Ο Πατέρας διαλέγει τους τριακόσιους
Επειδή ένας μεγάλος στρατός θα επέτρεπε στον Ισραήλ να καυχηθεί ότι τον έσωσε το δικό του χέρι, ο Πατέρας μας μειώνει τις χιλιάδες του Γεδεών σε τριακόσιους, με βάση τον φόβο και τον τρόπο που πίνουν οι άνδρες. Ο Γεδεών κρυφακούει το όνειρο ενός εχθρού, προσκυνά και νικά με σάλπιγγες και δαυλούς, καθώς το στρατόπεδο στρέφει τα ξίφη του εναντίον του εαυτού του.
7 1Ο Ιεροβάαλ (ο Γεδεών) και όλος ο λαός του σηκώθηκαν νωρίς το πρωί και στρατοπέδευσαν στην πηγή Αρώδ· το στρατόπεδο της Μαδιάμ βρισκόταν βόρεια απ’ αυτούς, στον λόφο Μορέ, μέσα στην κοιλάδα.
2Ο Πατέρας μας είπε στον Γεδεών: «Έχεις πάρα πολύ λαό για να παραδώσω τη Μαδιάμ στα χέρια τους· αλλιώς ο Ισραήλ θα καυχηθεί εις βάρος μου λέγοντας: “Το χέρι μου με έσωσε”». 3«Τώρα ανάγγειλε στον λαό: “Όποιος φοβάται και τρέμει, ας γυρίσει πίσω και ας φύγει από το όρος Γαλαάδ”». Γύρισαν πίσω 22.000· έμειναν 10.000.
4Ο Πατέρας μας είπε στον Γεδεών: «Ο λαός είναι ακόμα πάρα πολύς. Κατέβασέ τους στο νερό· εκεί θα σου τους ξεχωρίσω. Όποιον σου πω πως θα πάει μαζί σου, αυτός θα πάει· και όποιον σου πω πως δεν θα πάει μαζί σου, αυτός δεν θα πάει». 5Κατέβασε τον λαό στο νερό, και ο Πατέρας μας είπε στον Γεδεών: «Ξεχώρισε καθέναν που γλείφει το νερό με τη γλώσσα του σαν σκύλος· το ίδιο κάνε και για καθέναν που γονατίζει για να πιει».
6300 άντρες γλείψαν το νερό φέρνοντάς το με το χέρι στο στόμα· όλοι οι υπόλοιποι γονάτισαν για να πιουν νερό.
7Ο Πατέρας μας είπε στον Γεδεών: «Με τους 300 άντρες που γλείψαν το νερό θα σε σώσω και θα παραδώσω τη Μαδιάμ στο χέρι σου. Στείλε όλους τους άλλους στα σπίτια τους, τον καθένα στον τόπο του».
8Ο λαός πήρε τρόφιμα και σάλπιγγες· ο Γεδεών έστειλε τους υπόλοιπους Ισραηλίτες στα σπίτια τους, τον καθένα στη σκηνή του, και κράτησε τους 300. Το στρατόπεδο της Μαδιάμ ήταν πιο κάτω απ’ αυτόν, μέσα στην κοιλάδα.
9Εκείνη τη νύχτα ο Πατέρας μας του είπε: «Σήκω, κατέβα στο στρατόπεδο, γιατί το παρέδωσα στο χέρι σου. 10Αν όμως φοβάσαι να κατεβείς, κατέβα στο στρατόπεδο μαζί με τον Φουρά, τον υπηρέτη σου,
11«Άκουσε τι λένε, και τότε θα δυναμώσουν τα χέρια σου και θα κατεβείς στο στρατόπεδο». Κατέβηκε λοιπόν με τον υπηρέτη του τον Φουρά ως την άκρη των οπλισμένων στρατιωτών του στρατοπέδου.
12Οι Μαδιανίτες, οι Αμαληκίτες και όλοι οι λαοί της ανατολής ήταν ξαπλωμένοι μέσα στην κοιλάδα σαν ακρίδες· και οι καμήλες τους ήταν αμέτρητες σαν την άμμο στην ακρογιαλιά. 13Όταν έφτασε ο Γεδεών, ένας άντρας διηγόταν στον σύντροφό του ένα όνειρο. Είπε: «Άκου, είδα ένα όνειρο: ένα στρογγυλό κριθαρένιο ψωμί ήρθε κατρακυλώντας μέσα στο στρατόπεδο της Μαδιάμ, χτύπησε τη σκηνή, κι εκείνη έπεσε — αναποδογύρισε και σωριάστηκε».
14Ο σύντροφός του απάντησε: «Αυτό δεν είναι άλλο παρά το σπαθί του Γεδεών, γιου του Ιωάς, του Ισραηλίτη. Ο Θεός παρέδωσε τη Μαδιάμ και όλο το στρατόπεδο στο χέρι του».
15Όταν ο Γεδεών άκουσε το όνειρο και την εξήγησή του, προσκύνησε, γύρισε στο στρατόπεδο του Ισραήλ και είπε: «Σηκωθείτε, γιατί ο Πατέρας μας παρέδωσε το στρατόπεδο της Μαδιάμ στα χέρια σας». 16Χώρισε τους 300 άντρες σε τρία τμήματα και έδωσε στον καθένα μια σάλπιγγα, ένα άδειο σταμνί και έναν δαυλό μέσα στο σταμνί.
17Τους είπε: «Προσέχετέ με και κάντε ό,τι κάνω. Μόλις φτάσω στην άκρη του στρατοπέδου, κάντε ό,τι κάνω κι εγώ».
18Όταν εγώ κι όλοι όσοι είναι μαζί μου σαλπίσουμε, σαλπίστε κι εσείς γύρω από όλο το στρατόπεδο και φωνάξτε: «Για τον Πατέρα μας και για τον Γεδεών!»
19Ο Γεδεών και οι εκατό άντρες του έφτασαν στην άκρη του στρατοπέδου μόλις άρχιζε η μεσαία βάρδια, αμέσως μετά την αλλαγή των φρουρών. Σάλπισαν και έσπασαν τα σταμνιά που κρατούσαν στα χέρια τους. 20Τα τρία τμήματα σάλπισαν και έσπασαν τα σταμνιά, κρατώντας τους δαυλούς στο αριστερό τους χέρι και τις σάλπιγγες στο δεξί έτοιμες για σάλπισμα, και φώναζαν: «Σπαθί για τον Πατέρα μας και για τον Γεδεών!» 21Καθένας έμεινε στη θέση του γύρω από το στρατόπεδο, ενώ όλος ο στρατός έτρεχε, φώναζε και έφευγε. 22Όταν ήχησαν οι 300 σάλπιγγες, ο Πατέρας μας έστρεψε το σπαθί του καθενός εναντίον του συντρόφου του σε όλο το στρατόπεδο. Το στρατόπεδο έφυγε προς τη Βαιθ-σιττά, κατά τη Ζερερά, ως τα σύνορα της Αβέλ-μεολά, κοντά στην Ταβάθ. 23Κάλεσαν Ισραηλίτες από τον Νεφθαλί, τον Ασήρ και όλον τον Μανασσή, και αυτοί καταδίωξαν τη Μαδιάμ. 24Ο Γεδεών έστειλε αγγελιοφόρους σε όλη την ορεινή περιοχή του Εφραΐμ, λέγοντας: «Κατεβείτε εναντίον της Μαδιάμ και καταλάβετε τα νερά πριν φτάσουν εκείνοι, ως τη Βαιθ-βαρά και τον Ιορδάνη». Έτσι συγκεντρώθηκαν όλοι οι άντρες του Εφραΐμ και κατέλαβαν τα νερά ως τη Βαιθ-βαρά και τον Ιορδάνη. 25Έπιασαν τους δύο άρχοντες της Μαδιάμ, τον Ωρήβ και τον Ζηβ. Σκότωσαν τον Ωρήβ στον βράχο του Ωρήβ και τον Ζηβ στο πατητήρι του Ζηβ. Έπειτα καταδίωξαν τη Μαδιάμ και έφεραν τα κεφάλια του Ωρήβ και του Ζηβ στον Γεδεών, στην άλλη πλευρά του Ιορδάνη.