Τον απορρίπτουν στην πατρίδα του
Η πατρίδα του σκανδαλίζεται, κι έτσι κάνει λίγα εκεί. Στέλνει τους Δώδεκα χωρίς να παίρνουν τίποτα μαζί τους. Ο Ηρώδης, παγιδευμένος από έναν όρκο σε ένα συμπόσιο, αποκεφαλίζει τον Ιωάννη. Ο Ιησούς τρέφει πέντε χιλιάδες και περπατά πάνω στη θάλασσα, και οι μαθητές του ακόμη δεν καταλαβαίνουν.
6 1Έφυγε από εκεί και ήρθε στην πατρίδα του, και οι μαθητές του τον ακολούθησαν. 2Το Σάββατο άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή. Πολλοί που τον άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι: «Από πού τα έμαθε αυτά; Τι σοφία είναι αυτή που του δόθηκε; Πώς γίνονται τέτοια θαύματα από τα χέρια του; 3Δεν είναι αυτός ο ξυλουργός, ο γιος της Μαρίας, ο αδερφός του Ιακώβου, του Ιωσή, του Ιούδα και του Σίμωνα; Δεν είναι εδώ μαζί μας οι αδερφές του;» Και σκανδαλίζονταν μαζί του.
4Ο Ιησούς τους είπε: «Ένας προφήτης δεν τιμάται παρά μόνο στην πατρίδα του, ανάμεσα στους συγγενείς του και στο σπίτι του».
5Εκεί δεν μπόρεσε να κάνει κανένα θαύμα, παρά μόνο έβαλε τα χέρια του σε λίγους αρρώστους και τους γιάτρεψε. 6Και θαύμασε για την απιστία τους. Έπειτα περιόδευε στα γύρω χωριά διδάσκοντας.
Ο Ιησούς στέλνει τους δώδεκα
7Κάλεσε τους δώδεκα και άρχισε να τους στέλνει δύο δύο, δίνοντάς τους εξουσία πάνω στα ακάθαρτα πνεύματα. 8Τους παρήγγειλε να μην παίρνουν τίποτε για το δρόμο παρά μόνο ένα ραβδί· ούτε ψωμί ούτε σακίδιο ούτε χρήματα στη ζώνη τους, 9αλλά να φορούν σανδάλια και να μη βάζουν δύο χιτώνες.
10Και τους έλεγε: «Όπου μπείτε σε ένα σπίτι, να μένετε εκεί ώσπου να φύγετε από τον τόπο εκείνο. 11Κι όποιος τόπος δε σας δεχτεί ούτε σας ακούσει, φεύγοντας από εκεί, τινάξτε τη σκόνη από τα πόδια σας για μαρτυρία εναντίον τους». a a v11 Το τίναγμα της σκόνης από τα πόδια ήταν μια γνωστή χειρονομία αποχωρισμού — ένα επίσημο σημάδι ότι μια πόλη είχε απορρίψει το μήνυμα και πλέον έφερε τη δική της ευθύνη.
12Έτσι ξεκίνησαν και κήρυτταν να μετανοούν οι άνθρωποι. 13Έβγαζαν πολλά δαιμόνια, άλειφαν με λάδι πολλούς αρρώστους και τους γιάτρευαν.
Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή
14Ο βασιλιάς Ηρώδης άκουσε γι’ αυτά, γιατί το όνομα του Ιησού είχε γίνει γνωστό. Μερικοί έλεγαν: «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς· γι’ αυτό ενεργούν μέσα του αυτές οι θαυματουργικές δυνάμεις». 15Άλλοι όμως έλεγαν: «Είναι ο Ηλίας». Κι άλλοι έλεγαν: «Είναι προφήτης, σαν έναν από τους παλιούς προφήτες». 16Όταν όμως το άκουσε ο Ηρώδης, είπε: «Ο Ιωάννης, που εγώ τον αποκεφάλισα, αναστήθηκε». 17Ο ίδιος ο Ηρώδης είχε στείλει και είχε συλλάβει τον Ιωάννη και τον είχε δέσει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του αδερφού του Φιλίππου, την οποία είχε παντρευτεί. 18Γιατί ο Ιωάννης έλεγε στον Ηρώδη: «Δε σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδερφού σου». 19Η Ηρωδιάδα κρατούσε κακία εναντίον του και ήθελε να τον σκοτώσει, όμως δεν μπορούσε, 20γιατί ο Ηρώδης φοβόταν τον Ιωάννη, ξέροντας ότι ήταν άνθρωπος δίκαιος και άγιος, και τον προστάτευε. Όταν τον άκουγε, ένιωθε βαθιά αμηχανία, κι όμως τον άκουγε με ευχαρίστηση.
21Ήρθε όμως μια κατάλληλη μέρα, όταν ο Ηρώδης στα γενέθλιά του παρέθεσε συμπόσιο στους αξιωματούχους του, στους στρατιωτικούς διοικητές και στους πρώτους της Γαλιλαίας. 22Όταν μπήκε η κόρη της Ηρωδιάδας και χόρεψε, ενθουσίασε τον Ηρώδη και τους καλεσμένους του. Είπε τότε ο βασιλιάς στο κορίτσι: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, και θα σου το δώσω». 23Και της ορκίστηκε: «Ό,τι μου ζητήσεις, θα σου το δώσω, ως και το μισό μου βασίλειο».
24Εκείνη βγήκε και είπε στη μητέρα της: «Τι να ζητήσω;» Κι εκείνη είπε: «Το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».
25Μπήκε αμέσως, βιαστικά, στον βασιλιά και ζήτησε: «Θέλω να μου δώσεις αυτή τη στιγμή σε ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».
26Ο βασιλιάς λυπήθηκε βαθιά, όμως δεν ήθελε να της αρνηθεί, εξαιτίας των όρκων του και των καλεσμένων του. 27Αμέσως ο βασιλιάς έστειλε έναν δήμιο και διέταξε να φέρουν το κεφάλι του Ιωάννη. Εκείνος πήγε και τον αποκεφάλισε στη φυλακή, 28και έφερε το κεφάλι του σε ένα πιάτο, το έδωσε στο κορίτσι, και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα της.
29Όταν το άκουσαν οι μαθητές του Ιωάννη, ήρθαν, πήραν το σώμα του και το έβαλαν σε μνήμα.
Ο Ιησούς χορταίνει πέντε χιλιάδες
30Οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιησού και του ανέφεραν όλα όσα είχαν κάνει και όσα είχαν διδάξει.
31Εκείνος τους είπε: «Ελάτε μόνοι σας σε έναν ήσυχο τόπο και ξεκουραστείτε λίγο». Γιατί ήταν πολλοί που πηγαινοέρχονταν, και δεν προλάβαιναν ούτε να φάνε.
32Έφυγαν λοιπόν με το πλοιάριο για έναν ερημικό τόπο, μόνοι τους. 33Πολλοί όμως τους είδαν να φεύγουν και τους αναγνώρισαν· έτρεξαν εκεί με τα πόδια από όλες τις πόλεις και έφτασαν πριν απ’ αυτούς. 34Βγαίνοντας στη στεριά, ο Ιησούς είδε ένα μεγάλο πλήθος και τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν σαν πρόβατα που δεν έχουν βοσκό, και άρχισε να τους διδάσκει πολλά. 35Όταν πια είχε περάσει η ώρα, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα πια περασμένη. 36Διώξε τους να πάνε στα γύρω αγροκτήματα και χωριά για ν’ αγοράσουν κάτι να φάνε».
37Εκείνος τους αποκρίθηκε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Του είπαν: «Να πάμε ν’ αγοράσουμε ψωμί διακοσίων δηναρίων και να τους δώσουμε να φάνε;»
38Εκείνος τους ρώτησε: «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε να δείτε». Όταν το έμαθαν, του είπαν: «Πέντε, και δύο ψάρια».
39Τότε τους παράγγειλε να τους βάλουν όλους να καθίσουν σε ομάδες πάνω στο χλωρό χορτάρι. 40Κάθισαν λοιπόν σε ομάδες, ανά εκατό και ανά πενήντα. 41Πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε ευχαριστήρια προσευχή κι έκοψε τα ψωμιά· τα έδινε στους μαθητές του για να τα βάζουν μπροστά στον κόσμο, και τα δύο ψάρια τα μοίρασε σε όλους. 42Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. 43Και μάζεψαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα κομμάτια και ψάρια. 44Εκείνοι που έφαγαν τα ψωμιά ήταν πέντε χιλιάδες άντρες.
Ο Ιησούς περπατάει πάνω στα νερά
45Αμέσως ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοιάριο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην απέναντι όχθη, προς τη Βηθσαϊδά, ενώ εκείνος θα έδιωχνε το πλήθος. 46Κι αφού τους αποχαιρέτησε, ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί.
47Όταν βράδιασε, το πλοιάριο ήταν στη μέση της θάλασσας, κι εκείνος ήταν μόνος στη στεριά. 48Τους είδε να ταλαιπωρούνται καθώς κωπηλατούσαν, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα ήρθε κοντά τους περπατώντας πάνω στη θάλασσα, και ήθελε να τους προσπεράσει. 49Εκείνοι όμως, βλέποντάς τον να περπατάει πάνω στη θάλασσα, νόμισαν πως ήταν φάντασμα και έβαλαν φωνές,
50γιατί όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Εκείνος όμως αμέσως τους μίλησε και τους είπε: «Θάρρος! Εγώ είμαι· μη φοβάστε».
51Ανέβηκε τότε κοντά τους στο πλοιάριο, κι ο άνεμος κόπασε. Κι έμειναν εντελώς κατάπληκτοι μέσα τους, 52γιατί δεν είχαν καταλάβει το θαύμα με τα ψωμιά, αλλά η καρδιά τους ήταν σκληρυμμένη.
53Όταν διέσχισαν τη λίμνη, ήρθαν στη γη Γεννησαρέτ κι έδεσαν στην ακτή. 54Μόλις βγήκαν από το πλοιάριο, ο κόσμος αμέσως τον αναγνώρισε. 55Έτρεξαν σε όλη εκείνη την περιοχή κι άρχισαν να φέρνουν τους αρρώστους πάνω σε φορεία, όπου άκουγαν ότι βρισκόταν. 56Κι όπου κι αν πήγαινε — σε χωριά, σε πόλεις ή σε αγρούς — έβαζαν τους αρρώστους στις πλατείες και τον παρακαλούσαν να τους αφήσει ν’ αγγίξουν έστω την άκρη του ρούχου του. Κι όσοι τον άγγιζαν γιατρεύονταν.