Ο Αμνών ατιμάζει την αδελφή του την Θάμαρ
Ο Αμνών προσποιείται τον άρρωστο για να μείνει μόνος με την ετεροθαλή αδελφή του Θάμαρ, τη βιάζει, έπειτα τη μισεί και αμπαρώνει την πόρτα πίσω της. Η Θάμαρ σκίζει τον χιτώνα της και ζει έρημη στο σπίτι του Αβεσσαλώμ. Ο Δαβίδ εξοργίζεται αλλά δεν κάνει τίποτα· δύο χρόνια αργότερα ο Αβεσσαλώμ βάζει να σκοτώσουν τον Αμνών σε γιορτή κουράς προβάτων και φεύγει.
13 1Ύστερα από αυτά, ο Αβεσσαλώμ, ο γιος του Δαβίδ, είχε μια όμορφη αδελφή που την έλεγαν Θάμαρ, και την αγάπησε ο Αμνών, ο γιος του Δαβίδ. 2Ο Αμνών τόσο πολύ βασανιζόταν για την αδελφή του την Θάμαρ, ώστε αρρώστησε· εκείνη ήταν παρθένα, κι εκείνος δεν έβρισκε τρόπο να την πλησιάσει. 3Ο Αμνών είχε έναν φίλο που τον έλεγαν Ιωναδάβ, γιο του Σαμαά, του αδελφού του Δαβίδ· κι ο Ιωναδάβ ήταν πολύ πανούργος. 4Τον ρώτησε τον Αμνών: «Γιατί είσαι τόσο αδυνατισμένος μέρα με τη μέρα, γιε του βασιλιά; Δε θα μου το πεις;» Ο Αμνών είπε: «Αγαπώ την Θάμαρ, την αδελφή του αδελφού μου του Αβεσσαλώμ».
5«Ξάπλωσε στο κρεβάτι και κάνε τον άρρωστο», είπε ο Ιωναδάβ. «Όταν έρθει ο πατέρας σου να σε δει, πες του: “Ας έρθει, σε παρακαλώ, η αδελφή μου η Θάμαρ να με ταΐσει. Ας ετοιμάσει το φαγητό εκεί που μπορώ να τη βλέπω, για να φάω από το χέρι της”».
6Ξάπλωσε ο Αμνών κι έκανε τον άρρωστο. Όταν ήρθε ο βασιλιάς να τον δει, ο Αμνών είπε: «Ας έρθει η αδελφή μου η Θάμαρ να μου φτιάξει δυο πίτες εδώ που τη βλέπω, για να φάω από το χέρι της».
7Ο Δαβίδ έστειλε μήνυμα στην Θάμαρ στο παλάτι: «Πήγαινε στο σπίτι του αδελφού σου του Αμνών και φτιάξε του φαγητό». 8Η Θάμαρ πήγε στο σπίτι του αδελφού της του Αμνών, εκεί που ήταν ξαπλωμένος. Πήρε ζυμάρι, το ζύμωσε, έπλασε πίτες μπροστά του και τις έψησε. 9Πήρε το ταψί και τον σέρβιρε, εκείνος όμως αρνήθηκε να φάει. «Βγάλτε έξω όλους», είπε ο Αμνών. Κι έτσι όλοι βγήκαν από κοντά του. 10Ο Αμνών είπε στην Θάμαρ: «Φέρε το φαγητό στην κρεβατοκάμαρα, για να φάω από το χέρι σου». Η Θάμαρ πήρε τις πίτες που είχε φτιάξει και τις έφερε στον αδελφό της τον Αμνών στην κρεβατοκάμαρα. 11Καθώς του τις έφερε κοντά για να φάει, εκείνος την άρπαξε: «Έλα, πλάγιασε μαζί μου, αδελφή μου».
12«Όχι, αδελφέ μου!» του είπε. «Μη με βιάζεις. Τέτοιο πράγμα δε γίνεται ποτέ στο Ισραήλ. Μην κάνεις αυτή την ντροπή. 13Κι εγώ — πού θα πήγαινα να κρύψω τη ντροπή μου; Κι εσύ — θα γινόσουν σαν έναν από τους τιποτένιους ανόητους του Ισραήλ. Σε παρακαλώ, μίλησε στον βασιλιά· δε θα με αρνηθεί σ’ εσένα».
14Εκείνος όμως αρνήθηκε να την ακούσει· κι επειδή ήταν δυνατότερος απ’ αυτήν, τη βίασε και πλάγιασε μαζί της. 15Έπειτα ο Αμνών τη μίσησε με φοβερό μίσος — μεγαλύτερο από την αγάπη που είχε νιώσει γι’ αυτήν. «Σήκω και φύγε!» της είπε.
16«Όχι», του είπε, «το να με διώξεις είναι χειρότερο κακό από εκείνο που μου έκανες κιόλας». Εκείνος όμως αρνήθηκε να την ακούσει.
17Φώναξε τον υπηρέτη του και του είπε: «Βγάλε έξω αυτή τη γυναίκα και κλείσε την πόρτα πίσω της».
18Φορούσε ένα μακρύ στολισμένο φόρεμα, το ένδυμα που φορούσαν τότε οι ανύπαντρες κόρες του βασιλιά. Ο υπηρέτης της την έβγαλε έξω και έκλεισε την πόρτα πίσω της. 19Η Θάμαρ έβαλε στάχτη στο κεφάλι της κι έσκισε το μακρύ στολισμένο φόρεμα που φορούσε. Έβαλε το χέρι της στο κεφάλι της και έφυγε, κλαίγοντας δυνατά καθώς πήγαινε. 20Ο αδελφός της ο Αβεσσαλώμ της είπε: «Μήπως ήταν μαζί σου ο Αμνών, ο αδελφός σου; Μείνε ήσυχη τώρα, αδελφή μου· είναι ο αδελφός σου. Μην το παίρνεις κατάκαρδα». Κι έτσι η Θάμαρ έμεινε σαν έρημη γυναίκα στο σπίτι του αδελφού της του Αβεσσαλώμ.
21Όταν ο βασιλιάς Δαβίδ άκουσε όλα αυτά, οργίστηκε φοβερά. 22Ο Αβεσσαλώμ δεν είπε τίποτε στον Αμνών, ούτε καλό ούτε κακό, γιατί τον μισούσε που είχε ατιμάσει την αδελφή του την Θάμαρ.
Ο Αβεσσαλώμ εκδικείται για την αδελφή του την Θάμαρ
23Δυο ολόκληρα χρόνια αργότερα, ο Αβεσσαλώμ είχε κουρευτές των προβάτων στη Βάαλ-ασώρ, κοντά στον Εφραΐμ, και κάλεσε όλους τους γιους του βασιλιά. 24Ο Αβεσσαλώμ πήγε στον βασιλιά: «Ο δούλος σου έχει κουρευτές. Θα έρθει μαζί μου ο βασιλιάς κι οι δούλοι του;»
25«Όχι, γιε μου», είπε ο βασιλιάς στον Αβεσσαλώμ, «δεν πρέπει να πάμε όλοι, για να μη σε επιβαρύνουμε». Κι αν και ο Αβεσσαλώμ τον παρακαλούσε, εκείνος δεν ήθελε να πάει, αλλά τον ευλόγησε.
26Ο Αβεσσαλώμ είπε: «Αν όχι, άφησε, σε παρακαλώ, να έρθει μαζί μας ο αδελφός μου ο Αμνών». «Γιατί να πάει μαζί σου;» ρώτησε ο βασιλιάς.
27Ο Αβεσσαλώμ όμως τον πίεσε, κι έτσι άφησε να πάνε μαζί του ο Αμνών κι όλοι οι γιοι του βασιλιά. 28Ο Αβεσσαλώμ διέταξε τους δούλους του: «Προσέξτε καλά. Όταν το κρασί κάνει τον Αμνών κεφάτο κι εγώ πω: “Χτυπήστε τον Αμνών”, σκοτώστε τον. Μη φοβάστε. Δεν σας το πρόσταξα εγώ ο ίδιος; Να είστε δυνατοί και θαρραλέοι».
29Οι δούλοι του Αβεσσαλώμ έκαναν στον Αμνών όπως τους είχε διατάξει ο Αβεσσαλώμ. Τότε σηκώθηκαν όλοι οι γιοι του βασιλιά, καβάλησε ο καθένας το μουλάρι του κι έφυγαν.
30Στον δρόμο, ο Δαβίδ άκουσε: «Ο Αβεσσαλώμ σκότωσε όλους τους γιους του βασιλιά· δεν έμεινε ούτε ένας».
31Ο βασιλιάς σηκώθηκε, έσκισε τα ρούχα του και ξάπλωσε στο χώμα· κι όλοι οι δούλοι του στέκονταν δίπλα με σκισμένα ρούχα. 32Ο Ιωναδάβ όμως, ο γιος του Σαμαά, του αδελφού του Δαβίδ, είπε: «Ας μη νομίζει ο κύριός μου πως σκότωσαν όλους τους νέους, τους γιους του βασιλιά. Μόνο ο Αμνών είναι νεκρός. Αυτό το είχε αποφασίσει ο Αβεσσαλώμ από την ημέρα που ο Αμνών ατίμασε την αδελφή του την Θάμαρ. 33Ας μην το πάρει κατάκαρδα ο κύριός μου ο βασιλιάς, νομίζοντας πως όλοι οι γιοι του βασιλιά είναι νεκροί. Μόνο ο Αμνών είναι νεκρός».
34Στο μεταξύ ο Αβεσσαλώμ είχε φύγει. Ο νεαρός φρουρός σήκωσε τα μάτια του και είδε πολύ κόσμο να κατεβαίνει στον δρόμο, στην πλαγιά του λόφου πίσω του. 35Ο Ιωναδάβ είπε στον βασιλιά: «Κοίτα, ήρθαν οι γιοι του βασιλιά. Έγινε ακριβώς όπως είπε ο δούλος σου». 36Μόλις τελείωσε τα λόγια του, έφτασαν οι γιοι του βασιλιά κλαίγοντας δυνατά· κι ο βασιλιάς κι όλοι οι δούλοι του έκλαψαν κι εκείνοι πολύ πικρά.
37Ο Αβεσσαλώμ έφυγε και πήγε στον Θαλμαΐ, τον γιο του Αμιούδ, τον βασιλιά της Γεσσούρ. Κι ο Δαβίδ πενθούσε για τον γιο του μέρα με τη μέρα. 38Αφού ο Αβεσσαλώμ έφυγε και πήγε στη Γεσσούρ, έμεινε εκεί τρία χρόνια. 39Κι η καρδιά του βασιλιά Δαβίδ λαχταρούσε να πάει στον Αβεσσαλώμ, γιατί είχε παρηγορηθεί για τον θάνατο του Αμνών.