Ο Πατέρας μας στέλνει τον Νάθαν στον Δαβίδ
Ο Νάθαν διηγείται μια ιστορία για έναν πλούσιο που κλέβει το αγαπημένο αρνάκι ενός φτωχού, και ο Δαβίδ καταδικάζει τον εαυτό του πριν ακούσει το εσύ είσαι ο άνθρωπος. Το σπαθί δεν θα φύγει ποτέ από τον οίκο του. Νηστεύει για το παιδί που πεθαίνει, έπειτα σηκώνεται και προσκυνά. Γεννιέται ο Σολομών, και ο Πατέρας μας τον αγαπά.
12 1Ο Πατέρας μας έστειλε τον Νάθαν στον Δαβίδ. Εκείνος ήρθε και του είπε: «Σε κάποια πόλη ζούσαν δύο άντρες, ο ένας πλούσιος, ο άλλος φτωχός. 2Ο πλούσιος είχε πάρα πολλά πρόβατα και βόδια, 3ο φτωχός όμως είχε μόνο μία μικρή προβατίνα, που την είχε αγοράσει. Την ανάθρεψε, κι εκείνη μεγάλωσε μαζί του και με τα παιδιά του. Έτρωγε από το πιάτο του, έπινε από το ποτήρι του, κοιμόταν στην αγκαλιά του· του ήταν σαν κόρη. 4Ήρθε ένας οδοιπόρος στον πλούσιο, αλλά εκείνος δεν θέλησε να πάρει από τα δικά του πρόβατα ή βόδια για να φιλέψει τον ξένο που είχε έρθει. Πήρε λοιπόν την προβατίνα του φτωχού και την ετοίμασε για τον άνθρωπο που είχε έρθει σ’ αυτόν».
5Ο Δαβίδ άναψε από μεγάλο θυμό εναντίον του ανθρώπου και είπε στον Νάθαν: «Όσο ζει ο Πατέρας μας, ο άνθρωπος που το έκανε αυτό αξίζει να πεθάνει! 6Πρέπει να πληρώσει την προβατίνα τέσσερις φορές, επειδή το έκανε αυτό και δεν λυπήθηκε».
7Τότε ο Νάθαν είπε στον Δαβίδ: «Εσύ είσαι ο άνθρωπος! Να τι λέει ο Πατέρας μας, ο Θεός του Ισραήλ: Εγώ σε έχρισα βασιλιά στον Ισραήλ κι εγώ σε γλίτωσα από την εξουσία του Σαούλ.
8«Σου έδωσα το σπίτι του κυρίου σου και τις γυναίκες του στην αγκαλιά σου, και τον λαό του Ισραήλ και του Ιούδα. Κι αν αυτά ήταν λίγα, θα σου έδινα πολλά περισσότερα. 9Γιατί περιφρόνησες τον λόγο μου, κάνοντας το κακό μπροστά στα μάτια μου; Χτύπησες τον Ουρία τον Χετταίο με το σπαθί, πήρες τη γυναίκα του για δική σου και τον σκότωσες με το σπαθί των Αμμωνιτών. 10Γι’ αυτό τώρα το σπαθί δεν θα φύγει ποτέ από το σπίτι σου, επειδή με περιφρόνησες και πήρες τη γυναίκα του Ουρία του Χετταίου για δική σου.
11Να τι λέει ο Πατέρας μας: Θα φέρω συμφορά πάνω σου μέσα από το ίδιο σου το σπίτι. Μπροστά στα μάτια σου θα πάρω τις γυναίκες σου και θα τις δώσω σε κάποιον κοντινό σου, κι εκείνος θα πλαγιάσει μαζί τους μέρα μεσημέρι. 12Εσύ το έκανες στα κρυφά, εγώ όμως θα το κάνω αυτό μπροστά σε όλον τον Ισραήλ, μέρα μεσημέρι».
13Ο Δαβίδ είπε στον Νάθαν: «Αμάρτησα στον Πατέρα μας». Ο Νάθαν αποκρίθηκε: «Ο Πατέρας μας συγχώρησε κιόλας την αμαρτία σου· δεν θα πεθάνεις».
14Επειδή όμως με αυτή σου την πράξη έδειξες βαθιά περιφρόνηση στον Πατέρα μας, ο γιος που σου γεννήθηκε θα πεθάνει. 15Ύστερα ο Νάθαν πήγε στο σπίτι του. Και ο Πατέρας μας χτύπησε το παιδί που η γυναίκα του Ουρία είχε γεννήσει στον Δαβίδ, κι αυτό αρρώστησε βαριά. 16Ο Δαβίδ ικέτεψε τον Πατέρα μας για το αγόρι. Νήστεψε, μπήκε μέσα και περνούσε τις νύχτες ξαπλωμένος στο έδαφος. 17Οι πρεσβύτεροι του σπιτιού του στάθηκαν δίπλα του για να τον σηκώσουν από το έδαφος, αλλά εκείνος αρνήθηκε και δεν ήθελε να φάει μαζί τους. 18Την έβδομη μέρα το παιδί πέθανε. Οι δούλοι του Δαβίδ φοβόνταν να του πουν ότι το παιδί ήταν νεκρό, γιατί έλεγαν: «Όσο ζούσε το παιδί, του μιλούσαμε και δεν άκουγε. Πώς να του πούμε ότι το παιδί είναι νεκρό; Μπορεί να κάνει κακό στον εαυτό του».
19Ο Δαβίδ όμως είδε τους δούλους του να ψιθυρίζουν και κατάλαβε ότι το παιδί ήταν νεκρό. Ρώτησε λοιπόν: «Πέθανε το παιδί;» «Πέθανε», του είπαν.
20Ο Δαβίδ σηκώθηκε από το έδαφος, πλύθηκε, άλειψε λάδι και άλλαξε τα ρούχα του. Μπήκε στον οίκο του Πατέρα μας και προσκύνησε, ύστερα πήγε στο σπίτι του, και όταν το ζήτησε, του έβαλαν φαγητό μπροστά, κι έφαγε. 21Οι δούλοι του τού είπαν: «Τι είναι αυτό που έκανες; Όσο ζούσε το παιδί, νήστευες κι έκλαιγες· τώρα που πέθανε, σηκώνεσαι και τρως».
22Εκείνος είπε: «Όσο ζούσε το παιδί, νήστευα κι έκλαιγα, σκεπτόμενος: “Ποιος ξέρει; Ίσως ο Πατέρας μας με σπλαχνιστεί και αφήσει το παιδί να ζήσει”. 23Τώρα όμως πέθανε. Γιατί να νηστεύω; Μπορώ να τον φέρω πίσω; Εγώ θα πάω σ’ αυτόν, αυτός όμως δεν θα γυρίσει σ’ εμένα».
24Ύστερα ο Δαβίδ παρηγόρησε τη γυναίκα του τη Βηθσαβεέ. Πήγε σ’ αυτήν και πλάγιασε μαζί της, κι εκείνη γέννησε γιο. Τον ονόμασε Σολομώντα. Ο Πατέρας μας τον αγάπησε, 25και έστειλε μήνυμα μέσω του Νάθαν του προφήτη, ο οποίος τον ονόμασε Ιεδιδία, για χάρη του Πατέρα μας. a a v25 Το Ιεδιδία σημαίνει «αγαπημένος του Πατέρα μας» — το όνομα αντηχεί την αγάπη που ο Πατέρας μας μόλις είχε δείξει στο παιδί.
Ο Δαβίδ κυριεύει τη Ραββά
26Στο μεταξύ ο Ιωάβ πολεμούσε εναντίον της Ραββά των Αμμωνιτών και κυρίευσε τη βασιλική πόλη. 27Ο Ιωάβ έστειλε αγγελιαφόρους στον Δαβίδ: «Πολέμησα τη Ραββά και κυρίευσα την πηγή των νερών της. 28Τώρα μάζεψε τον υπόλοιπο στρατό, πολιόρκησε την πόλη και κυρίευσέ την. Αλλιώς θα την κυριέψω εγώ, και θα πάρει το όνομά μου».
29Ο Δαβίδ μάζεψε όλον τον στρατό, βάδισε εναντίον της Ραββά, της επιτέθηκε και την κυρίευσε. 30Πήρε το στέμμα από το κεφάλι του βασιλιά τους —περίπου τριάντα τέσσερα κιλά χρυσάφι, στολισμένο με πολύτιμο λίθο— και μπήκε στο κεφάλι του Δαβίδ. Πήρε μαζί του μεγάλα λάφυρα από την πόλη. 31Έβγαλε έξω τον λαό που ήταν εκεί και τον έβαλε να δουλεύει με πριόνια, σιδερένιες αξίνες και σιδερένια τσεκούρια, και τον έβαλε να εργάζεται στα καμίνια των πλίνθων. Έτσι έκανε σε όλες τις πόλεις των Αμμωνιτών. Ύστερα ο Δαβίδ και όλος ο στρατός γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.