Γυναίκες που βάδισαν μαζί με τον Ιησού
Κατονομάζονται οι γυναίκες που χρηματοδοτούν το έργο. Μια παραβολή για τα εδάφη εξηγεί γιατί ο λόγος του Πατέρα μας δεν φτάνει πουθενά σε ορισμένους. Γαληνεύει μια θύελλα, ελευθερώνει έναν άνθρωπο που λέγεται Λεγεών και του οποίου οι γείτονες ζητούν από τον Ιησού να φύγει, και έπειτα θεραπεύει μια γυναίκα με αιμορραγία και ανασταίνει την κόρη του Ιάειρου.
8 1Λίγο αργότερα, περιόδευε σε πόλεις και χωριά, κηρύττοντας και αναγγέλλοντας το χαρμόσυνο μήνυμα της βασιλείας του Πατέρα μας. Μαζί του ήταν οι δώδεκα, 2και μερικές γυναίκες που είχαν θεραπευτεί από πονηρά πνεύματα και αρρώστιες: η Μαρία, που την έλεγαν Μαγδαληνή, από την οποία είχαν βγει εφτά δαιμόνια, 3και η Ιωάννα, γυναίκα του Χουζά, επιτρόπου του Ηρώδη, και η Σουσάννα, και πολλές άλλες, που τους συντηρούσαν με τα δικά τους υπάρχοντα.
4Καθώς μαζευόταν μεγάλο πλήθος, κι έρχονταν κοντά του άνθρωποι από κάθε πόλη, τους μίλησε με μια παραβολή:
5«Βγήκε ο σποριάς να σπείρει τον σπόρο του. Καθώς έσπερνε, κάποιος σπόρος έπεσε στον δρόμο, καταπατήθηκε, και τον έφαγαν τα πουλιά του ουρανού. 6Άλλος σπόρος έπεσε στην πέτρα· μόλις φύτρωσε, ξεράθηκε, γιατί δεν είχε υγρασία. 7Άλλος έπεσε ανάμεσα στα αγκάθια, κι όταν μεγάλωσαν τα αγκάθια μαζί του, τον έπνιξαν. 8Άλλος σπόρος έπεσε στο καλό χώμα, μεγάλωσε κι απέδωσε καρπό εκατό φορές περισσότερο». Λέγοντας αυτά, φώναξε: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας ακούει».
9Τον ρώτησαν οι μαθητές του τι σήμαινε αυτή η παραβολή.
10Εκείνος είπε: «Σ’ εσάς δόθηκε να γνωρίσετε τα μυστικά της βασιλείας του Πατέρα μας· στους υπόλοιπους δίνονται με παραβολές, ώστε “βλέποντας να μη βλέπουν, κι ακούγοντας να μην καταλαβαίνουν”».
11«Η παραβολή σημαίνει τούτο: ο σπόρος είναι ο λόγος του Πατέρα μας. 12Εκείνοι στον δρόμο είναι όσοι ακούν· ύστερα έρχεται ο διάβολος και παίρνει τον λόγο από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. 13Εκείνοι στην πέτρα είναι όσοι, όταν ακούσουν τον λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα· πιστεύουν για λίγο, και σε καιρό δοκιμασίας απομακρύνονται. 14Αυτό που έπεσε στα αγκάθια είναι εκείνοι που ακούν, καθώς όμως προχωρούν, τους πνίγουν οι έγνοιες, ο πλούτος και οι απολαύσεις της ζωής, και ο καρπός τους δεν ωριμάζει ποτέ. 15Εκείνο όμως στο καλό χώμα είναι όσοι ακούν τον λόγο με καρδιά ειλικρινή και καλή, τον κρατούν σταθερά και καρποφορούν με υπομονή».
Το φως που δεν μπορεί να κρυφτεί
16«Κανείς δεν ανάβει λυχνάρι για να το σκεπάσει μ’ ένα δοχείο ή να το βάλει κάτω από το κρεβάτι· αντίθετα, το τοποθετεί πάνω στον λυχνοστάτη, ώστε όσοι μπαίνουν να βλέπουν το φως. 17Γιατί δεν υπάρχει τίποτε κρυφό που δε θα φανερωθεί, ούτε μυστικό που δε θα γίνει γνωστό και δε θα βγει στο φως. 18Προσέχετε λοιπόν πώς ακούτε· γιατί σ’ όποιον έχει, θα του δοθεί περισσότερο· κι από όποιον δεν έχει, θα του αφαιρεθεί κι αυτό που νομίζει πως έχει».
Η οικογένεια του Πατέρα μας
19Ήρθαν σ’ αυτόν η μητέρα του και τα αδέρφια του, μα δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν εξαιτίας του πλήθους. 20Του είπαν: «Η μητέρα σου και τα αδέρφια σου στέκονται έξω και θέλουν να σε δουν».
21Εκείνος όμως τους απάντησε: «Μητέρα μου και αδέρφια μου είναι όσοι ακούν τον λόγο του Πατέρα μας και τον εφαρμόζουν».
Ο Ιησούς προστάζει την καταιγίδα
22Μια μέρα μπήκε σ’ ένα πλοιάριο μαζί με τους μαθητές του. Τους είπε: «Ας περάσουμε στην απέναντι όχθη της λίμνης». Κι έτσι ξεκίνησαν.
23Καθώς έπλεαν, αποκοιμήθηκε. Ξέσπασε τότε στη λίμνη ανεμοθύελλα· το πλοιάριο γέμιζε νερά και κινδύνευαν. 24Τον ξύπνησαν λέγοντας: «Κύριε, Κύριε, χανόμαστε!» Εκείνος σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και τα μανιασμένα κύματα· σταμάτησαν, κι έγινε γαλήνη. 25Τους ρώτησε: «Πού είναι η πίστη σας;» Φοβισμένοι κι έκπληκτοι, έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Ποιος άραγε είναι αυτός; Προστάζει ακόμα και τους ανέμους και τα νερά, κι αυτά τον υπακούν».
Ένας άνθρωπος ελευθερωμένος από τη Λεγεώνα
26Έπειτα έπλευσαν στην περιοχή των Γερασηνών, που βρίσκεται απέναντι από τη Γαλιλαία. 27Μόλις ο Ιησούς πάτησε στη στεριά, τον συνάντησε ένας δαιμονισμένος από την πόλη. Πολύν καιρό δεν φορούσε ρούχα κι έμενε όχι σε σπίτι, αλλά ανάμεσα στα μνήματα. 28Μόλις είδε τον Ιησού, έβγαλε κραυγή, έπεσε μπροστά του και είπε δυνατά: «Τι θέλεις από μένα, Ιησού, Υιέ του Ύψιστου Θεού; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις!» 29Ο Ιησούς είχε προστάξει το ακάθαρτο πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, γιατί πολλές φορές τον είχε κυριέψει· κι ενώ τον φρουρούσαν δεμένο με αλυσίδες και σιδερένια δεσμά, έσπαζε τα δεσμά και τον έσερνε το δαιμόνιο στην έρημο.
30Τον ρώτησε ο Ιησούς: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος είπε: «Λεγεώνα», γιατί πολλά δαιμόνια είχαν μπει μέσα του.
31Και τον παρακαλούσαν να μην τους διατάξει να πάνε στην άβυσσο.
32Εκεί, στην πλαγιά του βουνού, έβοσκε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων. Τα δαιμόνια τον παρακάλεσαν να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε. 33Τότε τα δαιμόνια βγήκαν από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους· και το κοπάδι όρμησε από τον γκρεμό στη λίμνη και πνίγηκε.
34Οι χοιροβοσκοί, μόλις είδαν τι έγινε, έφυγαν και το ανήγγειλαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. 35Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι είχε συμβεί. Ήρθαν στον Ιησού και βρήκαν τον άνθρωπο, που είχε ελευθερωθεί από τα δαιμόνια, να κάθεται στα πόδια του Ιησού ντυμένος και με καθαρό μυαλό — και τους έπιασε φόβος. 36Κι εκείνοι που το είχαν δει τους διηγήθηκαν πώς θεραπεύτηκε ο δαιμονισμένος. 37Τότε όλος ο κόσμος της περιοχής των Γερασηνών τον παρακάλεσε να φύγει απ’ αυτούς, γιατί τους είχε κυριέψει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο και γύρισε πίσω. 38Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του, ο Ιησούς όμως τον έστειλε πίσω, λέγοντας:
39«Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου πόσα έκανε για σένα ο Πατέρας μας». Κι εκείνος έφυγε, διακηρύττοντας σ’ όλη την πόλη πόσα είχε κάνει γι’ αυτόν ο Ιησούς.
Θεραπεία και ανάσταση με την πίστη
40Όταν γύρισε ο Ιησούς, το πλήθος τον υποδέχτηκε, γιατί όλοι τον περίμεναν. 41Ήρθε τότε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ιάειρο, άρχοντα της συναγωγής, κι έπεσε στα πόδια του Ιησού, παρακαλώντας τον να πάει στο σπίτι του, 42γιατί είχε μια μοναχοκόρη, περίπου δώδεκα χρονών, που ήταν ετοιμοθάνατη. Καθώς πήγαινε ο Ιησούς, τα πλήθη τον συνωστίζονταν. 43Μια γυναίκα υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια· είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, μα κανένας δεν μπόρεσε να τη θεραπεύσει. 44Ήρθε πίσω του κι άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της.
45Είπε ο Ιησούς: «Ποιος με άγγιξε;» Κι ενώ όλοι αρνιόνταν, είπε ο Πέτρος: «Κύριε, τα πλήθη σε περιτριγυρίζουν και σε πιέζουν».
46Ο Ιησούς όμως είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί κατάλαβα πως βγήκε δύναμη από μένα».
47Η γυναίκα, βλέποντας πως δεν μπορούσε να κρυφτεί, ήρθε τρέμοντας, έπεσε μπροστά του και ομολόγησε μπροστά σ’ όλους για ποιο λόγο τον είχε αγγίξει και πώς θεραπεύτηκε αμέσως.
48Εκείνος τής είπε: «Κόρη μου, η πίστη σου σε γιάτρεψε· πήγαινε στην ειρήνη».
49Ενώ ακόμα μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και είπε: «Η κόρη σου πέθανε· μην ενοχλείς πια τον Δάσκαλο».
50Ο Ιησούς όμως το άκουσε και του απάντησε: «Μη φοβάσαι· μόνο πίστεψε, και θα σωθεί».
51Όταν έφτασε στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μαζί του παρά μόνο τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, και τον πατέρα και τη μητέρα του παιδιού.
52Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνούσαν, εκείνος όμως είπε: «Μην κλαίτε· δεν πέθανε, μόνο κοιμάται».
53Κι εκείνοι τον περιγελούσαν, γιατί ήξεραν πως είχε πεθάνει.
54Εκείνος όμως την έπιασε από το χέρι και φώναξε: «Παιδί μου, σήκω».
55Το πνεύμα της γύρισε, κι αμέσως σηκώθηκε. Εκείνος τους είπε να της δώσουν κάτι να φάει. 56Οι γονείς της έμειναν έκπληκτοι, εκείνος όμως τους πρόσταξε να μην πουν σε κανέναν τι είχε συμβεί.