Τώρα και σε έντυπη μορφή

Α΄ Βασιλέων 18 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Πατέρας στέλνει τον Ηλία στον Αχαάβ

Ο Ηλίας γυρίζει μέσα στην πείνα για να αντιμετωπίσει τον Αχαάβ, και ρωτά τον Ισραήλ ώς πότε θα κουτσαίνουν ανάμεσα σε δύο γνώμες. Οι προφήτες του Βάαλ φωνάζουν και κατακόβονται όλη μέρα χωρίς αποτέλεσμα· φωτιά από τον Πατέρα μας πέφτει πάνω στο μουσκεμένο θυσιαστήριο, και ακολουθεί βροχή.

Κεφάλαιο 18.

Ύστερα από πολλές μέρες, τον τρίτο χρόνο, ο λόγος του Πατέρα μας ήρθε στον Ηλία: «Πήγαινε, παρουσιάσου στον Αχαάβ, κι εγώ θα στείλω βροχή στη γη».

Πήγε λοιπόν ο Ηλίας να παρουσιαστεί στον Αχαάβ. Η πείνα ήταν μεγάλη στη Σαμάρεια. Ο Αχαάβ κάλεσε τον Αβδιού, που ήταν υπεύθυνος για το παλάτι. (Ο Αβδιού σεβόταν πολύ τον Πατέρα μας· όταν η Ιεζάβελ εξόντωνε τους προφήτες του Πατέρα μας, ο Αβδιού είχε πάρει εκατό προφήτες, τους είχε κρύψει από πενήντα σε μια σπηλιά και τους είχε εφοδιάσει με ψωμί και νερό). Είπε ο Αχαάβ στον Αβδιού: «Πήγαινε σε όλη τη χώρα, σε κάθε πηγή και κοιλάδα· ίσως βρούμε χορτάρι, για να κρατήσουμε ζωντανά τα άλογα και τα μουλάρια και να μη χάσουμε κανένα ζώο».

Μοίρασαν λοιπόν τη χώρα για να τη διασχίσουν· ο Αχαάβ πήγε μόνος προς τη μία κατεύθυνση και ο Αβδιού μόνος προς την άλλη. Καθώς βάδιζε ο Αβδιού, ξαφνικά τον συνάντησε ο Ηλίας. Μόλις τον αναγνώρισε, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και είπε: «Εσύ είσαι, κύριέ μου Ηλία;»

Εκείνος του απάντησε: «Εγώ είμαι. Πήγαινε, πες στον κύριό σου: “Ο Ηλίας είναι εδώ”».

Ρώτησε ο Αβδιού: «Σε τι αμάρτησα, που θα παρέδινες τον δούλο σου στον Αχαάβ, για να με σκοτώσει; Όσο ζει ο Πατέρας σου, δεν υπάρχει έθνος ή βασίλειο όπου να μην έχει στείλει ο κύριός μου να σε αναζητήσουν. Κι όταν έλεγαν: “Δεν είναι εδώ”, έβαζε το βασίλειο ή το έθνος να ορκιστεί ότι δεν μπορούσαν να σε βρουν. Κι όμως τώρα λες: “Πήγαινε, πες στον κύριό σου: ‘Ο Ηλίας είναι εδώ’”. Μόλις σε αφήσω, το Πνεύμα του Πατέρα μας θα σε αρπάξει κάπου που δεν θα μπορώ να ξέρω· έπειτα έρχομαι να το πω στον Αχαάβ, εκείνος δεν σε βρίσκει, και με σκοτώνει — κι όμως εγώ ο δούλος σου σέβομαι τον Πατέρα μας από τα νιάτα μου. Δεν ειπώθηκε στον κύριό μου τι έκανα όταν η Ιεζάβελ σκότωνε τους προφήτες του Πατέρα μας — πώς έκρυψα εκατό από τους προφήτες του Πατέρα μας, πενήντα άντρες σε μια σπηλιά, και τους τάισα ψωμί και νερό; Κι όμως τώρα λες: “Πήγαινε, πες στον κύριό σου: ‘Ο Ηλίας είναι εδώ’” — και θα με σκοτώσει!»

Είπε ο Ηλίας: «Όσο ζει ο Πατέρας των ουράνιων στρατιών, μπροστά στον οποίο στέκομαι, σήμερα οπωσδήποτε θα παρουσιαστώ σ’ αυτόν».

Πήγε λοιπόν ο Αβδιού να συναντήσει τον Αχαάβ και του το είπε, και ο Αχαάβ πήγε να συναντήσει τον Ηλία. Όταν ο Αχαάβ είδε τον Ηλία, του είπε: «Εσύ είσαι, εσύ που ταράζεις τον Ισραήλ;»

Εκείνος απάντησε: «Δεν τάραξα εγώ τον Ισραήλ, αλλά εσύ και το πατρικό σου σπίτι, που εγκαταλείψατε τις εντολές του Πατέρα μας κι ακολουθήσατε τους Βάαλ. Τώρα λοιπόν στείλε μήνυμα και σύναξε κοντά μου όλον τον Ισραήλ στο όρος Κάρμηλος, μαζί με τους 450 προφήτες του Βάαλ και τους 400 προφήτες της Ασερά, που τρώνε στο τραπέζι της Ιεζάβελ».

Έστειλε λοιπόν ο Αχαάβ μήνυμα σε όλον τον λαό του Ισραήλ και σύναξε τους προφήτες στο όρος Κάρμηλος. Πλησίασε ο Ηλίας όλον τον λαό και είπε: «Ως πότε θα ταλαντεύεστε ανάμεσα σε δύο γνώμες; Αν ο Πατέρας μας είναι ο Θεός, ακολουθήστε τον· αν είναι ο Βάαλ, ακολουθήστε εκείνον». Αλλά ο λαός δεν του απάντησε λέξη.

Είπε ο Ηλίας στον λαό: «Εγώ μόνος απέμεινα προφήτης του Πατέρα μας, ενώ οι προφήτες του Βάαλ είναι 450 άντρες. Δώστε μας δύο ταύρους. Ας διαλέξουν αυτοί τον έναν, ας τον κομματιάσουν και ας τον βάλουν πάνω στα ξύλα, χωρίς όμως να ανάψουν φωτιά από κάτω· κι εγώ θα ετοιμάσω τον άλλον, θα τον βάλω πάνω στα ξύλα και δεν θα ανάψω φωτιά από κάτω. Τότε εσείς να επικαλεστείτε το όνομα του θεού σας, κι εγώ θα επικαλεστώ το όνομα του Πατέρα μας· και ο Θεός που θα απαντήσει με φωτιά, αυτός είναι ο Θεός». Όλος ο λαός είπε: «Καλά τα είπες».

Είπε ο Ηλίας στους προφήτες του Βάαλ: «Εσείς είστε πολλοί, γι’ αυτό διαλέξτε έναν ταύρο και ετοιμάστε τον πρώτοι· έπειτα επικαλεστείτε το όνομα του θεού σας — αλλά μην ανάψετε φωτιά από κάτω».

Πήραν λοιπόν τον ταύρο που τους δόθηκε και τον ετοίμασαν, κι επικαλούνταν το όνομα του Βάαλ από το πρωί ως το μεσημέρι: «Βάαλ, απάντησέ μας!» Αλλά δεν υπήρχε φωνή, κανείς δεν απαντούσε. Και χόρευαν γύρω από τον βωμό που είχαν φτιάξει.

Το μεσημέρι ο Ηλίας τους κορόιδευε: «Φωνάξτε δυνατότερα! Θεός είναι — ίσως είναι βυθισμένος σε σκέψεις ή κάνει την ανάγκη του ή ταξιδεύει· ή κοιμάται και πρέπει να τον ξυπνήσετε».

Φώναζαν λοιπόν δυνατότερα και χαράκωναν τον εαυτό τους με σπαθιά και λόγχες, όπως συνήθιζαν, ώσπου ανάβλυσε αίμα πάνω τους. Όταν πέρασε το μεσημέρι, συνέχισαν να παραληρούν ως την ώρα της βραδινής προσφοράς, αλλά δεν υπήρχε φωνή, ούτε απάντηση, ούτε προσοχή.

Είπε ο Ηλίας σε όλον τον λαό: «Πλησιάστε με». Πλησίασαν όλοι, κι εκείνος επισκεύασε τον βωμό του Πατέρα μας που είχε γκρεμιστεί.

Πήρε ο Ηλίας δώδεκα πέτρες, μία για κάθε φυλή των γιων του Ιακώβ, στον οποίο είχε έρθει ο λόγος του Πατέρα μας: «Το όνομά σου θα είναι Ισραήλ».

Με τις πέτρες έχτισε έναν βωμό στο όνομα του Πατέρα μας, κι έσκαψε γύρω του ένα αυλάκι αρκετά μεγάλο για περίπου δεκατέσσερα λίτρα σπόρου. Τακτοποίησε τα ξύλα, κομμάτιασε τον ταύρο και τον έβαλε πάνω στα ξύλα. Είπε: «Γεμίστε τέσσερις στάμνες με νερό και χύστε το πάνω στο ολοκαύτωμα και στα ξύλα. Κάντε το ξανά», είπε, κι εκείνοι το έκαναν ξανά. «Κάντε το και τρίτη φορά», είπε, κι εκείνοι το έκαναν και τρίτη φορά. Το νερό έτρεξε ολόγυρα στον βωμό, και γέμισε νερό ακόμη και το αυλάκι.

Την ώρα της βραδινής προσφοράς, πλησίασε ο Ηλίας ο προφήτης και είπε: «Πατέρα μας, Θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ισραήλ, ας γίνει γνωστό σήμερα ότι εσύ είσαι ο Θεός στον Ισραήλ, ότι εγώ είμαι ο δούλος σου και ότι όλα αυτά τα έκανα με τον λόγο σου. Απάντησέ μου, Πατέρα μας, απάντησέ μου, για να μάθει αυτός ο λαός ότι εσύ, Πατέρα μας, είσαι ο Θεός, και ότι εσύ έστρεψες πίσω τις καρδιές τους».

Τότε έπεσε η φωτιά του Πατέρα μας και κατέφαγε το ολοκαύτωμα, τα ξύλα, τις πέτρες και το χώμα, και έγλειψε το νερό που ήταν στο αυλάκι. Όταν ο λαός το είδε όλος, έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και φώναξαν: «Ο Πατέρας μας, αυτός είναι ο Θεός! Ο Πατέρας μας, αυτός είναι ο Θεός!» a a v39 Ο λαός που είχε παραστρατήσει πίσω από τον Βάαλ πέφτει καταγής και ονομάζει τον αληθινό Θεό — ο Πατέρας που τραβάει πίσω κοντά του τα παιδιά του που είχαν ξεστρατίσει.

Είπε ο Ηλίας σ’ αυτούς: «Πιάστε τους προφήτες του Βάαλ· κανείς να μην ξεφύγει». Τους έπιασαν, και ο Ηλίας τους κατέβασε στην κοιλάδα του Κισών και τους σκότωσε εκεί.

Τότε είπε ο Ηλίας στον Αχαάβ: «Ανέβα, φάε και πιες, γιατί ακούγεται ο βρυχηθμός δυνατής βροχής».

Ανέβηκε ο Αχαάβ να φάει και να πιει, ενώ ο Ηλίας ανέβηκε στην κορυφή του Καρμήλου. Εκεί έσκυψε ως τη γη, με το πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατά του. Είπε στον υπηρέτη του: «Ανέβα, κοίταξε προς τη θάλασσα». Εκείνος ανέβηκε, κοίταξε και είπε: «Τίποτα δεν υπάρχει εκεί». Εφτά φορές είπε ο Ηλίας: «Ξαναπήγαινε».

Την έβδομη φορά, ο υπηρέτης είπε: «Κοίτα, ένα μικρό σύννεφο, όσο η παλάμη ανθρώπου, ανεβαίνει από τη θάλασσα». Είπε ο Ηλίας: «Ανέβα και πες στον Αχαάβ: “Ζέψε το άρμα σου και κατέβα, πριν σε σταματήσει η βροχή”».

Στο μεταξύ ο ουρανός σκοτείνιασε από σύννεφα και άνεμο, ήρθε δυνατή βροχή, και ο Αχαάβ έφυγε με το άρμα για την Ιζρεέλ. Το χέρι του Πατέρα μας ήταν πάνω στον Ηλία· έδεσε τον μανδύα του στη ζώνη του κι έτρεξε μπροστά από τον Αχαάβ ως την είσοδο της Ιζρεέλ.