Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Μάρκον 6 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Τον απορρίπτουν στην πατρίδα του

Η πατρίδα του σκανδαλίζεται, κι έτσι κάνει λίγα εκεί. Στέλνει τους Δώδεκα χωρίς να παίρνουν τίποτα μαζί τους. Ο Ηρώδης, παγιδευμένος από έναν όρκο σε ένα συμπόσιο, αποκεφαλίζει τον Ιωάννη. Ο Ιησούς τρέφει πέντε χιλιάδες και περπατά πάνω στη θάλασσα, και οι μαθητές του ακόμη δεν καταλαβαίνουν.

Κεφάλαιο 6.

Έφυγε από εκεί και ήρθε στην πατρίδα του, και οι μαθητές του τον ακολούθησαν. Το Σάββατο άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή. Πολλοί που τον άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι: «Από πού τα έμαθε αυτά; Τι σοφία είναι αυτή που του δόθηκε; Πώς γίνονται τέτοια θαύματα από τα χέρια του; Δεν είναι αυτός ο ξυλουργός, ο γιος της Μαρίας, ο αδερφός του Ιακώβου, του Ιωσή, του Ιούδα και του Σίμωνα; Δεν είναι εδώ μαζί μας οι αδερφές του;» Και σκανδαλίζονταν μαζί του.

Ο Ιησούς τους είπε: «Ένας προφήτης δεν τιμάται παρά μόνο στην πατρίδα του, ανάμεσα στους συγγενείς του και στο σπίτι του».

Εκεί δεν μπόρεσε να κάνει κανένα θαύμα, παρά μόνο έβαλε τα χέρια του σε λίγους αρρώστους και τους γιάτρεψε. Και θαύμασε για την απιστία τους. Έπειτα περιόδευε στα γύρω χωριά διδάσκοντας.

Ο Ιησούς στέλνει τους δώδεκα

Κάλεσε τους δώδεκα και άρχισε να τους στέλνει δύο δύο, δίνοντάς τους εξουσία πάνω στα ακάθαρτα πνεύματα. Τους παρήγγειλε να μην παίρνουν τίποτε για το δρόμο παρά μόνο ένα ραβδί· ούτε ψωμί ούτε σακίδιο ούτε χρήματα στη ζώνη τους, αλλά να φορούν σανδάλια και να μη βάζουν δύο χιτώνες.

Και τους έλεγε: «Όπου μπείτε σε ένα σπίτι, να μένετε εκεί ώσπου να φύγετε από τον τόπο εκείνο. Κι όποιος τόπος δε σας δεχτεί ούτε σας ακούσει, φεύγοντας από εκεί, τινάξτε τη σκόνη από τα πόδια σας για μαρτυρία εναντίον τους». a a v11 Το τίναγμα της σκόνης από τα πόδια ήταν μια γνωστή χειρονομία αποχωρισμού — ένα επίσημο σημάδι ότι μια πόλη είχε απορρίψει το μήνυμα και πλέον έφερε τη δική της ευθύνη.

Έτσι ξεκίνησαν και κήρυτταν να μετανοούν οι άνθρωποι. Έβγαζαν πολλά δαιμόνια, άλειφαν με λάδι πολλούς αρρώστους και τους γιάτρευαν.

Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή

Ο βασιλιάς Ηρώδης άκουσε γι’ αυτά, γιατί το όνομα του Ιησού είχε γίνει γνωστό. Μερικοί έλεγαν: «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς· γι’ αυτό ενεργούν μέσα του αυτές οι θαυματουργικές δυνάμεις». Άλλοι όμως έλεγαν: «Είναι ο Ηλίας». Κι άλλοι έλεγαν: «Είναι προφήτης, σαν έναν από τους παλιούς προφήτες». Όταν όμως το άκουσε ο Ηρώδης, είπε: «Ο Ιωάννης, που εγώ τον αποκεφάλισα, αναστήθηκε». Ο ίδιος ο Ηρώδης είχε στείλει και είχε συλλάβει τον Ιωάννη και τον είχε δέσει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του αδερφού του Φιλίππου, την οποία είχε παντρευτεί. Γιατί ο Ιωάννης έλεγε στον Ηρώδη: «Δε σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδερφού σου». Η Ηρωδιάδα κρατούσε κακία εναντίον του και ήθελε να τον σκοτώσει, όμως δεν μπορούσε, γιατί ο Ηρώδης φοβόταν τον Ιωάννη, ξέροντας ότι ήταν άνθρωπος δίκαιος και άγιος, και τον προστάτευε. Όταν τον άκουγε, ένιωθε βαθιά αμηχανία, κι όμως τον άκουγε με ευχαρίστηση.

Ήρθε όμως μια κατάλληλη μέρα, όταν ο Ηρώδης στα γενέθλιά του παρέθεσε συμπόσιο στους αξιωματούχους του, στους στρατιωτικούς διοικητές και στους πρώτους της Γαλιλαίας. Όταν μπήκε η κόρη της Ηρωδιάδας και χόρεψε, ενθουσίασε τον Ηρώδη και τους καλεσμένους του. Είπε τότε ο βασιλιάς στο κορίτσι: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, και θα σου το δώσω». Και της ορκίστηκε: «Ό,τι μου ζητήσεις, θα σου το δώσω, ως και το μισό μου βασίλειο».

Εκείνη βγήκε και είπε στη μητέρα της: «Τι να ζητήσω;» Κι εκείνη είπε: «Το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».

Μπήκε αμέσως, βιαστικά, στον βασιλιά και ζήτησε: «Θέλω να μου δώσεις αυτή τη στιγμή σε ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».

Ο βασιλιάς λυπήθηκε βαθιά, όμως δεν ήθελε να της αρνηθεί, εξαιτίας των όρκων του και των καλεσμένων του. Αμέσως ο βασιλιάς έστειλε έναν δήμιο και διέταξε να φέρουν το κεφάλι του Ιωάννη. Εκείνος πήγε και τον αποκεφάλισε στη φυλακή, και έφερε το κεφάλι του σε ένα πιάτο, το έδωσε στο κορίτσι, και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα της.

Όταν το άκουσαν οι μαθητές του Ιωάννη, ήρθαν, πήραν το σώμα του και το έβαλαν σε μνήμα.

Ο Ιησούς χορταίνει πέντε χιλιάδες

Οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιησού και του ανέφεραν όλα όσα είχαν κάνει και όσα είχαν διδάξει.

Εκείνος τους είπε: «Ελάτε μόνοι σας σε έναν ήσυχο τόπο και ξεκουραστείτε λίγο». Γιατί ήταν πολλοί που πηγαινοέρχονταν, και δεν προλάβαιναν ούτε να φάνε.

Έφυγαν λοιπόν με το πλοιάριο για έναν ερημικό τόπο, μόνοι τους. Πολλοί όμως τους είδαν να φεύγουν και τους αναγνώρισαν· έτρεξαν εκεί με τα πόδια από όλες τις πόλεις και έφτασαν πριν απ’ αυτούς. Βγαίνοντας στη στεριά, ο Ιησούς είδε ένα μεγάλο πλήθος και τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν σαν πρόβατα που δεν έχουν βοσκό, και άρχισε να τους διδάσκει πολλά. Όταν πια είχε περάσει η ώρα, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα πια περασμένη. Διώξε τους να πάνε στα γύρω αγροκτήματα και χωριά για ν’ αγοράσουν κάτι να φάνε».

Εκείνος τους αποκρίθηκε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Του είπαν: «Να πάμε ν’ αγοράσουμε ψωμί διακοσίων δηναρίων και να τους δώσουμε να φάνε;»

Εκείνος τους ρώτησε: «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε να δείτε». Όταν το έμαθαν, του είπαν: «Πέντε, και δύο ψάρια».

Τότε τους παράγγειλε να τους βάλουν όλους να καθίσουν σε ομάδες πάνω στο χλωρό χορτάρι. Κάθισαν λοιπόν σε ομάδες, ανά εκατό και ανά πενήντα. Πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε ευχαριστήρια προσευχή κι έκοψε τα ψωμιά· τα έδινε στους μαθητές του για να τα βάζουν μπροστά στον κόσμο, και τα δύο ψάρια τα μοίρασε σε όλους. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα κομμάτια και ψάρια. Εκείνοι που έφαγαν τα ψωμιά ήταν πέντε χιλιάδες άντρες.

Ο Ιησούς περπατάει πάνω στα νερά

Αμέσως ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοιάριο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην απέναντι όχθη, προς τη Βηθσαϊδά, ενώ εκείνος θα έδιωχνε το πλήθος. Κι αφού τους αποχαιρέτησε, ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί.

Όταν βράδιασε, το πλοιάριο ήταν στη μέση της θάλασσας, κι εκείνος ήταν μόνος στη στεριά. Τους είδε να ταλαιπωρούνται καθώς κωπηλατούσαν, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα ήρθε κοντά τους περπατώντας πάνω στη θάλασσα, και ήθελε να τους προσπεράσει. Εκείνοι όμως, βλέποντάς τον να περπατάει πάνω στη θάλασσα, νόμισαν πως ήταν φάντασμα και έβαλαν φωνές,

γιατί όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Εκείνος όμως αμέσως τους μίλησε και τους είπε: «Θάρρος! Εγώ είμαι· μη φοβάστε».

Ανέβηκε τότε κοντά τους στο πλοιάριο, κι ο άνεμος κόπασε. Κι έμειναν εντελώς κατάπληκτοι μέσα τους, γιατί δεν είχαν καταλάβει το θαύμα με τα ψωμιά, αλλά η καρδιά τους ήταν σκληρυμμένη.

Όταν διέσχισαν τη λίμνη, ήρθαν στη γη Γεννησαρέτ κι έδεσαν στην ακτή. Μόλις βγήκαν από το πλοιάριο, ο κόσμος αμέσως τον αναγνώρισε. Έτρεξαν σε όλη εκείνη την περιοχή κι άρχισαν να φέρνουν τους αρρώστους πάνω σε φορεία, όπου άκουγαν ότι βρισκόταν. Κι όπου κι αν πήγαινε — σε χωριά, σε πόλεις ή σε αγρούς — έβαζαν τους αρρώστους στις πλατείες και τον παρακαλούσαν να τους αφήσει ν’ αγγίξουν έστω την άκρη του ρούχου του. Κι όσοι τον άγγιζαν γιατρεύονταν.