Ο Ιησούς καλεί τους πρώτους μαθητές του
Ο Πέτρος ψαρεύει όλη τη νύχτα χωρίς να πιάσει τίποτα, και έπειτα, στον λόγο του Ιησού, ανασύρει τόσα πολλά ώστε του ζητά να φύγει. Ένας άνθρωπος με λέπρα δέχεται το άγγιγμά του. Ένας παράλυτος κατεβάζεται από μια στέγη και συγχωρείται με τη δύναμη του Πατέρα μας, πράγμα που σκανδαλίζει τους γραμματείς. Ο Λευί αφήνει το τελωνείο του.
5 1Κάποτε, καθώς το πλήθος συνωστιζόταν γύρω του για να ακούσει τον λόγο του Πατέρα μας, ο Ιησούς στεκόταν στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. a a v1 Η λίμνη Γεννησαρέτ είναι άλλο όνομα για τη θάλασσα της Γαλιλαίας. 2Είδε δύο βάρκες σταματημένες στην όχθη της λίμνης· οι ψαράδες τις είχαν αφήσει κι έπλεναν τα δίχτυα τους. 3Μπήκε σε μια από τις βάρκες, του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από την ακτή· έπειτα κάθισε και δίδασκε τα πλήθη από τη βάρκα.
4Όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στον Σίμωνα: «Προχώρησε στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα».
5Ο Σίμωνας απάντησε: «Αφέντη, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε τίποτε. Όμως, επειδή το λες εσύ, θα ρίξω τα δίχτυα». 6Έτσι κι έκαναν, κι έπιασαν τόσα πολλά ψάρια, που τα δίχτυα τους άρχισαν να σκίζονται. 7Έκαναν νόημα στους συντρόφους τους στην άλλη βάρκα να έρθουν να βοηθήσουν· εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τις δύο βάρκες, τόσο που άρχισαν να βουλιάζουν. 8Βλέποντας αυτό, ο Σίμων Πέτρος έπεσε στα γόνατα του Ιησού και είπε: «Φύγε από κοντά μου, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός!» 9Γιατί τον είχε κυριεύσει κατάπληξη, αυτόν κι όλους όσους ήταν μαζί του, για τα ψάρια που είχαν πιάσει,
10το ίδιο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους γιους του Ζεβεδαίου, που ήταν σύντροφοι του Σίμωνα. Ο Ιησούς είπε στον Σίμωνα: «Μη φοβάσαι· από τώρα και στο εξής ανθρώπους θα πιάνεις».
11Έτσι τράβηξαν τις βάρκες τους στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.
Ένας άνθρωπος καθαρίζεται
12Ενώ ο Ιησούς βρισκόταν σε μια από τις πόλεις, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος γεμάτος με μια σοβαρή δερματική αρρώστια. Μόλις είδε τον Ιησού, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον παρακαλούσε: «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις».
13Ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του, τον άγγιξε: «Θέλω. Γίνε καθαρός». Αμέσως η δερματική αρρώστια τον άφησε.
14Ο Ιησούς τον διέταξε να μην το πει σε κανέναν, «αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε ό,τι πρόσταξε ο Μωυσής για τον καθαρισμό σου, ως απόδειξη στον κόσμο».
15Όμως η φήμη του απλωνόταν ακόμη περισσότερο· μεγάλα πλήθη μαζεύονταν για να τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους. 16Ο Ιησούς όμως συχνά αποσυρόταν σε έρημους τόπους και προσευχόταν.
Η δύναμη του Πατέρα να συγχωρεί
17Μια μέρα, καθώς δίδασκε, κάθονταν εκεί Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι, που είχαν έρθει από κάθε χωριό της Γαλιλαίας, κι από την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ. Και η δύναμη του Πατέρα μας ήταν εκεί, για να γιατρεύει τους αρρώστους. 18Εκείνη τη στιγμή, ήρθαν κάποιοι άντρες που κουβαλούσαν σ' ένα κρεβάτι έναν παράλυτο, προσπαθώντας να τον μπάσουν μέσα και να τον βάλουν μπροστά στον Ιησού. 19Καθώς δεν έβρισκαν τρόπο να τον μπάσουν μέσα εξαιτίας του πλήθους, ανέβηκαν στη στέγη και τον κατέβασαν με το κρεβάτι του ανάμεσα από τα κεραμίδια, στη μέση, ακριβώς μπροστά στον Ιησού.
20Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, είπε: «Φίλε, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου».
21Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι άρχισαν να συζητούν: «Ποιος είναι αυτός που προσβάλλει τον Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός;»
22Ο Ιησούς, ξέροντας τι σκέφτονταν, τους απάντησε: «Γιατί συλλογίζεστε έτσι μέσα στις καρδιές σας; 23Τι είναι ευκολότερο; Να πω: “Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου”, ή να πω: “Σήκω και περπάτα”; 24Για να μάθετε όμως ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία πάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες» —είπε στον παράλυτο— «Σου λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».
25Αμέσως σηκώθηκε μπροστά τους, πήρε το κρεβάτι του και πήγε στο σπίτι του δοξάζοντας τον Πατέρα μας. 26Όλους τους κυρίευσε κατάπληξη· δόξαζαν τον Πατέρα μας, γεμάτοι δέος, κι έλεγαν: «Είδαμε σήμερα θαυμαστά πράγματα».
Ο Ιησούς καλεί τον Λευί
27Μετά από αυτά, ο Ιησούς βγήκε και είδε έναν τελώνη, ονόματι Λευί, να κάθεται στο τελωνείο. «Ακολούθησέ με», του είπε.
28Κι ο Λευί σηκώθηκε, άφησε τα πάντα πίσω του και τον ακολούθησε. 29Έπειτα ο Λευί έκανε ένα μεγάλο τραπέζι για τον Ιησού στο σπίτι του, και πλήθος πολύ από τελώνες κι άλλους κάθονταν μαζί τους στο τραπέζι. 30Οι Φαρισαίοι όμως κι οι γραμματείς τους γόγγυζαν στους μαθητές του: «Γιατί τρώτε και πίνετε με τελώνες κι αμαρτωλούς;»
31Ο Ιησούς τους απάντησε: «Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς, αλλά οι άρρωστοι. 32Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».
Ένα ερώτημα για τη νηστεία
33Εκείνοι του είπαν: «Οι μαθητές του Ιωάννη νηστεύουν συχνά και προσεύχονται, το ίδιο κι οι μαθητές των Φαρισαίων, οι δικοί σου όμως τρώνε και πίνουν».
34Ο Ιησούς είπε: «Μπορείτε να κάνετε τους φίλους του γαμπρού να νηστέψουν όσο εκείνος είναι μαζί τους; 35Θα έρθουν όμως μέρες που ο γαμπρός θα τους παρθεί, και τότε, εκείνες τις μέρες, θα νηστέψουν».
36Τους είπε και μια παραβολή: «Κανείς δεν σκίζει ένα μπάλωμα από καινούριο ρούχο για να το ράψει σε παλιό. Αλλιώς, και το καινούριο θα σκίσει, και το καινούριο μπάλωμα δεν θα ταιριάξει με το παλιό. 37Κανείς δεν βάζει καινούριο κρασί σε παλιά ασκιά· αλλιώς το καινούριο κρασί θα σκίσει τα ασκιά, θα χυθεί, και τα ασκιά θα καταστραφούν. 38Όχι, το καινούριο κρασί πρέπει να μπαίνει σε καινούρια ασκιά. 39Και κανείς, αφού πιει παλιό κρασί, δεν θέλει το καινούριο, γιατί λέει: “Το παλιό είναι καλό”».