Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Λουκάν 5 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Ιησούς καλεί τους πρώτους μαθητές του

Ο Πέτρος ψαρεύει όλη τη νύχτα χωρίς να πιάσει τίποτα, και έπειτα, στον λόγο του Ιησού, ανασύρει τόσα πολλά ώστε του ζητά να φύγει. Ένας άνθρωπος με λέπρα δέχεται το άγγιγμά του. Ένας παράλυτος κατεβάζεται από μια στέγη και συγχωρείται με τη δύναμη του Πατέρα μας, πράγμα που σκανδαλίζει τους γραμματείς. Ο Λευί αφήνει το τελωνείο του.

Κεφάλαιο 5.

Κάποτε, καθώς το πλήθος συνωστιζόταν γύρω του για να ακούσει τον λόγο του Πατέρα μας, ο Ιησούς στεκόταν στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. a a v1 Η λίμνη Γεννησαρέτ είναι άλλο όνομα για τη θάλασσα της Γαλιλαίας. Είδε δύο βάρκες σταματημένες στην όχθη της λίμνης· οι ψαράδες τις είχαν αφήσει κι έπλεναν τα δίχτυα τους. Μπήκε σε μια από τις βάρκες, του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από την ακτή· έπειτα κάθισε και δίδασκε τα πλήθη από τη βάρκα.

Όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στον Σίμωνα: «Προχώρησε στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα».

Ο Σίμωνας απάντησε: «Αφέντη, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε τίποτε. Όμως, επειδή το λες εσύ, θα ρίξω τα δίχτυα». Έτσι κι έκαναν, κι έπιασαν τόσα πολλά ψάρια, που τα δίχτυα τους άρχισαν να σκίζονται. Έκαναν νόημα στους συντρόφους τους στην άλλη βάρκα να έρθουν να βοηθήσουν· εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τις δύο βάρκες, τόσο που άρχισαν να βουλιάζουν. Βλέποντας αυτό, ο Σίμων Πέτρος έπεσε στα γόνατα του Ιησού και είπε: «Φύγε από κοντά μου, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός!» Γιατί τον είχε κυριεύσει κατάπληξη, αυτόν κι όλους όσους ήταν μαζί του, για τα ψάρια που είχαν πιάσει,

το ίδιο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους γιους του Ζεβεδαίου, που ήταν σύντροφοι του Σίμωνα. Ο Ιησούς είπε στον Σίμωνα: «Μη φοβάσαι· από τώρα και στο εξής ανθρώπους θα πιάνεις».

Έτσι τράβηξαν τις βάρκες τους στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.

Ένας άνθρωπος καθαρίζεται

Ενώ ο Ιησούς βρισκόταν σε μια από τις πόλεις, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος γεμάτος με μια σοβαρή δερματική αρρώστια. Μόλις είδε τον Ιησού, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον παρακαλούσε: «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις».

Ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του, τον άγγιξε: «Θέλω. Γίνε καθαρός». Αμέσως η δερματική αρρώστια τον άφησε.

Ο Ιησούς τον διέταξε να μην το πει σε κανέναν, «αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε ό,τι πρόσταξε ο Μωυσής για τον καθαρισμό σου, ως απόδειξη στον κόσμο».

Όμως η φήμη του απλωνόταν ακόμη περισσότερο· μεγάλα πλήθη μαζεύονταν για να τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους. Ο Ιησούς όμως συχνά αποσυρόταν σε έρημους τόπους και προσευχόταν.

Η δύναμη του Πατέρα να συγχωρεί

Μια μέρα, καθώς δίδασκε, κάθονταν εκεί Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι, που είχαν έρθει από κάθε χωριό της Γαλιλαίας, κι από την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ. Και η δύναμη του Πατέρα μας ήταν εκεί, για να γιατρεύει τους αρρώστους. Εκείνη τη στιγμή, ήρθαν κάποιοι άντρες που κουβαλούσαν σ' ένα κρεβάτι έναν παράλυτο, προσπαθώντας να τον μπάσουν μέσα και να τον βάλουν μπροστά στον Ιησού. Καθώς δεν έβρισκαν τρόπο να τον μπάσουν μέσα εξαιτίας του πλήθους, ανέβηκαν στη στέγη και τον κατέβασαν με το κρεβάτι του ανάμεσα από τα κεραμίδια, στη μέση, ακριβώς μπροστά στον Ιησού.

Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, είπε: «Φίλε, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου».

Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι άρχισαν να συζητούν: «Ποιος είναι αυτός που προσβάλλει τον Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός;»

Ο Ιησούς, ξέροντας τι σκέφτονταν, τους απάντησε: «Γιατί συλλογίζεστε έτσι μέσα στις καρδιές σας; Τι είναι ευκολότερο; Να πω: “Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου”, ή να πω: “Σήκω και περπάτα”; Για να μάθετε όμως ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία πάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες» —είπε στον παράλυτο— «Σου λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».

Αμέσως σηκώθηκε μπροστά τους, πήρε το κρεβάτι του και πήγε στο σπίτι του δοξάζοντας τον Πατέρα μας. Όλους τους κυρίευσε κατάπληξη· δόξαζαν τον Πατέρα μας, γεμάτοι δέος, κι έλεγαν: «Είδαμε σήμερα θαυμαστά πράγματα».

Ο Ιησούς καλεί τον Λευί

Μετά από αυτά, ο Ιησούς βγήκε και είδε έναν τελώνη, ονόματι Λευί, να κάθεται στο τελωνείο. «Ακολούθησέ με», του είπε.

Κι ο Λευί σηκώθηκε, άφησε τα πάντα πίσω του και τον ακολούθησε. Έπειτα ο Λευί έκανε ένα μεγάλο τραπέζι για τον Ιησού στο σπίτι του, και πλήθος πολύ από τελώνες κι άλλους κάθονταν μαζί τους στο τραπέζι. Οι Φαρισαίοι όμως κι οι γραμματείς τους γόγγυζαν στους μαθητές του: «Γιατί τρώτε και πίνετε με τελώνες κι αμαρτωλούς;»

Ο Ιησούς τους απάντησε: «Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς, αλλά οι άρρωστοι. Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».

Ένα ερώτημα για τη νηστεία

Εκείνοι του είπαν: «Οι μαθητές του Ιωάννη νηστεύουν συχνά και προσεύχονται, το ίδιο κι οι μαθητές των Φαρισαίων, οι δικοί σου όμως τρώνε και πίνουν».

Ο Ιησούς είπε: «Μπορείτε να κάνετε τους φίλους του γαμπρού να νηστέψουν όσο εκείνος είναι μαζί τους; Θα έρθουν όμως μέρες που ο γαμπρός θα τους παρθεί, και τότε, εκείνες τις μέρες, θα νηστέψουν».

Τους είπε και μια παραβολή: «Κανείς δεν σκίζει ένα μπάλωμα από καινούριο ρούχο για να το ράψει σε παλιό. Αλλιώς, και το καινούριο θα σκίσει, και το καινούριο μπάλωμα δεν θα ταιριάξει με το παλιό. Κανείς δεν βάζει καινούριο κρασί σε παλιά ασκιά· αλλιώς το καινούριο κρασί θα σκίσει τα ασκιά, θα χυθεί, και τα ασκιά θα καταστραφούν. Όχι, το καινούριο κρασί πρέπει να μπαίνει σε καινούρια ασκιά. Και κανείς, αφού πιει παλιό κρασί, δεν θέλει το καινούριο, γιατί λέει: “Το παλιό είναι καλό”».