Τώρα και σε έντυπη μορφή

Β΄ Σαμουήλ 19 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Ιωάβ αντιμετωπίζει τον βασιλιά που πενθεί

Ο Ιωάβ ελέγχει τον Δαβίδ επειδή ντροπιάζει τους άνδρες που του έσωσαν τη ζωή, θρηνώντας τον γιο που τον κυνηγούσε. Ο βασιλιάς κάθεται στην πύλη, και οι φυλές τον φέρνουν πίσω: ο Σιμεΐ γλιτώνει, η γη του Μεμφιβοσθέ μοιράζεται, ο Βαρζελλαΐ επιστρέφει στο σπίτι του με τιμές. Έπειτα ο Ισραήλ και ο Ιούδας φιλονικούν για τον βασιλιά.

Κεφάλαιο 19.

Έφτασε η είδηση στον Ιωάβ: «Δες, ο βασιλιάς κλαίει και πενθεί για τον Αβεσσαλώμ». Έτσι εκείνη την ημέρα η νίκη έγινε πένθος για όλο τον λαό, επειδή άκουσαν εκείνη την ημέρα: «Ο βασιλιάς θρηνεί για τον γιο του».

Ο λαός μπήκε κρυφά στην πόλη εκείνη την ημέρα, σαν ντροπιασμένοι που ξεγλιστρούν μετά τη φυγή τους από τη μάχη. Ο βασιλιάς σκέπασε το πρόσωπό του, φωνάζοντας δυνατά: «Γιε μου Αβεσσαλώμ! Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου!»

Ο Ιωάβ ήρθε στον βασιλιά και είπε: «Σήμερα ντρόπιασες όλους τους δούλους σου, που σήμερα έσωσαν τη ζωή σου, τις ζωές των γιων σου και των θυγατέρων σου, και τις ζωές των γυναικών σου και των παλλακίδων σου, αγαπώντας αυτούς που σε μισούν και μισώντας αυτούς που σε αγαπούν. Σήμερα έδειξες πως οι αρχηγοί και οι δούλοι δε σημαίνουν τίποτα για σένα. Τώρα ξέρω πως, αν ζούσε ο Αβεσσαλώμ κι είχαμε πεθάνει όλοι εμείς, θα ήσουν ευχαριστημένος. Τώρα σήκω, βγες έξω και μίλησε με καλοσύνη στους δούλους σου. Ορκίζομαι στον Πατέρα μας, αν δε βγεις έξω, δε θα μείνει ούτε ένας άντρας μαζί σου απόψε — κι αυτό θα είναι χειρότερο για σένα απ’ όλες τις συμφορές που έχεις πάθει από τα νιάτα σου».

Ο Δαβίδ επιστρέφει στον λαό του

Έτσι ο βασιλιάς σηκώθηκε και κάθισε στην πύλη. Όταν είπαν στον λαό: «Δες, ο βασιλιάς κάθεται στην πύλη», ήρθαν όλοι μπροστά του. Ο Ισραήλ όμως είχε φύγει, καθένας στο σπίτι του. Σε όλες τις φυλές του Ισραήλ ο λαός φιλονικούσε: «Ο βασιλιάς μάς έσωσε από τους εχθρούς μας, μας γλίτωσε από τους Φιλισταίους, μα τώρα έφυγε από τη χώρα εξαιτίας του Αβεσσαλώμ. Μα ο Αβεσσαλώμ, που τον χρίσαμε για να μας κυβερνά, πέθανε στη μάχη. Γιατί λοιπόν δε λέτε τίποτα για το να φέρουμε πίσω τον βασιλιά;»

Ο βασιλιάς Δαβίδ έστειλε μήνυμα στους ιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ: «Πείτε στους πρεσβυτέρους του Ιούδα: “Γιατί να είστε οι τελευταίοι που θα φέρουν τον βασιλιά πίσω στο σπίτι του, ενώ ο λόγος όλου του Ισραήλ έχει φτάσει στον βασιλιά στο σπίτι του;” Εσείς είστε αδελφοί μου, σάρκα και αίμα μου. Γιατί λοιπόν να είστε οι τελευταίοι που θα φέρουν πίσω τον βασιλιά; Πείτε στον Αμασά: “Δεν είσαι σάρκα και αίμα μου; Ας μου κάνει ο Πατέρας μας αυτό και ακόμη περισσότερα, αν δε γίνεις ο μόνιμος αρχηγός του στρατού μου στη θέση του Ιωάβ”». Ο Δαβίδ κέρδισε την καρδιά όλων των αντρών του Ιούδα σαν να ήταν ένας άνθρωπος, κι έστειλαν μήνυμα στον βασιλιά: «Γύρισε, εσύ και όλοι οι δούλοι σου».

Ο βασιλιάς γύρισε κι έφτασε στον Ιορδάνη· ο Ιούδας ήρθε στα Γάλγαλα για να προϋπαντήσει τον βασιλιά και να τον περάσει απέναντι από τον Ιορδάνη.

Ο Δαβίδ δείχνει έλεος στον Σιμεΐ

Ο Σιμεΐ, ο γιος του Γηρά, ο Βενιαμίτης από τη Βαουρίμ, έσπευσε να κατέβει με τους άντρες του Ιούδα για να προϋπαντήσει τον βασιλιά Δαβίδ. Μαζί του ήταν 1.000 Βενιαμίτες, και ο Σιβά, ο δούλος του σπιτιού του Σαούλ, με τους δεκαπέντε γιους του και τους είκοσι δούλους του. Έσπευσαν στον Ιορδάνη πριν από τον βασιλιά, και πέρασαν το πέρασμα για να φέρουν απέναντι την οικογένεια του βασιλιά και να κάνουν ό,τι τον ευχαριστούσε. Ο Σιμεΐ, ο γιος του Γηρά, έπεσε μπροστά στον βασιλιά, καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να περάσει τον Ιορδάνη, και είπε: «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, μη μου το κρατήσεις αυτό, και μη θυμάσαι το κακό που έκανε ο δούλος σου την ημέρα που ο κύριός μου ο βασιλιάς έφυγε από την Ιερουσαλήμ. Σε παρακαλώ, κύριέ μου βασιλιά, μην το βάλεις στην καρδιά σου. Ο δούλος σου ξέρει πως αμάρτησα. Γι’ αυτό σήμερα ήρθα πρώτος απ’ όλο το σπίτι του Ιωσήφ για να προϋπαντήσω τον κύριό μου τον βασιλιά». a a v20 Το «σπίτι του Ιωσήφ» αναφέρεται στις βόρειες φυλές του Ισραήλ, που κατάγονταν από τους γιους του Ιωσήφ, τον Εφραΐμ και τον Μανασσή.

Τότε ο Αβισαΐ, ο γιος της Σερουΐα, είπε: «Δεν πρέπει να θανατωθεί ο Σιμεΐ, επειδή καταράστηκε τον χρισμένο του Πατέρα μας;»

Ο Δαβίδ είπε: «Γιατί ανακατεύεστε μαζί μου, γιοι της Σερουΐα; Γιατί να γίνετε σήμερα εχθροί μου; Πρέπει να θανατωθεί κάποιος σήμερα στον Ισραήλ; Δεν ξέρω πως σήμερα είμαι βασιλιάς πάνω στον Ισραήλ;» Ο βασιλιάς είπε στον Σιμεΐ: «Δε θα πεθάνεις», και ο βασιλιάς τού το ορκίστηκε.

Ο Μεμφιβοσθέ, ο εγγονός του Σαούλ, κατέβηκε να προϋπαντήσει τον βασιλιά. Δεν είχε περιποιηθεί τα πόδια του, ούτε είχε κόψει τη γενειάδα του, ούτε είχε πλύνει τα ρούχα του από την ημέρα που έφυγε ο βασιλιάς μέχρι που γύρισε σώος. Όταν έφτασε στην Ιερουσαλήμ για να προϋπαντήσει τον βασιλιά, ο βασιλιάς τον ρώτησε: «Γιατί δεν ήρθες μαζί μου, Μεμφιβοσθέ;»

Εκείνος είπε: «Κύριέ μου βασιλιά, ο δούλος μου με ξεγέλασε. Ο δούλος σου είπε: “Θα σελώσω το γαϊδούρι μου και θα πάω καβάλα με τον βασιλιά”, γιατί ο δούλος σου είναι κουτσός. Συκοφάντησε τον δούλο σου στον κύριό μου τον βασιλιά. Μα ο κύριός μου ο βασιλιάς είναι σαν τον άγγελο του Πατέρα μας· κάνε ό,τι σου φαίνεται σωστό. Όλο το σπίτι του πατέρα μου δεν άξιζε παρά μόνο θάνατο από τον κύριό μου τον βασιλιά, κι όμως έβαλες τον δούλο σου ανάμεσα σ’ αυτούς που τρώνε στο τραπέζι σου. Τι δικαίωμα έχω να καταφύγω ξανά στον βασιλιά;»

Ο βασιλιάς είπε: «Γιατί να λες περισσότερα για τις υποθέσεις σου; Αποφάσισα: εσύ και ο Σιβά θα μοιραστείτε τη γη».

Ο Μεμφιβοσθέ είπε στον βασιλιά: «Ας τα πάρει όλα, τώρα που ο κύριός μου ο βασιλιάς γύρισε σπίτι του σώος».

Ο Βαρζελλαΐ ο Γαλααδίτης κατέβηκε από τη Ρωγελίμ και πέρασε τον Ιορδάνη μαζί με τον βασιλιά, για να τον ξεπροβοδίσει. Ο Βαρζελλαΐ, πολύ γέρος στα ογδόντα του, είχε θρέψει τον βασιλιά κατά τη διαμονή του στη Μαχαναΐμ, γιατί ήταν πολύ πλούσιος άνθρωπος. Ο βασιλιάς είπε στον Βαρζελλαΐ: «Πέρασε απέναντι μαζί μου, και θα σε φροντίζω δίπλα μου στην Ιερουσαλήμ».

Ο Βαρζελλαΐ είπε στον βασιλιά: «Πόσα χρόνια μου μένουν ακόμη, για να ανέβω με τον βασιλιά στην Ιερουσαλήμ; Είμαι ογδόντα χρονών σήμερα. Μπορώ να ξεχωρίσω το καλό από το κακό; Μπορεί ο δούλος σου να γευτεί αυτά που τρώει ή πίνει; Μπορώ ακόμη να ακούσω άντρες και γυναίκες που τραγουδούν; Γιατί να γίνει ο δούλος σου ακόμη περισσότερο βάρος στον κύριό μου τον βασιλιά; Ο δούλος σου θα περάσει τον Ιορδάνη με τον βασιλιά για λίγο δρόμο. Γιατί να με ανταμείψει ο βασιλιάς με τέτοια ανταμοιβή; Σε παρακαλώ, άσε τον δούλο σου να γυρίσει για να πεθάνει στη δική μου πόλη, κοντά στον τάφο του πατέρα μου και της μητέρας μου. Μα να, ο δούλος σου ο Χιμάμ είναι εδώ· ας περάσει αυτός απέναντι με τον κύριό μου τον βασιλιά, και κάνε γι’ αυτόν ό,τι σου φαίνεται σωστό».

Ο βασιλιάς είπε: «Ο Χιμάμ θα περάσει μαζί μου, και θα κάνω γι’ αυτόν ό,τι σε ευχαριστεί, και ό,τι μου ζητήσεις θα το κάνω για σένα».

Όλος ο λαός πέρασε τον Ιορδάνη, και ο βασιλιάς πέρασε. Ο βασιλιάς φίλησε τον Βαρζελλαΐ και τον ευλόγησε, και ο Βαρζελλαΐ γύρισε στο σπίτι του. Ο βασιλιάς πέρασε στα Γάλγαλα, και ο Χιμάμ μαζί του. Όλος ο λαός του Ιούδα, και ο μισός του Ισραήλ, συνόδεψαν τον βασιλιά.

Τότε όλοι οι άντρες του Ισραήλ ήρθαν στον βασιλιά και ρώτησαν: «Γιατί οι αδελφοί μας, οι άντρες του Ιούδα, σε έκλεψαν και πέρασαν τον βασιλιά και την οικογένειά του απέναντι από τον Ιορδάνη, μαζί με όλους τους άντρες του Δαβίδ;»

Όλοι οι άντρες του Ιούδα απάντησαν στους άντρες του Ισραήλ: «Ο βασιλιάς είναι στενός συγγενής μας. Γιατί θυμώνετε γι’ αυτό; Μήπως φάγαμε καθόλου από το φαγητό του βασιλιά, ή μήπως μας έδωσε κανένα δώρο;»

Οι άντρες του Ισραήλ απάντησαν στους άντρες του Ιούδα: «Εμείς έχουμε δέκα μερίδια στον βασιλιά, και μεγαλύτερη αξίωση πάνω στον Δαβίδ από σας. Γιατί λοιπόν μας περιφρονήσατε; Δεν ήμασταν εμείς οι πρώτοι που μιλήσαμε για το να φέρουμε πίσω τον βασιλιά μας;» Μα τα λόγια του Ιούδα ήταν πιο σκληρά από τα λόγια του Ισραήλ.