Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κριταί 6 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Ισραήλ κραυγάζει κάτω από τη Μαδιάμ

Οι επιδρομείς της Μαδιάμ απογυμνώνουν τις σοδειές, ώσπου ο Ισραήλ κρύβεται σε σπηλιές και κραυγάζει. Ο αγγελιοφόρος του Πατέρα μας βρίσκει τον Γεδεών να αλωνίζει σιτάρι σε πατητήρι και τον αποκαλεί ισχυρό πολεμιστή. Ο Γεδεών αντιλέγει, γκρεμίζει νύχτα το θυσιαστήριο του Βάαλ του πατέρα του και δοκιμάζει δύο φορές τον Πατέρα μας με ένα ποκάρι μαλλί.

Κεφάλαιο 6.

Ο Ισραήλ έκανε το κακό μπροστά στον Πατέρα μας, κι ο Πατέρας μας τους παρέδωσε στα χέρια της Μαδιάμ για εφτά χρόνια. Το χέρι της Μαδιάμ κυριάρχησε πάνω στον Ισραήλ, κι έτσι οι Ισραηλίτες έφτιαξαν για τον εαυτό τους κρυψώνες στα βουνά, σπηλιές και οχυρά. Κάθε φορά που ο Ισραήλ έσπερνε, ανέβαιναν εναντίον του η Μαδιάμ, ο Αμαλήκ και οι λαοί της ανατολής. Στρατοπέδευαν εναντίον τους, κατέστρεφαν τη σοδειά της γης ως τη Γάζα και δεν άφηναν στον Ισραήλ τροφή—ούτε πρόβατο ούτε βόδι ούτε γαϊδούρι. Ανέβαιναν με τα κοπάδια και τις σκηνές τους, πλήθος σαν ακρίδες· αυτοί κι οι καμήλες τους ήταν αμέτρητοι, και εισέβαλαν στη γη για να την καταστρέψουν. Έτσι ο Ισραήλ ταπεινώθηκε βαθιά εξαιτίας της Μαδιάμ, κι οι Ισραηλίτες κραύγασαν στον Πατέρα μας.

Όταν ο λαός του Ισραήλ κραύγασε στον Πατέρα μας εξαιτίας της Μαδιάμ,

ο Πατέρας μας έστειλε έναν προφήτη στον Ισραήλ, λέγοντας: «Αυτά λέει ο Πατέρας μας, ο Θεός του Ισραήλ: Εγώ σας ανέβασα από την Αίγυπτο, από τον τόπο της σκλαβιάς. «Σας έσωσα από την Αίγυπτο κι από όλους τους καταπιεστές σας· τους έδιωξα μπροστά σας και σας έδωσα τη γη τους. «Σας είπα: Εγώ είμαι ο Πατέρας σας· μη φοβάστε τους θεούς των Αμορραίων, στη γη των οποίων κατοικείτε. Όμως εσείς δεν υπακούσατε στη φωνή μου».

Ο αγγελιαφόρος του Πατέρα μας ήρθε και κάθισε κάτω από τη βελανιδιά στην Οφρά, που ανήκε στον Ιωάς τον Αβιεζερίτη, ενώ ο γιος του ο Γεδεών αλώνιζε το σιτάρι μέσα στο πατητήρι, για να το κρύψει από τη Μαδιάμ.

Ο αγγελιαφόρος του Πατέρα μας του εμφανίστηκε και είπε: «Ο Πατέρας μας είναι μαζί σου, γενναίε πολεμιστή».

Ο Γεδεών του είπε: «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, αν ο Πατέρας μας είναι μαζί μας, γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Πού είναι όλα τα θαύματά του που μας διηγήθηκαν οι πρόγονοί μας, λέγοντας: “Δεν μας ανέβασε από την Αίγυπτο;” Τώρα όμως ο Πατέρας μας μας εγκατέλειψε, παραδίδοντάς μας στη Μαδιάμ».

Ο Πατέρας μας στράφηκε σ’ αυτόν: «Πήγαινε μ’ αυτή τη δύναμή σου και σώσε τον Ισραήλ από το χέρι της Μαδιάμ. Δεν σε έστειλα εγώ;»

Εκείνος είπε: «Σε παρακαλώ, Κυρίαρχε Πατέρα μου, πώς μπορώ να σώσω τον Ισραήλ; Η πατριά μου είναι η πιο αδύναμη στον Μανασσή, κι εγώ είμαι ο πιο ασήμαντος στην οικογένεια του πατέρα μου».

Ο Πατέρας μας του είπε: «Όμως εγώ θα είμαι μαζί σου, και θα χτυπήσεις τη Μαδιάμ σαν να ήταν ένας άνθρωπος».

Ο Γεδεών είπε: «Αν βρήκα την εύνοιά σου, δώσε μου ένα σημάδι ότι είσαι πραγματικά εσύ που μιλάς μαζί μου.

«Σε παρακαλώ, μη φύγεις ώσπου να επιστρέψω και να φέρω την προσφορά μου να την αποθέσω μπροστά σου». Εκείνος είπε: «Θα μείνω ώσπου να επιστρέψεις».

Ο Γεδεών μπήκε μέσα, ετοίμασε ένα κατσικάκι και άζυμο ψωμί από περίπου είκοσι λίτρα αλεύρι, έβαλε το κρέας σ’ ένα καλάθι και τον ζωμό σε μια χύτρα, τα έφερε σ’ αυτόν κάτω από τη βελανιδιά και τα πρόσφερε.

Ο αγγελιαφόρος του Πατέρα μας του είπε: «Πάρε το κρέας και το άζυμο ψωμί, βάλ’ τα πάνω σ’ αυτόν τον βράχο και χύσε τον ζωμό». Κι εκείνος το έκανε.

Ο αγγελιαφόρος του Πατέρα μας άπλωσε την άκρη του ραβδιού που κρατούσε στο χέρι του και άγγιξε το κρέας και το άζυμο ψωμί. Φωτιά ανέβηκε από τον βράχο και κατέφαγε το κρέας και το άζυμο ψωμί, κι ο αγγελιαφόρος του Πατέρα μας εξαφανίστηκε από μπροστά του.

Καταλαβαίνοντας πως ήταν ο αγγελιαφόρος του Πατέρα μας, ο Γεδεών είπε: «Αλίμονο, Κυρίαρχε Πατέρα! Γιατί τώρα είδα τον αγγελιαφόρο σου πρόσωπο με πρόσωπο!»

Ο Πατέρας μας όμως είπε: «Ειρήνη σ’ εσένα. Μη φοβάσαι· δεν θα πεθάνεις».

Ο Γεδεών έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο στον Πατέρα μας και το ονόμασε «Ο Πατέρας μας είναι Ειρήνη». Στέκει ακόμα σήμερα στην Οφρά των Αβιεζεριτών. a a v24 Ο Γεδεών ονόμασε αυτό το θυσιαστήριο «Ο Πατέρας μας είναι Ειρήνη» — ένα μνημείο της ειρήνης που ο Πατέρας μας εξήγγειλε πάνω του, όταν ήταν τρομοκρατημένος πως θα πέθαινε επειδή τον είχε δει.

Εκείνη τη νύχτα ο Πατέρας μας του είπε: «Πάρε τον ταύρο του πατέρα σου, τον δεύτερο, εφτά χρονών, γκρέμισε το θυσιαστήριο του Βάαλ που έχει ο πατέρας σου και κόψε το ξόανο της Ασεράς που είναι δίπλα του. «Έπειτα χτίσε ένα κανονικό θυσιαστήριο σ’ εμένα, τον Πατέρα σου, πάνω στην κορυφή αυτού του οχυρού. Πάρε τον δεύτερο ταύρο και πρόσφερέ τον ως ολοκαύτωμα πάνω στα ξύλα του ξόανου της Ασεράς που έκοψες».

Ο Γεδεών πήρε δέκα υπηρέτες κι έκανε όπως του είπε ο Πατέρας μας. Επειδή φοβόταν πολύ την οικογένειά του και τους ανθρώπους της πόλης για να το κάνει τη μέρα, το έκανε τη νύχτα.

Όταν οι άνθρωποι της πόλης σηκώθηκαν νωρίς, το θυσιαστήριο του Βάαλ ήταν γκρεμισμένο, το ξόανο της Ασεράς που ήταν δίπλα του κομμένο, κι ο δεύτερος ταύρος προσφερμένος πάνω στο νεόχτιστο θυσιαστήριο. Ρωτούσαν ο ένας τον άλλο: «Ποιος το έκανε αυτό;» Αφού έψαξαν και ρώτησαν, τους είπαν: «Ο Γεδεών, ο γιος του Ιωάς, το έκανε».

Οι άνθρωποι της πόλης είπαν στον Ιωάς: «Βγάλε έξω τον γιο σου να πεθάνει· γκρέμισε το θυσιαστήριο του Βάαλ κι έκοψε το ξόανο της Ασεράς που ήταν δίπλα του». Ο Ιωάς είπε στο πλήθος που είχε στραφεί εναντίον του: «Υπερασπίζεστε την υπόθεση του Βάαλ; Τον σώζετε; Όποιος υπερασπιστεί γι’ αυτόν θα πεθάνει ως το πρωί. Αν είναι θεός, ας υπερασπιστεί τον εαυτό του, αφού κάποιος γκρέμισε το θυσιαστήριό του». Εκείνη τη μέρα ο Γεδεών ονομάστηκε Ιεροβάαλ—«Ας αγωνιστεί ο Βάαλ εναντίον του»—επειδή γκρέμισε το θυσιαστήριο του Βάαλ.

Όλη η Μαδιάμ, ο Αμαλήκ και οι λαοί της ανατολής ένωσαν τις δυνάμεις τους, πέρασαν απέναντι και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα της Ιεζραέλ. Τότε το Πνεύμα του Πατέρα μας ντύθηκε τον Γεδεών, κι εκείνος σάλπισε με τη σάλπιγγα, κι οι Αβιεζερίτες κλήθηκαν να τον ακολουθήσουν. Έστειλε αγγελιαφόρους σ’ όλον τον Μανασσή, που κι αυτοί συσπειρώθηκαν πίσω του, και στον Ασήρ, τον Ζαβουλών και τον Νεφθαλί, που ανέβηκαν να τους συναντήσουν.

Ο Γεδεών είπε στον Πατέρα μας: «Αν πρόκειται να σώσεις τον Ισραήλ με το χέρι μου, όπως υποσχέθηκες, «βάζω ένα μάλλινο δέρμα προβάτου στο αλώνι. Αν η δροσιά είναι μόνο πάνω στο δέρμα, ενώ όλο το έδαφος μένει στεγνό, θα ξέρω ότι θα σώσεις τον Ισραήλ με το χέρι μου, όπως είπες».

Κι έτσι έγινε. Νωρίς το επόμενο πρωί έστυψε το δέρμα και έβγαλε δροσιά απ’ αυτό—ένα γαβάθι γεμάτο νερό.

Τότε ο Γεδεών είπε στον Πατέρα μας: «Μη θυμώσεις· άσε με να μιλήσω άλλη μια φορά. Άσε με να δοκιμάσω ξανά με το δέρμα: κράτησε το δέρμα στεγνό, και ας πέσει δροσιά σ’ όλο το έδαφος».

Εκείνη τη νύχτα ο Πατέρας μας το έκανε έτσι. Μόνο το δέρμα ήταν στεγνό· δροσιά σκέπασε όλο το έδαφος.