Περπατώντας μέσα στο σκοτάδι χωρίς φως
Ο άνθρωπος που μιλά έχει περιτειχιστεί, έχει κυνηγηθεί, έχει αφεθεί να περπατά στο σκοτάδι, και λέει ότι η ελπίδα του από τον Πατέρα μας χάθηκε. Στη μέση φέρνει ένα πράγμα στον νου του, ελέη καινούργια κάθε πρωί, και το κρατά. Ύστερα η θλίψη επιστρέφει: εξομολόγηση, προσευχή που φράζεται, ικεσία κατά των εχθρών.
3 1Εγώ είμαι ο άνθρωπος που είδε τη θλίψη κάτω από το ραβδί της οργής του. 2Με έδιωξε και με έκανε να περπατώ στο σκοτάδι χωρίς καθόλου φως. 3Πραγματικά, εναντίον μου στρέφει το χέρι του ξανά και ξανά, όλη τη μέρα.
4Κατέφθειρε τη σάρκα μου και το δέρμα μου· σύντριψε τα κόκαλά μου. 5Με πολιόρκησε και με περικύκλωσε με πίκρα και ταλαιπωρία. 6Με έβαλε να κατοικώ στο σκοτάδι σαν εκείνους που πέθαναν πριν από καιρό.
7Με περιέφραξε με τοίχο ώστε να μην μπορώ να ξεφύγω· βάρυνε τις αλυσίδες μου. 8Ακόμη κι όταν φωνάζω και κραυγάζω για βοήθεια, κλείνει την πόρτα στην προσευχή μου. 9Έφραξε τους δρόμους μου με πελεκημένες πέτρες· έκανε στραβά τα μονοπάτια μου.
10Είναι αρκούδα που με παραμονεύει, λιοντάρι κρυμμένο. 11Με παρέσυρε από τον δρόμο μου και με κομμάτιασε· με άφησε ερημωμένο. 12Τέντωσε το τόξο του και με έστησε στόχο για το βέλος του.
13Κάρφωσε τα βέλη της φαρέτρας του στα σωθικά μου. 14Έγινα το περίγελο όλου του λαού μου, το χλευαστικό τους τραγούδι όλη τη μέρα. 15Με γέμισε με πίκρα· με χόρτασε με πικρία.
16Έκανε τα δόντια μου να τρίζουν πάνω σε χαλίκι, και με έκανε να ζαρώσω μέσα στο χώμα. 17Η ψυχή μου έχασε κάθε ειρήνη· ξέχασα τι είναι η ευτυχία. 18Γι’ αυτό λέω: «Χάθηκε η αντοχή μου, χάθηκε κι η ελπίδα μου από τον Πατέρα μας».
19Θυμήσου τη θλίψη μου και την περιπλάνησή μου, την πίκρα και τη χολή! a a v19 Ο αρμός του βιβλίου. Αφού ζήτησε από τον Πατέρα μας να θυμηθεί τη θλίψη του, ο ποιητής στρέφεται με την ίδια ανάσα σ’ αυτό που ο ίδιος θα φέρει στον νου του — και βρίσκει το έλεος καινούριο κάθε πρωί. 20Η ψυχή μου το θυμάται συνεχώς κι είναι σκυμμένη μέσα μου. 21Όμως αυτό φέρνω στον νου μου, γι’ αυτό κι έχω ελπίδα:
22Η αγάπη της διαθήκης του Πατέρα μας ποτέ δεν σταματά· τα ελέη του ποτέ δεν τελειώνουν· 23είναι καινούρια κάθε πρωί· μεγάλη είναι η πιστότητά σου. 24«Ο Πατέρας μας είναι το μόνο που χρειάζομαι», λέει η ψυχή μου, «γι’ αυτό θα ελπίζω σ’ αυτόν».
25Ο Πατέρας μας είναι καλός σ’ αυτούς που τον περιμένουν, στην ψυχή που τον αναζητά. 26Είναι καλό να περιμένει κανείς σιωπηλά τη σωτηρία του Πατέρα μας. 27Είναι καλό για τον άνθρωπο να σηκώνει τον ζυγό στα νιάτα του.
28Ας κάθεται μόνος σιωπηλός όταν του επιβληθεί· 29ας βάλει το στόμα του στο χώμα — ίσως υπάρχει ακόμα ελπίδα· b b v29 Το να βάζει κανείς το στόμα του στο χώμα ήταν μια αρχαία στάση πλήρους ταπείνωσης και παράδοσης μπροστά στον Θεό. 30ας δώσει το μάγουλό του σ’ αυτόν που χτυπά, κι ας χορτάσει προσβολές.
31Γιατί ο Κυρίαρχος Πατέρας δεν θα εγκαταλείψει για πάντα. 32Αν και προκαλεί θλίψη, θα σπλαχνιστεί σύμφωνα με την αφθονία της αγάπης της διαθήκης του· 33γιατί δεν θλίβει ούτε στεναχωρεί τους ανθρώπους με τη θέλησή του. c c v33 Εδώ βρίσκεται το σημείο καμπής ολόκληρου του βιβλίου: ο Πατέρας μας δεν πληγώνει από την καρδιά του. Η κρίση του είναι πραγματική, μα ποτέ δεν είναι αυτό που τον ευχαριστεί — η ευσπλαχνία του πάντοτε ξεπερνά σε διάρκεια τη διαπαιδαγώγησή του.
34Το να συνθλίβει κανείς κάτω από τα πόδια του όλους τους φυλακισμένους της γης, 35το να στερεί από έναν άνθρωπο τη δικαιοσύνη μπροστά στα μάτια του Υψίστου, 36το να αδικεί έναν άνθρωπο στην υπόθεσή του — ο Κυρίαρχος Πατέρας δεν το εγκρίνει.
37Ποιος μίλησε κι έγινε, αν δεν το πρόσταξε ο Κυρίαρχος Πατέρας; 38Δεν είναι από το στόμα του Υψίστου που βγαίνουν και η συμφορά και το καλό; 39Γιατί να παραπονιέται ένας ζωντανός άνθρωπος για την τιμωρία των αμαρτιών του;
40Ας εξετάσουμε και ας δοκιμάσουμε τους δρόμους μας, κι ας επιστρέψουμε στον Πατέρα μας! 41Ας υψώσουμε τις καρδιές μας και τα χέρια μας στον Πατέρα μας στον ουρανό: 42«Αμαρτήσαμε κι επαναστατήσαμε, κι εσύ δεν συγχώρεσες.
43Τυλίχτηκες με θυμό και μας καταδίωξες, σκοτώνοντας χωρίς οίκτο· 44τυλίχτηκες μ’ ένα σύννεφο ώστε να μην μπορεί να περάσει καμιά προσευχή. 45Μας έκανες σκουπίδια και απόβλητα ανάμεσα στους λαούς.
46Όλοι οι εχθροί μας ανοίγουν το στόμα τους εναντίον μας· 47τρόμος και παγίδα έπεσαν πάνω μας, ερήμωση και καταστροφή». 48Τα μάτια μου τρέχουν ποτάμια νερό για την καταστροφή του λαού μου.
49Τα μάτια μου θα τρέχουν ασταμάτητα, χωρίς ανάπαυλα, 50ώσπου ο Πατέρας μας να σκύψει και να δει από τον ουρανό. 51Τα μάτια μου φέρνουν θλίψη στην ψυχή μου για τη μοίρα όλων των θυγατέρων της πόλης μου.
52Με κυνήγησαν σαν πουλί εκείνοι που ήταν εχθροί μου χωρίς αιτία· 53με πέταξαν ζωντανό μέσα σ’ ένα λάκκο κι έριξαν πέτρες πάνω μου· 54νερά σκέπασαν το κεφάλι μου· είπα: «Χάθηκα».
55Επικαλέστηκα το όνομά σου, Πατέρα μου, από τα βάθη του λάκκου· 56άκουσες την ικεσία μου: «Μην κλείνεις τ’ αυτιά σου στην κραυγή μου για βοήθεια!»
57Ήρθες κοντά τη μέρα που σε επικαλέστηκα· είπες: «Μη φοβάσαι!»
58Ανέλαβες την υπόθεσή μου, Κυρίαρχε Πατέρα· λύτρωσες τη ζωή μου. 59Είδες το κακό που μου έγινε, Πατέρα μου· δίκασε την υπόθεσή μου. 60Είδες όλη την εκδίκησή τους, όλα τα σχέδιά τους εναντίον μου.
61Άκουσες τους χλευασμούς τους, Πατέρα μου, όλα τα σχέδιά τους εναντίον μου, 62τα χείλη και τις σκέψεις εκείνων που μου επιτίθενται εναντίον μου όλη τη μέρα. 63Πρόσεξε κάθε τους κίνηση· εγώ είμαι το αντικείμενο του χλευαστικού τους τραγουδιού.
64Θα τους ανταποδώσεις, Πατέρα μου, σύμφωνα με το έργο των χεριών τους. 65Θα τους δώσεις σκληρότητα καρδιάς· η κατάρα σου θα είναι πάνω τους. 66Θα τους καταδιώξεις με θυμό και θα τους εξαφανίσεις κάτω από τους ουρανούς του Πατέρα μας.