Η γυναίκα που έφεραν στον Ιησού
Οι κατήγοροι μιας γυναίκας που πιάστηκε να μοιχεύει αφήνουν τις πέτρες τους ένας ένας, και ο Ιησούς δεν την καταδικάζει. Έπειτα η διαμάχη γίνεται σκληρή: εκείνος λέει όσα είδε κοντά στον Πατέρα του, εκείνοι επικαλούνται τον Αβραάμ, και το «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ» του τους κάνει να αρπάξουν πέτρες.
8 1Ο Ιησούς όμως πήγε στο Όρος των Ελαιών.
2Τα ξημερώματα ήρθε πάλι στον ναό· όλος ο λαός ήρθε κοντά του, κι εκείνος κάθισε και τους δίδασκε. 3Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι έφεραν μια γυναίκα που είχε πιαστεί να μοιχεύει και την έστησαν στη μέση. 4Του είπαν: «Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα πιάστηκε τη στιγμή που μοίχευε. 5Στον Νόμο ο Μωυσής μάς πρόσταξε να λιθοβολούμε τέτοιες γυναίκες. Εσύ τι λες; 6Αυτά τα έλεγαν για να τον δοκιμάσουν, ψάχνοντας αφορμή να τον κατηγορήσουν. Ο Ιησούς όμως έσκυψε και έγραφε στο χώμα με το δάχτυλό του».
7Καθώς συνέχιζαν να τον ρωτούν, σηκώθηκε και τους είπε: «Όποιος από σας δεν έχει αμαρτία, ας της ρίξει πρώτος την πέτρα».
8Κι έσκυψε πάλι και έγραφε στο χώμα.
9Όταν το άκουσαν, άρχισαν να φεύγουν ένας ένας, αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους, ώσπου ο Ιησούς έμεινε μόνος με τη γυναίκα να στέκεται εκεί.
10Σηκώθηκε ο Ιησούς και της είπε: «Γυναίκα, πού είναι; Κανείς δεν σε καταδίκασε;»
11Εκείνη είπε: «Κανείς, Κύριε». Ο Ιησούς είπε: «Ούτε εγώ σε καταδικάζω. Πήγαινε, κι από τώρα μην αμαρτάνεις πια».
Εγώ είμαι το φως του κόσμου
12Ο Ιησούς τους μίλησε πάλι: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος με ακολουθεί δεν θα περπατήσει ποτέ στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής».
13Του είπαν τότε οι Φαρισαίοι: «Εσύ δίνεις μαρτυρία για τον εαυτό σου· η μαρτυρία σου δεν είναι αληθινή».
14Ο Ιησούς απάντησε: «Κι αν ακόμα δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου είναι αληθινή, γιατί ξέρω από πού ήρθα και πού πηγαίνω· εσείς όμως δεν ξέρετε από πού έρχομαι ή πού πηγαίνω. 15Εσείς κρίνετε σύμφωνα με τη σάρκα· εγώ δεν κρίνω κανέναν. 16Κι αν ακόμα κρίνω, η κρίση μου είναι αληθινή, γιατί δεν κρίνω μόνος, αλλά εγώ κι ο Πατέρας που με έστειλε. 17Στον δικό σας Νόμο είναι γραμμένο ότι η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθινή. 18Εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, κι ο Πατέρας που με έστειλε δίνει μαρτυρία για μένα».
19Τον ρώτησαν: «Πού είναι ο Πατέρας σου;» Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε εμένα ξέρετε ούτε τον Πατέρα μου. Αν ήξερατε εμένα, θα ξέρατε και τον Πατέρα μου».
20Αυτά τα είπε καθώς δίδασκε στον ναό, στο θησαυροφυλάκιο· κανείς δεν τον έπιασε, γιατί δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του.
21Τους είπε λοιπόν πάλι: «Εγώ φεύγω. Θα με αναζητήσετε και θα πεθάνετε μέσα στην αμαρτία σας. Εκεί που πηγαίνω εσείς δεν μπορείτε να έρθετε».
Από κάτω, από πάνω
22Έλεγαν τότε οι Ιουδαίοι: «Μήπως θα σκοτώσει τον εαυτό του, αφού λέει “Εκεί που πηγαίνω εσείς δεν μπορείτε να έρθετε”;»
23Εκείνος τους είπε: «Εσείς είστε από κάτω· εγώ είμαι από πάνω. Εσείς είστε απ’ αυτόν τον κόσμο· εγώ δεν είμαι απ’ αυτόν τον κόσμο. 24Σας είπα ότι θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας· γιατί αν δεν πιστέψετε ότι ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας». a a v24 Ο Ιησούς διεκδικεί το θείο όνομα. Το «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ» είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Πατέρας μας φανέρωσε τον εαυτό του στον Μωυσή στη φλεγόμενη βάτο (Έξοδος 3:14). Το πλήθος κατάλαβε αυτή τη διεκδίκηση αργότερα σ’ αυτό το κεφάλαιο και προσπάθησε να τον λιθοβολήσει για βλασφημία (εδ. 59).
25Του είπαν λοιπόν: «Ποιος είσαι λοιπόν εσύ;» Ο Ιησούς τους είπε: «Ακριβώς αυτό που σας έλεγα από την αρχή.
26Έχω πολλά να πω και να κρίνω για σας, αλλά Εκείνος που με έστειλε είναι αληθινός· κι αυτά που άκουσα από αυτόν, αυτά λέω στον κόσμο».
27Δεν κατάλαβαν ότι τους μιλούσε για τον Πατέρα.
28Ο Ιησούς λοιπόν τους είπε: «Όταν υψώσετε τον Υιό του Ανθρώπου, τότε θα μάθετε ότι ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ, κι ότι δεν κάνω τίποτε από μόνος μου, αλλά λέω αυτά όπως με δίδαξε ο Πατέρας. 29Εκείνος που με έστειλε είναι μαζί μου· δεν με άφησε μόνο, γιατί κάνω πάντα αυτά που του αρέσουν».
Μείνετε στον λόγο μου
30Καθώς έλεγε αυτά, πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν.
31Είπε τότε ο Ιησούς στους Ιουδαίους που τον είχαν πιστέψει: «Αν μείνετε στον λόγο μου, είστε αληθινά μαθητές μου, 32και θα γνωρίσετε την αλήθεια, κι η αλήθεια θα σας ελευθερώσει».
33Του απάντησαν: «Εμείς είμαστε απόγονοι του Αβραάμ και ποτέ δεν γίναμε δούλοι σε κανέναν. Πώς λες εσύ “Θα γίνετε ελεύθεροι”;»
34Ο Ιησούς τους απάντησε: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω: όποιος συνεχίζει να αμαρτάνει είναι δούλος της αμαρτίας. 35Ο δούλος δεν μένει στο σπίτι για πάντα· ο γιος μένει για πάντα. 36Αν λοιπόν ο Υιός σας ελευθερώσει, θα είστε πραγματικά ελεύθεροι. 37Ξέρω ότι είστε απόγονοι του Αβραάμ· όμως ζητάτε να με σκοτώσετε, γιατί ο λόγος μου δεν βρίσκει χώρο μέσα σας. 38Εγώ λέω αυτά που είδα κοντά στον Πατέρα μου, κι εσείς κάνετε αυτά που ακούσατε από τον πατέρα σας».
39Του απάντησαν: «Ο Αβραάμ είναι ο πατέρας μας». Ο Ιησούς είπε: «Αν ήσασταν παιδιά του Αβραάμ, θα κάνατε τα έργα που έκανε ο Αβραάμ, 40τώρα όμως θέλετε να με σκοτώσετε, εμένα, έναν άνθρωπο που σας είπε την αλήθεια που άκουσα από τον Πατέρα μου. Αυτό ο Αβραάμ δεν το έκανε. 41Εσείς κάνετε τα έργα του πατέρα σας». Του είπαν: «Εμείς δεν γεννηθήκαμε από πορνεία. Έναν Πατέρα έχουμε, τον ίδιο τον Θεό».
42Ο Ιησούς τους είπε: «Αν ο Θεός ήταν ο Πατέρας σας, θα με αγαπούσατε, γιατί εγώ από τον Θεό βγήκα κι ήρθα εδώ. Δεν ήρθα από μόνος μου, αλλά εκείνος με έστειλε. 43Γιατί δεν καταλαβαίνετε αυτά που λέω; Επειδή δεν αντέχετε να ακούτε τον λόγο μου. 44Εσείς ανήκετε στον πατέρα σας, τον διάβολο, και θέλετε να εκτελείτε τις επιθυμίες του. Εκείνος ήταν φονιάς από την αρχή και δεν στάθηκε στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει αλήθεια μέσα του. Όταν λέει ψέματα, μιλάει από τη δική του φύση, γιατί είναι ψεύτης κι ο πατέρας του ψέματος. b b v44 Ο Ιησούς ξεσκεπάζει ονομαστικά το θεμελιώδες ψέμα της Εδέμ. Το φίδι που είπε στην Εύα ότι ο Πατέρας μας της στερούσε το καλό — το φίδι που είχε απορρίψει τον ίδιο τον Πατέρα — είναι ο αρχικός ψεύτης, ο πατέρας κάθε ψέματος που παρουσιάζει τον Πατέρα μας μακρινό. Όσοι απορρίπτουν τον Υιό έχουν αυτόν τον πατέρα, όχι τον Αβραάμ, όχι τον Θεό. 45Εμένα όμως, επειδή λέω την αλήθεια, δεν με πιστεύετε. 46Ποιος από σας μπορεί να με ελέγξει για αμαρτία; Αν λέω την αλήθεια, γιατί δεν με πιστεύετε; 47Όποιος είναι από τον Πατέρα μας ακούει τα λόγια του· εσείς δεν ακούτε, επειδή δεν είστε από τον Πατέρα μας».
48Οι Ιουδαίοι απάντησαν: «Δεν έχουμε δίκιο που λέμε ότι είσαι Σαμαρείτης κι έχεις δαιμόνιο;»
49Ο Ιησούς απάντησε: «Εγώ δεν έχω δαιμόνιο, αλλά τιμώ τον Πατέρα μου, κι εσείς με ατιμάζετε. 50Εγώ όμως δεν ζητώ τη δική μου δόξα· ο Πατέρας μας τη ζητάει, κι αυτός κρίνει. 51Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν κάποιος τηρήσει τον λόγο μου, δεν θα δει ποτέ τον θάνατο».
52Του είπαν οι Ιουδαίοι: «Τώρα καταλάβαμε ότι έχεις δαιμόνιο. Ο Αβραάμ πέθανε, το ίδιο κι οι προφήτες, κι εσύ λες “Όποιος τηρήσει τον λόγο μου δεν θα γευτεί ποτέ τον θάνατο”. 53Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ, που πέθανε; Κι οι προφήτες πέθαναν! Ποιον ισχυρίζεσαι ότι είσαι;»
54Ο Ιησούς απάντησε: «Αν δοξάσω τον εαυτό μου, η δόξα μου δεν είναι τίποτε. Ο Πατέρας μου είναι που με δοξάζει, αυτός για τον οποίο λέτε “Είναι ο Θεός μας”. 55Εσείς δεν τον ξέρετε, εγώ όμως τον ξέρω. Αν έλεγα ότι δεν τον ξέρω, θα ήμουν ψεύτης σαν κι εσάς. Αλλά τον ξέρω και τηρώ τον λόγο του. 56Ο πατέρας σας ο Αβραάμ αγαλλίασε που θα έβλεπε τη δική μου μέρα. Την είδε και χάρηκε».
57Του είπαν λοιπόν οι Ιουδαίοι: «Δεν είσαι ακόμα πενήντα χρονών, κι έχεις δει τον Αβραάμ;»
58Ο Ιησούς τους είπε: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, πριν να υπάρξει ο Αβραάμ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ». c c v58 Το «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ» αντηχεί το όνομα του Θεού στον Μωυσή (Έξοδος 3:14) — μια διεκδίκηση ότι είναι ο Θεός, γι’ αυτό κι έπιασαν πέτρες.
59Άρπαξαν τότε πέτρες για να τον χτυπήσουν, ο Ιησούς όμως κρύφτηκε κι έφυγε από τον ναό.