Ο Βαρνάβας και ο Σαύλος ξεχωρίζονται
Ηγέτες που νηστεύουν στην Αντιόχεια αποστέλλουν τον Βαρνάβα και τον Σαύλο. Στην Κύπρο ένας μάγος που εμποδίζει τον ανθύπατο από τον λόγο του Πατέρα μας τυφλώνεται. Στην Αντιόχεια της Πισιδίας ο Παύλος ακολουθεί την ιστορία του Ισραήλ ως την ανάσταση· η πόλη συρρέει, ο φθόνος ξεσπά, και οι δύο στρέφονται προς τα έθνη.
13 1Στην εκκλησία της Αντιόχειας υπήρχαν προφήτες και δάσκαλοι: ο Βαρνάβας, ο Συμεών που τον έλεγαν Νίγηρα, ο Λούκιος ο Κυρηναίος, ο Μαναήν, που είχε μεγαλώσει μαζί με τον Ηρώδη τον τετράρχη, και ο Σαύλος.
2Καθώς λάτρευαν τον Κύριό μας Ιησού και νήστευαν, το Άγιο Πνεύμα είπε: «Ξεχωρίστε μου τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για το έργο που τους έχω καλέσει».
3Τότε, αφού νήστεψαν και προσευχήθηκαν, έβαλαν πάνω τους τα χέρια και τους έστειλαν.
Ο λόγος του Πατέρα μας φτάνει στην Κύπρο
4Σταλμένοι από το Άγιο Πνεύμα, κατέβηκαν στη Σελεύκεια κι από εκεί έπλευσαν στην Κύπρο. 5Όταν έφτασαν στη Σαλαμίνα, κήρυτταν τον λόγο του Πατέρα μας στις ιουδαϊκές συναγωγές. Είχαν μαζί τους τον Ιωάννη ως βοηθό. 6Αφού διέσχισαν όλο το νησί ως την Πάφο, βρήκαν έναν Ιουδαίο μάγο και ψευδοπροφήτη που τον έλεγαν Βαριησού, 7ο οποίος βρισκόταν μαζί με τον ανθύπατο Σέργιο Παύλο, έναν συνετό άνθρωπο. Αυτός κάλεσε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο, θέλοντας ν’ ακούσει τον λόγο του Πατέρα μας. 8Ο Ελύμας ο μάγος —αυτή είναι η σημασία του ονόματός του— τους αντιστεκόταν, προσπαθώντας ν’ απομακρύνει τον ανθύπατο από την πίστη. 9Όμως ο Σαύλος, που λεγόταν και Παύλος, γεμάτος με το Άγιο Πνεύμα, τον κοίταξε επίμονα 10και είπε: «Γιε του διαβόλου, εχθρέ κάθε δικαιοσύνης, γεμάτε από κάθε δόλο και πανουργία, δε θα σταματήσεις ποτέ να διαστρέφεις τους ίσιους δρόμους του Πατέρα μας; 11Τώρα κοίτα: το χέρι του Πατέρα μας είναι πάνω σου. Θα τυφλωθείς και για ένα διάστημα δε θα μπορείς να βλέπεις τον ήλιο». Αμέσως έπεσε πάνω του καταχνιά και σκοτάδι· και ψηλαφώντας γύρω του ζητούσε κάποιον να τον οδηγήσει από το χέρι.
12Βλέποντας τι έγινε, ο ανθύπατος πίστεψε, θαυμάζοντας τη διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού.
Η ιστορία του Πατέρα μας κηρύσσεται στην Αντιόχεια
13Ο Παύλος και οι σύντροφοί του έπλευσαν από την Πάφο στην Πέργη της Παμφυλίας, όμως ο Ιωάννης τους άφησε και γύρισε στα Ιεροσόλυμα. 14Από την Πέργη συνέχισαν ως την Αντιόχεια της Πισιδίας. Το Σάββατο μπήκαν στη συναγωγή και κάθισαν. 15Μετά την ανάγνωση του νόμου και των προφητών, οι άρχοντες της συναγωγής τους έστειλαν να πουν: «Αδελφοί, αν έχετε κάποιον λόγο ενθάρρυνσης για τον λαό, μιλήστε».
16Ο Παύλος σηκώθηκε, έκανε νόημα με το χέρι του και είπε: «Άντρες Ισραηλίτες, κι εσείς που σέβεστε τον Πατέρα μας, ακούστε. 17Ο Πατέρας μας, ο Πατέρας αυτού του λαού του Ισραήλ, διάλεξε τους προγόνους μας, τους έκανε μεγάλους όσο έμεναν στη γη της Αιγύπτου και τους έβγαλε από εκεί με υψωμένο βραχίονα. 18Και για σαράντα περίπου χρόνια τους ανέχτηκε στην έρημο. 19Αφού κατέστρεψε εφτά έθνη στη Χαναάν, τους έδωσε τη γη τους για κληρονομιά. 20Αυτά κράτησαν γύρω στα τετρακόσια πενήντα χρόνια. Έπειτα τους έδωσε κριτές ως τον Σαμουήλ τον προφήτη. 21Τότε ζήτησαν βασιλιά, κι ο Πατέρας μας τούς έδωσε τον Σαούλ, τον γιο του Κις, έναν άντρα από τη φυλή του Βενιαμίν, για σαράντα χρόνια. 22Αφού τον απομάκρυνε, ανέδειξε βασιλιά τους τον Δαβίδ, δίνοντας τη μαρτυρία: «Βρήκα τον Δαβίδ, τον γιο του Ιεσσαί, έναν άνθρωπο κατά την καρδιά μου, που θα κάνει όλα όσα θέλω». 23Από τους απογόνους αυτού του ανθρώπου ο Πατέρας μας έφερε στον Ισραήλ έναν Σωτήρα, τον Ιησού, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί. 24Πριν από τον ερχομό του, ο Ιωάννης είχε κηρύξει σ’ όλο τον λαό του Ισραήλ ένα βάφτισμα μετάνοιας. 25Καθώς ο Ιωάννης ολοκλήρωνε την πορεία του, έλεγε: «Τι νομίζετε πως είμαι; Δεν είμαι εγώ εκείνος. Μα να, έρχεται ύστερα από μένα κάποιος, που δεν είμαι άξιος να λύσω τα σαντάλια στα πόδια του».
26»Αδελφοί, γιοι της γενιάς του Αβραάμ, κι εσείς ανάμεσά σας που σέβεστε τον Πατέρα μας: σ’ εμάς στάλθηκε αυτό το μήνυμα της σωτηρίας. 27Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και οι άρχοντές τους δεν τον αναγνώρισαν ούτε κατάλαβαν τα λόγια των προφητών που διαβάζονται κάθε Σάββατο· καταδικάζοντάς τον, εκπλήρωσαν αυτά ακριβώς τα λόγια. 28Αν και δε βρήκαν καμιά αιτία για να τον θανατώσουν, ζήτησαν από τον Πιλάτο να τον εκτελέσει. 29Αφού ολοκλήρωσαν όλα όσα ήταν γραμμένα γι’ αυτόν, τον κατέβασαν από το ξύλο και τον έβαλαν σ’ έναν τάφο. 30Όμως ο Πατέρας μας τον ανέστησε από τους νεκρούς, 31κι επί πολλές ημέρες εμφανίστηκε σ’ εκείνους που είχαν ανέβει μαζί του από τη Γαλιλαία στην Ιερουσαλήμ, οι οποίοι είναι τώρα μάρτυρές του στον λαό. 32Κι εμείς σας φέρνουμε το χαρμόσυνο μήνυμα αυτού που υποσχέθηκε ο Πατέρας μας στους προγόνους μας.
33Αυτό το εκπλήρωσε σ’ εμάς, τα παιδιά τους, ανασταίνοντας τον Ιησού, όπως είναι γραμμένο και στον δεύτερο ψαλμό: «Εσύ είσαι ο Υιός μου· εγώ σήμερα σε γέννησα».
34Κι όσο για το ότι τον ανέστησε από τους νεκρούς, για να μην ξαναφθαρεί ποτέ, είπε: «Θα σας δώσω τις άγιες και σίγουρες ευλογίες που υποσχέθηκα στον Δαβίδ». 35Γι’ αυτό λέει και σ’ έναν άλλο ψαλμό: «Δε θα αφήσεις τον άγιό σου να δει φθορά». 36Γιατί ο Δαβίδ, αφού υπηρέτησε τον σκοπό του Πατέρα μας στη δική του γενιά, κοιμήθηκε, τάφηκε μαζί με τους προγόνους του κι είδε φθορά· 37όμως εκείνος που ανέστησε ο Πατέρας μας δεν είδε φθορά. 38Να το ξέρετε, λοιπόν, αδελφοί: μέσα απ’ αυτόν τον άνθρωπο κηρύσσεται σ’ εσάς η άφεση των αμαρτιών, 39κι όποιος πιστεύει ελευθερώνεται μέσω αυτού από καθετί που ο νόμος του Μωυσή δεν μπορούσε να σας ελευθερώσει. 40Προσέχετε, λοιπόν, να μη σας συμβεί αυτό που λέγεται στους προφήτες: 41«Κοιτάξτε, εσείς οι χλευαστές, θαυμάστε και χαθείτε· γιατί κάνω ένα έργο στις ημέρες σας, ένα έργο που δε θα το πιστέψετε ποτέ, ακόμη κι αν σας το πει κάποιος».
42Καθώς ο Παύλος κι ο Βαρνάβας έφευγαν, ο κόσμος τούς παρακαλούσε να ξαναμιλήσουν γι’ αυτά το επόμενο Σάββατο. 43Όταν τελείωσε η σύναξη της συναγωγής, πολλοί Ιουδαίοι κι ευσεβείς προσήλυτοι στον ιουδαϊσμό ακολούθησαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα, που τους μίλησαν και τους προέτρεψαν να μένουν σταθεροί στη χάρη του Πατέρα μας.
44Το επόμενο Σάββατο μαζεύτηκε σχεδόν όλη η πόλη ν’ ακούσει τον λόγο του Κυρίου μας Ιησού. 45Όταν οι Ιουδαίοι είδαν τα πλήθη, γέμισαν ζήλια κι αντιμιλούσαν στα λόγια του Παύλου, βρίζοντάς τον.
46Ο Παύλος κι ο Βαρνάβας μίλησαν με θάρρος: «Σ’ εσάς έπρεπε πρώτα να ειπωθεί ο λόγος του Πατέρα μας. Επειδή όμως τον απορρίπτετε και κρίνετε τον εαυτό σας ανάξιο για την αιώνια ζωή, να, στρεφόμαστε στους εθνικούς.
47Γιατί ο Πατέρας μας μάς έχει προστάξει: «Σε έκανα φως για τα έθνη, για να φέρεις τη σωτηρία ως τα πέρατα της γης»».
48Ακούγοντάς το αυτό, οι εθνικοί χάρηκαν και δόξαζαν τον λόγο του Κυρίου μας Ιησού· κι όσοι ήταν ορισμένοι για την αιώνια ζωή πίστεψαν. 49Κι ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού απλωνόταν σ’ ολόκληρη την περιοχή. 50Όμως οι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν τις ευσεβείς γυναίκες της υψηλής τάξης και τους πρώτους άντρες της πόλης, υποκίνησαν διωγμό ενάντια στον Παύλο και τον Βαρνάβα και τους έδιωξαν από την περιοχή τους. 51Τότε αυτοί τίναξαν τη σκόνη από τα πόδια τους εναντίον τους και πήγαν στο Ικόνιο. 52Κι οι μαθητές ήταν γεμάτοι χαρά και με το Άγιο Πνεύμα.