εσένα, όλα τα αδικήματά τους εναντίον σου, και δώσε τους να βρουν ευσπλαχνία μπροστά σ’ εκείνους που τους αιχμαλώτισαν, ώστε οι αιχμαλωτιστές να τους σπλαχνιστούν, 51γιατί είναι ο λαός σου και η κληρονομιά σου, που τους έβγαλες από την Αίγυπτο, από το σιδερένιο καμίνι. 52Ας είναι τα μάτια σου ανοιχτά στη δέηση του δούλου σου και στη δέηση του λαού σου του Ισραήλ, κι άκουσέ τους όποτε σε επικαλούνται. 53Γιατί τους ξεχώρισες απ’ όλους τους λαούς της γης ως κληρονομιά σου, όπως είπες μέσω του Μωυσή, του δούλου σου, όταν έβγαλες τους πατέρες μας από την Αίγυπτο, Κυρίαρχε Πατέρα».
Ο Σολομώντας ευλογεί τη σύναξη
54Όταν ο Σολομώντας τελείωσε όλη αυτή την προσευχή και δέηση προς τον Πατέρα μας, σηκώθηκε μπροστά από το θυσιαστήριο του Πατέρα μας, όπου ήταν γονατισμένος με τα χέρια απλωμένα προς τον ουρανό. 55Στάθηκε όρθιος κι ευλόγησε όλη τη σύναξη του Ισραήλ με δυνατή φωνή, λέγοντας:
56«Ευλογημένος ας είναι ο Πατέρας μας, που έδωσε ανάπαυση στον λαό του τον Ισραήλ, ακριβώς όπως υποσχέθηκε. Δεν έπεσε κάτω ούτε ένας λόγος απ’ όλα τα καλά που υποσχέθηκε μέσω του δούλου του του Μωυσή. 57Ας είναι ο Πατέρας μας μαζί μας, όπως ήταν με τους πατέρες μας· ας μη μας αφήσει ποτέ ούτε να μας εγκαταλείψει, 58στρέφοντας τις καρδιές μας σ’ αυτόν, για να πορευόμαστε σ’ όλους τους δρόμους του και να τηρούμε τις εντολές του, τα προστάγματά του και τις κρίσεις του, που πρόσταξε στους πατέρες μας. 59Κι ας μένουν αυτά τα λόγια μου, που δεήθηκα μπροστά στον Πατέρα μας, κοντά του μέρα και νύχτα, ώστε να υπερασπίζεται το δίκιο του δούλου του και του λαού του του Ισραήλ, όπως απαιτεί η κάθε μέρα, 60ώστε όλοι οι λαοί της γης να μάθουν ότι ο Πατέρας μας είναι Θεός και δεν υπάρχει άλλος.
61Ας είναι λοιπόν η καρδιά σας ολοκληρωτικά αφοσιωμένη στον Πατέρα μας, για να πορεύεστε στα προστάγματά του και να τηρείτε τις εντολές του, όπως σήμερα».
Ο οίκος αφιερώνεται στον Πατέρα
62Τότε ο βασιλιάς κι όλος ο Ισραήλ μαζί του πρόσφεραν θυσίες μπροστά στον Πατέρα μας. 63Ο Σολομώντας πρόσφερε στον Πατέρα μας ειρηνικές θυσίες από 22.000 βόδια και 120.000 πρόβατα. Έτσι ο βασιλιάς κι όλοι οι Ισραηλίτες αφιέρωσαν τον οίκο του Πατέρα μας. 64Την ίδια μέρα ο βασιλιάς αφιέρωσε το μέσο της αυλής, μπροστά στον οίκο του Πατέρα μας, γιατί εκεί πρόσφερε το ολοκαύτωμα, την προσφορά σιτηρών και το λίπος των ειρηνικών θυσιών, επειδή το χάλκινο θυσιαστήριο μπροστά στον Πατέρα μας ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει το ολοκαύτωμα, την προσφορά σιτηρών και το λίπος των ειρηνικών θυσιών.
65Τότε ο Σολομώντας γιόρτασε τη γιορτή, κι όλος ο Ισραήλ μαζί του —μια τεράστια σύναξη από τη Λεβώ-Αιμάθ ως τον χείμαρρο της Αιγύπτου— μπροστά στον Πατέρα μας εφτά μέρες, κι έπειτα άλλες εφτά: δεκατέσσερις μέρες συνολικά. a a v65 Η Λεβώ-Αιμάθ στον μακρινό βορρά κι ο χείμαρρος της Αιγύπτου στον μακρινό νότο σημάδευαν ολόκληρο το μήκος της γης, κι έτσι ήρθαν άνθρωποι από κάθε γωνιά του Ισραήλ. 66Την όγδοη μέρα έστειλε τον λαό στα σπίτια τους. Ευλόγησαν τον βασιλιά και πήγαν στις σκηνές τους, χαρούμενοι κι ευχαριστημένοι στην καρδιά για όλα τα καλά που ο Πατέρας μας είχε δείξει στον δούλο του τον Δαβίδ και στον λαό του τον Ισραήλ.