Δύο αδελφές που πρόδωσαν τον Πατέρα τους
Η Σαμάρεια και η Ιερουσαλήμ είναι δύο αδελφές που πρόδωσαν τον Πατέρα τους, η Οολά και η Οολιβά, και οι ξένες συμμαχίες τους περιγράφονται ως ωμή σεξουαλική προδοσία που ολοένα κλιμακώνεται. Οι εραστές που πολιόρκησαν με τα θέλγητρά τους γίνονται οι στρατοί που τις γυμνώνουν και τις ακρωτηριάζουν. Η γλώσσα σοκάρει, και στο τέλος δεν προσφέρει καμία παρηγοριά.
23 1Μου ήρθε ο λόγος του Πατέρα μας:
2«Γιε του ανθρώπου, ήταν κάποτε δύο γυναίκες, κόρες της ίδιας μητέρας. 3Εκπορνεύτηκαν στην Αίγυπτο, στα νιάτα τους. Εκεί χάιδεψαν τα στήθη τους, χάιδεψαν τις παρθενικές θηλές τους. 4Η Οολά ήταν η μεγαλύτερη, η Οολιβά η αδελφή της. Έγιναν δικές μου και γέννησαν γιους και κόρες. Τα ονόματά τους: η Οολά είναι η Σαμάρεια, η Οολιβά είναι η Ιερουσαλήμ. a a v4 Τα δύο ονόματα είναι λογοπαίγνιο: η Οολά σημαίνει «η δική της σκηνή» —η λατρεία που έφτιαξε μόνη της η Σαμάρεια— και η Οολιβά σημαίνει «η σκηνή μου είναι μέσα της», γιατί στην Ιερουσαλήμ στεκόταν το ίδιο το αγιαστήριο του Πατέρα.
5«Η Οολά εκπορνεύτηκε ενώ ήταν δική μου· πόθησε τους εραστές της, τους Ασσύριους, πολεμιστές, 6ντυμένους στα γαλάζια, διοικητές και αξιωματικούς, όλοι τους επιθυμητοί νέοι, καβαλάρηδες πάνω σε άλογα. 7Έδωσε σ’ αυτούς την πορνεία της —στους εκλεκτότερους άντρες της Ασσυρίας, σε όλους τους— και μολύνθηκε με κάθε είδωλο εκείνων που πόθησε. 8Συνέχισε την πορνεία που άρχισε στην Αίγυπτο, όπου στα νιάτα της άντρες πλάγιασαν μαζί της, χάιδεψαν τα παρθενικά της στήθη και ξέσπασαν πάνω της τον πόθο τους. 9Γι’ αυτό την παρέδωσα στους εραστές της, στους Ασσύριους που τους πόθησε. 10Τη γύμνωσαν, άρπαξαν τους γιους και τις κόρες της, τη σκότωσαν με το σπαθί· έγινε παράδειγμα ντροπής ανάμεσα στις γυναίκες, κι έπεσε πάνω της η κρίση.
11«Η αδελφή της η Οολιβά τα είδε αυτά, όμως ο πόθος της ήταν πιο διεφθαρμένος από της αδελφής της, κι η πορνεία της χειρότερη. 12Πόθησε τους Ασσύριους —διοικητές, αξιωματικούς, πολεμιστές με πλήρη πανοπλία, καβαλάρηδες πάνω σε άλογα, όλους επιθυμητούς νέους. 13Είδα ότι κι αυτή μολύνθηκε· και οι δύο πήραν τον ίδιο δρόμο.
14«Μα προχώρησε την πορνεία της ακόμα πιο πέρα. Είδε άντρες σκαλισμένους στον τοίχο, μορφές Βαβυλωνίων με ζωηρό κόκκινο χρώμα, 15με ζώνες στη μέση τους, με ανεμίζοντα σαρίκια στο κεφάλι τους, όλοι σαν αξιωματικοί στην όψη, εικόνες Βαβυλωνίων που πατρίδα τους ήταν η Βαβυλωνία. 16Μόλις τους είδε, τους πόθησε κι έστειλε αγγελιοφόρους σ’ αυτούς στη Βαβυλωνία. 17Ήρθαν σ’ αυτήν οι Βαβυλώνιοι, στο κρεβάτι του έρωτα, και τη μόλυναν με την πορνεία τους. Κι αφού μολύνθηκε, γύρισε αηδιασμένη μακριά τους. 18Όταν επέδειξε την πορνεία της και ξεγύμνωσε τη γύμνια της, γύρισα αηδιασμένος μακριά της, όπως είχα γυρίσει μακριά από την αδελφή της. 19Πλήθυνε την πορνεία της, θυμίζοντας τις μέρες των νιάτων της, όταν εκπορνευόταν στη γη της Αιγύπτου, 20και πόθησε εκεί τους εραστές της, που τα γεννητικά τους όργανα ήταν σαν των γαϊδάρων κι η εκσπερμάτισή τους σαν των αλόγων. 21Έτσι λαχτάρησες την αισχρότητα των νιάτων σου, όταν οι Αιγύπτιοι έπιαναν τα στήθη των νιάτων σου».
22Γι’ αυτό, Οολιβά, να τι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Θα ξεσηκώσω εναντίον σου τους εραστές σου, εκείνους που γύρισες αηδιασμένη μακριά τους, και θα τους φέρω εναντίον σου απ’ όλες τις μεριές.
23«Τους άντρες της Βαβυλώνας μ’ όλους τους Χαλδαίους, τον Πεκώδ, τον Σωά και τον Κωά, κι όλους τους Ασσύριους: όμορφους νέους, όλους διοικητές κι αξιωματικούς, αρχηγούς, ξακουστούς άντρες, όλους καβάλα σε άλογα. 24Θα έρθουν εναντίον σου από τον βορρά με άρματα, αμάξια και πλήθος λαών, παραταγμένοι εναντίον σου ολόγυρα με ασπίδες μεγάλες και μικρές και με περικεφαλαίες. Θα παραδώσω σ’ αυτούς την κρίση, κι εκείνοι θα σε κρίνουν με τους δικούς τους κανόνες. 25Θα στρέψω τη ζήλια μου εναντίον σου, κι εκείνοι θα δράσουν εναντίον σου με οργή. Θα σου κόψουν τη μύτη και τ’ αυτιά· όσοι επιζήσουν θα πέσουν από το σπαθί. Θα αρπάξουν τους γιους και τις κόρες σου, κι ό,τι απομείνει από σένα θα το καταφάει η φωτιά. 26Θα σου βγάλουν τα ρούχα σου και θα σου πάρουν τα όμορφα κοσμήματά σου. 27Έτσι θα βάλω τέλος στην αισχρότητά σου και στην πορνεία που άρχισες στην Αίγυπτο, ώστε να μην τους ξανακοιτάξεις ποτέ με λαχτάρα ούτε να θυμηθείς ξανά την Αίγυπτο».
28Να τι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Σε παραδίνω σ’ εκείνους που μισείς, σ’ εκείνους από τους οποίους γύρισες αηδιασμένη μακριά. 29Θα σου φερθούν με μίσος, θα αρπάξουν όλα όσα κόπιασες να αποκτήσεις, και θα σε αφήσουν γυμνή κι ακάλυπτη, ξεσκεπάζοντας τη γύμνια της πορνείας σου. Η αισχρότητα κι η πορνεία σου 30στα έφεραν αυτά, επειδή εκπορνεύτηκες με τα έθνη και μολύνθηκες με τα είδωλά τους. 31Βάδισες στα χνάρια της αδελφής σου· γι’ αυτό θα βάλω το ποτήρι της στο χέρι σου».
32Να τι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Θα πιεις το ποτήρι της αδελφής σου, βαθύ κι ευρύχωρο· θα γίνεις περίγελος και χλεύη, γιατί χωράει τόσο πολλά. 33Θα γεμίσεις μέθη και θλίψη — ποτήρι φρίκης κι ερήμωσης, το ποτήρι της αδελφής σου της Σαμάρειας. 34Θα το πιεις και θα το στραγγίσεις ως την τελευταία σταγόνα, θα ροκανίσεις τα σπασμένα κομμάτια του και θα ξεσκίσεις τα ίδια σου τα στήθη· γιατί εγώ μίλησα, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας. b b v34 «Ξεσκίζω τα ίδια μου τα στήθη» —το να ξεσκίζει ή να χτυπά κανείς το ίδιο του το στήθος ήταν στην αρχαία Εγγύς Ανατολή χειρονομία ακραίας θλίψης.
35Γι’ αυτό, να τι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Επειδή με ξέχασες και με πέταξες πίσω από την πλάτη σου, πρέπει να βαστάξεις την αισχρότητά σου και την πορνεία σου».
36Ο Πατέρας μας μου είπε: «Γιε του ανθρώπου, θα κρίνεις την Οολά και την Οολιβά; Τότε αντιπαράθεσέ τους τα βδελυρά τους έργα.
37«Μοίχευσαν, με αίμα στα χέρια τους. Μοίχευσαν με τα είδωλά τους, κι ακόμα πέρασαν μέσα από τη φωτιά τα παιδιά που μου γέννησαν, για τροφή στα είδωλά τους. 38Αυτό ακόμα μου έκαναν: την ίδια εκείνη μέρα μόλυναν το αγιαστήριό μου και βεβήλωσαν τα Σάββατά μου. 39Την ίδια τη μέρα που έσφαξαν τα παιδιά τους στα είδωλά τους, μπήκαν στο αγιαστήριό μου για να το βεβηλώσουν. Αυτό έκαναν μέσα στον οίκο μου.
40«Έστειλαν μάλιστα να φέρουν άντρες από μακριά —πήγαν αγγελιοφόροι, κι εκείνοι ήρθαν. Γι’ αυτούς λούστηκες, έβαψες τα μάτια σου και στολίστηκες με τα κοσμήματά σου. 41Κάθισες πάνω σε μεγαλόπρεπο ανάκλιντρο, με τραπέζι στρωμένο μπροστά του, όπου έβαλες το θυμίαμά μου και το λάδι μου. 42Ο θόρυβος ενός ξέγνοιαστου πλήθους ήταν μαζί της· και μαζί με τον όχλο, έφεραν μέθυσους από την έρημο, κι εκείνοι φόρεσαν βραχιόλια στους καρπούς των γυναικών κι όμορφα στεφάνια στα κεφάλια τους». 43Είπα τότε γι’ αυτή τη γυναίκα, φθαρμένη από τη μοιχεία: «Τώρα θα συνεχίσουν να τη χρησιμοποιούν για πορνεία, κι εκείνη συναινεί». 44«Πλάγιασαν μαζί της όπως με μια πόρνη· έτσι μπήκαν στην Οολά και στην Οολιβά, αυτές τις αισχρές γυναίκες. 45Μα δίκαιοι άντρες θα τις καταδικάσουν σαν μοιχαλίδες και φόνισσες, γιατί είναι μοιχαλίδες με αίμα στα χέρια τους».
46Γιατί να τι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Φέρε εναντίον τους ένα πλήθος, και παράδωσέ τες στον τρόμο και στη λεηλασία. 47Το πλήθος θα τις λιθοβολήσει και θα τις κατακόψει με τα σπαθιά τους· θα σκοτώσουν τους γιους και τις κόρες τους και θα κάψουν τα σπίτια τους. 48Έτσι θα βάλω τέλος στην αισχρότητα μέσα στη χώρα, ώστε όλες οι γυναίκες να πάρουν μάθημα και να μη μιμηθούν την αισχρότητά σας. 49Θα ανταποδώσουν πάνω σας την αισχρότητά σας· θα βαστάξετε την ενοχή της ειδωλολατρίας σας και θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κυρίαρχος Πατέρας».