Τώρα και σε έντυπη μορφή

Β΄ Βασιλέων 4 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Πατέρας μας Πολλαπλασιάζει το Λάδι της Χήρας

Τέσσερις ιστορίες του Ελισαίου: ο Πατέρας μας γεμίζει κάθε δανεικό δοχείο από το ένα και μοναδικό δοχείο λάδι μιας χήρας· μια Σουναμίτισσα αποκτά τον γιο που ποτέ δεν ζήτησε, και όταν εκείνος πεθαίνει ο Ελισαίος ξαπλώνει πάνω του ώσπου να φτερνιστεί· ο θάνατος φεύγει από μια κατσαρόλα με φαγητό· εκατό άνδρες τρώνε είκοσι ψωμιά.

Κεφάλαιο 4.

Η γυναίκα ενός από τους γιους των προφητών φώναξε στον Ελισαίο: «Ο δούλος σου, ο άντρας μου, πέθανε, κι εσύ ξέρεις ότι ο δούλος σου σεβόταν τον Πατέρα μας. Τώρα όμως ήρθε ο δανειστής να πάρει τα δυο μου παιδιά για δούλους».

Ο Ελισαίος τη ρώτησε: «Τι μπορώ να κάνω για σένα; Πες μου, τι έχεις στο σπίτι σου;» Εκείνη είπε: «Η δούλη σου δεν έχει τίποτα παρά ένα δοχείο λάδι».

Τότε εκείνος είπε: «Πήγαινε, δανείσου έξω δοχεία απ’ όλους τους γείτονές σου — άδεια δοχεία, όχι λίγα. Μπες μέσα, κλείσε την πόρτα πίσω σου και πίσω από τους γιους σου, και ρίξε λάδι μέσα σ’ όλα αυτά τα δοχεία. Καθώς γεμίζει το καθένα, βάλ’ το στην άκρη».

Έτσι έφυγε απ’ αυτόν, έκλεισε την πόρτα πίσω της και πίσω από τους γιους της· εκείνοι της έφερναν τα δοχεία κι εκείνη έριχνε. Όταν γέμισαν τα δοχεία, είπε στον γιο της: «Φέρε μου κι άλλο». «Δεν έμεινε κανένα», της είπε. Τότε σταμάτησε το λάδι.

Ήρθε και το είπε στον άνθρωπο του Πατέρα μας, κι εκείνος είπε: «Πήγαινε, πούλησε το λάδι, πλήρωσε το χρέος σου, κι εσύ και οι γιοι σου ζήστε μ’ αυτό που περισσεύει».

Η Υπόσχεση του Πατέρα στη Σουναμίτισσα

Μια μέρα ο Ελισαίος περνούσε από τη Σουνήμ, όπου ζούσε μια πλούσια γυναίκα· εκείνη τον παρακάλεσε να μείνει και να φάει. Κάθε φορά που περνούσε, σταματούσε εκεί για να φάει. Είπε στον άντρα της: «Κοίτα, ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος που περνάει συχνά από κοντά μας είναι ένας άγιος άνθρωπος του Πατέρα μας. Ας του φτιάξουμε ένα μικρό δωμάτιο στην ταράτσα, με κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλα και λυχνάρι, ώστε να μπορεί να μένει όποτε έρχεται».

Μια μέρα ο Ελισαίος ήρθε εκεί, μπήκε στο πάνω δωμάτιο και ξάπλωσε. Είπε στον υπηρέτη του τον Γιεζί: «Φώναξε αυτή τη Σουναμίτισσα». Εκείνος τη φώναξε, κι εκείνη στάθηκε μπροστά του. Ο Ελισαίος του είπε: «Πες της: Μπήκες σε τόσο κόπο για μας. Τι μπορεί να γίνει για σένα; Να μιλήσω για σένα στον βασιλιά ή στον αρχηγό του στρατού;» Εκείνη απάντησε: «Ζω ανάμεσα στον δικό μου λαό».

Ρώτησε: «Τι μπορεί να γίνει για εκείνη;» Ο Γιεζί είπε: «Δεν έχει γιο, και ο άντρας της είναι γέρος».

Είπε: «Φώναξέ την». Εκείνος τη φώναξε, κι εκείνη στάθηκε στην πόρτα. Είπε: «Τέτοια εποχή του χρόνου θα κρατάς στην αγκαλιά σου έναν γιο». Εκείνη είπε: «Όχι, κύριέ μου, άνθρωπε του Πατέρα μας, μην πεις ψέματα στη δούλη σου».

Η γυναίκα έμεινε έγκυος και γέννησε έναν γιο εκείνη την εποχή τον επόμενο χρόνο, όπως της είχε πει ο Ελισαίος.

Το παιδί μεγάλωσε, και μια μέρα βγήκε έξω να βρει τον πατέρα του, στους θεριστές. Είπε στον πατέρα του: «Το κεφάλι μου! Το κεφάλι μου!» Ο πατέρας του είπε σ’ έναν υπηρέτη: «Πήγαινέ τον στη μητέρα του».

Τον πήγε στη μητέρα του· το αγόρι κάθισε στα γόνατά της ως το μεσημέρι, κι έπειτα πέθανε. Εκείνη ανέβηκε, τον ξάπλωσε στο κρεβάτι του ανθρώπου του Πατέρα μας, έκλεισε την πόρτα πίσω του και έφυγε. Φώναξε τον άντρα της: «Στείλε μου έναν υπηρέτη κι ένα γαϊδούρι, για να τρέξω ως τον άνθρωπο του Πατέρα μας και να γυρίσω».

Ρώτησε: «Γιατί να πας σ’ αυτόν σήμερα; Δεν είναι ούτε νέα σελήνη ούτε Σάββατο». Εκείνη είπε: «Όλα καλά».

Σαμάρωσε το γαϊδούρι και είπε στον υπηρέτη της: «Οδήγα μπροστά· μην κόβεις ταχύτητα για χάρη μου, εκτός αν σου το πω». Ξεκίνησε κι έφτασε στον άνθρωπο του Πατέρα μας στο όρος Κάρμηλο. Βλέποντάς την από μακριά, ο άνθρωπος του Πατέρα μας είπε στον Γιεζί, τον υπηρέτη του: «Κοίτα, η Σουναμίτισσα. Τρέξε τώρα, προϋπάντησέ την και ρώτησε: “Είσαι καλά; Είναι καλά ο άντρας σου; Είναι καλά το παιδί;”» Εκείνη απάντησε: «Όλα καλά».

Όταν έφτασε στον άνθρωπο του Πατέρα μας στο βουνό, του έπιασε τα πόδια. Ο Γιεζί ήρθε να την απομακρύνει, αλλά εκείνος είπε: «Άφησέ την — η ψυχή της είναι σε πικρή θλίψη, και ο Πατέρας μας το έκρυψε από μένα, δε μου το φανέρωσε».

Εκείνη είπε: «Ζήτησα εγώ από τον κύριό μου έναν γιο; Δεν είπα, “Μη μου δίνεις ελπίδες”;»

Ο Ελισαίος είπε στον Γιεζί: «Στερέωσε το ρούχο σου στη ζώνη σου, πάρε το ραβδί μου στο χέρι σου και πήγαινε. Αν συναντήσεις κάποιον, μην τον χαιρετήσεις· αν σε χαιρετήσει κάποιος, μην του απαντήσεις. Βάλε το ραβδί μου πάνω στο πρόσωπο του αγοριού».

Αλλά η μητέρα του παιδιού είπε: «Όσο ζει ο Πατέρας μας κι όσο ζεις εσύ, δε θα σε αφήσω». Έτσι σηκώθηκε και την ακολούθησε.

Ο Γιεζί προχώρησε μπροστά τους, έβαλε το ραβδί πάνω στο πρόσωπο του αγοριού, αλλά δεν ακούστηκε ήχος ούτε υπήρξε απόκριση. Γύρισε πίσω να συναντήσει τον Ελισαίο: «Το αγόρι δεν ξύπνησε».

Όταν ο Ελισαίος μπήκε στο σπίτι, να το παιδί, νεκρό, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. Μπήκε λοιπόν μέσα, έκλεισε την πόρτα πίσω τους και προσευχήθηκε στον Πατέρα μας. Έπειτα ανέβηκε και ξάπλωσε πάνω στο παιδί — στόμα με στόμα, μάτια με μάτια, χέρια με χέρια. Καθώς απλωνόταν πάνω του, το σώμα του παιδιού ζεστάθηκε. Σηκώθηκε, περπάτησε μια φορά μέσα στο δωμάτιο, έπειτα ανέβηκε και απλώθηκε πάλι πάνω στο αγόρι. Το αγόρι φταρνίστηκε εφτά φορές και άνοιξε τα μάτια του. Ο Ελισαίος φώναξε τον Γιεζί: «Φώναξε αυτή τη Σουναμίτισσα». Εκείνος τη φώναξε· ήρθε σ’ αυτόν, κι εκείνος είπε: «Πάρε τον γιο σου».

Ήρθε, έπεσε στα πόδια του, προσκύνησε ως τη γη, έπειτα πήρε τον γιο της και έφυγε.

Ο Πατέρας Θεραπεύει το Θανατηφόρο Φαγητό

Ο Ελισαίος γύρισε στα Γάλγαλα σε καιρό πείνας. Καθώς οι γιοι των προφητών κάθονταν μπροστά του, είπε στον υπηρέτη του: «Βάλε στη φωτιά τη μεγάλη χύτρα· βράσε φαγητό για τους γιους των προφητών».

Ένας βγήκε στο χωράφι να μαζέψει χόρτα και βρήκε ένα άγριο κλήμα. Μάζεψε απ’ αυτό μια αγκαλιά άγριες κολοκύθες, γύρισε πίσω και τις έκοψε σε φέτες μέσα στη χύτρα με το φαγητό — κανείς δεν ήξερε τι ήταν. Το σέρβιραν στους άντρες να φάνε, αλλά καθώς έτρωγαν το φαγητό φώναξαν: «Άνθρωπε του Πατέρα μας, υπάρχει θάνατος μέσα στη χύτρα!» Και δεν μπορούσαν να το φάνε.

Εκείνος είπε: «Φέρτε αλεύρι», το έριξε μέσα στη χύτρα και είπε: «Σερβίρετέ το στον κόσμο να φάει». Και δεν έμεινε τίποτα βλαβερό μέσα στη χύτρα.

Ένας άντρας από τη Βάαλ-Σαλισά έφερε στον άνθρωπο του Πατέρα μας ψωμί από τους πρώτους καρπούς — είκοσι κριθαρένια ψωμιά και φρέσκο στάρι μέσα στο σακί του. Ο Ελισαίος είπε: «Δώσ’ το στον κόσμο να φάει».

Ο υπηρέτης του είπε: «Πώς να το βάλω αυτό μπροστά σε εκατό άντρες;» Εκείνος είπε πάλι: «Δώσ’ το στον κόσμο να φάει, γιατί ο Πατέρας μας λέει: Θα φάνε και θα τους περισσέψει».

Το έβαλε μπροστά τους· έφαγαν και τους περίσσεψε, όπως ακριβώς είπε ο Πατέρας μας.