Ο σποριάς βγήκε να σπείρει
Από μια βάρκα ο Ιησούς λέει ιστορίες για τη βασιλεία του Πατέρα του που κρύβουν όσα και αποκαλύπτουν: τέσσερα εδάφη, ζιζάνια που αφήνονται σκόπιμα να μεγαλώνουν ως τον θερισμό, ένας σπόρος σιναπιού, κρυμμένο προζύμι, ένας θησαυρός που αξίζει να πουλήσεις τα πάντα γι' αυτόν. Έπειτα η ίδια του η πατρίδα σκανδαλίζεται, και λίγα γίνονται εκεί.
13 1Εκείνη τη μέρα ο Ιησούς βγήκε από το σπίτι και κάθισε κοντά στη θάλασσα. 2Μαζεύτηκε γύρω του πολύς κόσμος, γι' αυτό μπήκε σε μια βάρκα και κάθισε, ενώ όλος ο κόσμος στεκόταν στην ακρογιαλιά.
3Και τους είπε πολλά με παραβολές: «Να, ένας σποριάς βγήκε να σπείρει. 4Καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο, και ήρθαν τα πουλιά και τους έφαγαν. 5Άλλοι σπόροι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος με λίγο χώμα, και φύτρωσαν γρήγορα, επειδή το χώμα δεν είχε βάθος. 6Όταν ανέτειλε ο ήλιος, τα φυτά κάηκαν· κι επειδή δεν είχαν ρίζα, ξεράθηκαν. 7Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα στα αγκάθια, και τα αγκάθια μεγάλωσαν και τους έπνιξαν. 8Άλλοι σπόροι έπεσαν σε καλό χώμα κι έδωσαν καρπό: άλλοι εκατό φορές, άλλοι εξήντα, άλλοι τριάντα. 9Όποιος έχει αυτιά ας ακούει».
10Τότε ήρθαν οι μαθητές και τον ρώτησαν: «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;»
11Εκείνος απάντησε: «Σ' εσάς δόθηκε να γνωρίσετε τα μυστικά της βασιλείας του Πατέρα μας· σ' αυτούς όμως όχι. 12Σ' όποιον έχει θα του δοθούν κι άλλα και θα έχει περίσσια· όποιος όμως δεν έχει, θα του αφαιρεθεί κι αυτό που έχει. 13Γι' αυτό τους μιλώ με παραβολές· γιατί, κοιτάζουν μα δε βλέπουν, ακούν μα δεν ακούν ούτε καταλαβαίνουν. 14Σ' αυτούς εκπληρώνεται η προφητεία του Ησαΐα: “Θα ακούτε και θα ακούτε, μα δε θα καταλαβαίνετε· θα βλέπετε και θα βλέπετε, μα δε θα διακρίνετε. 15Γιατί η καρδιά αυτού του λαού έχει σκληρύνει· μετά βίας ακούν με τα αυτιά τους, κι έκλεισαν τα μάτια τους—αλλιώς θα έβλεπαν με τα μάτια τους, θα άκουγαν με τα αυτιά τους, θα καταλάβαιναν με την καρδιά τους, και θα επέστρεφαν, κι εγώ θα τους γιάτρευα”.
16Μακάρια όμως τα μάτια σας, γιατί βλέπουν, και τα αυτιά σας, γιατί ακούν. 17Σας βεβαιώνω: πολλοί προφήτες και δίκαιοι άνθρωποι λαχτάρησαν να δουν αυτά που βλέπετε εσείς, μα δεν τα είδαν· και ν' ακούσουν αυτά που ακούτε, μα δεν τα άκουσαν.
18Ακούστε, λοιπόν, την παραβολή του σποριά. 19Σε καθέναν που ακούει τον λόγο της βασιλείας και δεν τον κατανοεί, έρχεται ο πονηρός κι αρπάζει αυτό που σπάρθηκε στην καρδιά του. Αυτός είναι ο σπόρος που σπάρθηκε κοντά στο δρόμο. 20Ο σπόρος που σπάρθηκε στο πετρώδες έδαφος είναι εκείνος που ακούει τον λόγο και αμέσως τον δέχεται με χαρά, 21δεν έχει όμως ρίζα μέσα του και δεν κρατάει· όταν έρθει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, γρήγορα απομακρύνεται. 22Εκείνος που σπάρθηκε ανάμεσα στα αγκάθια είναι αυτός που ακούει τον λόγο, μα η αγωνία για τούτον τον κόσμο και η απάτη του πλούτου τον πνίγουν και τον κάνουν άκαρπο. 23Ο σπόρος όμως που σπάρθηκε στο καλό χώμα είναι εκείνος που ακούει τον λόγο και τον κατανοεί. Αυτός καρποφορεί—εκατό, εξήντα ή τριάντα φορές περισσότερο απ' ό,τι σπάρθηκε».
Το σιτάρι και τα ζιζάνια στο χωράφι
24Τους είπε κι άλλη παραβολή: «Η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ' έναν άνθρωπο που έσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του. 25Μα ενώ κοιμόνταν όλοι, ήρθε ο εχθρός του, έσπειρε ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι κι έφυγε. 26Όταν το σιτάρι φύτρωσε κι έβγαλε καρπό, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια. 27Ήρθαν οι δούλοι του ιδιοκτήτη και του είπαν: “Αφέντη, δεν έσπειρες καλό σπόρο στο χωράφι σου; Πού βρέθηκαν λοιπόν τα ζιζάνια;”
28“Κάποιος εχθρός το έκανε αυτό”, τους απάντησε. “Θέλεις λοιπόν να πάμε να τα ξεριζώσουμε;” τον ρώτησαν οι δούλοι.
29“Όχι”, τους είπε, “γιατί, καθώς θα βγάζετε τα ζιζάνια, μπορεί να ξεριζώσετε μαζί τους και το σιτάρι. 30Αφήστε τα να μεγαλώσουν μαζί και τα δύο ως τον θερισμό. Και τον καιρό του θερισμού θα πω στους θεριστές: Μαζέψτε πρώτα τα ζιζάνια και δέστε τα σε δεμάτια για να καούν· ύστερα μαζέψτε το σιτάρι στην αποθήκη μου”».
Ένας σπόρος σιναπιού γίνεται δέντρο
31Τους είπε κι άλλη παραβολή: «Η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ' έναν σπόρο σιναπιού που τον πήρε ένας άνθρωπος και τον φύτεψε στο χωράφι του. 32Αν και είναι ο πιο μικρός απ' όλους τους σπόρους, όταν μεγαλώσει γίνεται το πιο μεγάλο απ' όλα τα λαχανικά, δέντρο, όπου έρχονται τα πουλιά και φωλιάζουν στα κλαδιά του».
Η βασιλεία δουλεύει σαν κρυμμένο προζύμι
33Τους είπε κι άλλη παραβολή: «Η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει με προζύμι που το πήρε μια γυναίκα και το ανακάτεψε με περίπου έντεκα κιλά αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο το ζυμάρι».
34Όλα αυτά τα είπε ο Ιησούς στα πλήθη με παραβολές· χωρίς παραβολή δεν τους έλεγε τίποτε.
35Έτσι εκπληρώθηκε εκείνο που είχε ειπωθεί μέσω του προφήτη: «Θα ανοίξω το στόμα μου με παραβολές, θα φανερώσω όσα ήταν κρυμμένα από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος».
Ο Πατέρας ξεχωρίζει το σιτάρι από τα ζιζάνια
36Τότε άφησε τα πλήθη και μπήκε στο σπίτι. Τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Εξήγησέ μας την παραβολή με τα ζιζάνια στο χωράφι».
37Εκείνος απάντησε: «Αυτός που έσπειρε τον καλό σπόρο είναι ο Υιός του Ανθρώπου. 38Το χωράφι είναι ο κόσμος. Ο καλός σπόρος είναι τα παιδιά της βασιλείας· τα ζιζάνια είναι τα παιδιά του πονηρού. 39Ο εχθρός που τα έσπειρε είναι ο διάβολος· ο θερισμός είναι το τέλος του κόσμου· οι θεριστές είναι άγγελοι. 40Όπως λοιπόν μαζεύονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, έτσι θα γίνει και στο τέλος του κόσμου. 41Ο Υιός του Ανθρώπου θα στείλει τους αγγέλους του, και θα βγάλουν από τη βασιλεία του καθετί που προκαλεί αμαρτία και όλους όσους κάνουν το κακό. 42Και θα τους ρίξουν στο αναμμένο καμίνι· εκεί θα υπάρχει κλάμα και τρίξιμο δοντιών. 43Τότε οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του Πατέρα τους. Όποιος έχει αυτιά ας ακούει».
Η βασιλεία αξίζει τα πάντα
44Η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει με θησαυρό κρυμμένο σ' ένα χωράφι. Ένας άνθρωπος τον βρήκε, τον ξανάκρυψε, κι ύστερα, γεμάτος χαρά, πούλησε όλα όσα είχε κι αγόρασε εκείνο το χωράφι.
45«Πάλι, η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ' έναν έμπορο που ψάχνει για εκλεκτά μαργαριτάρια. 46Όταν βρήκε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι, πήγε και πούλησε όλα όσα είχε και το αγόρασε.
Το δίχτυ πιάνει κάθε λογής
47Πάλι, η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει με δίχτυ που ρίχτηκε στη λίμνη και μάζεψε ψάρια κάθε λογής. 48Όταν γέμισε, οι ψαράδες το τράβηξαν στην ακτή, κάθισαν και μάζεψαν τα καλά ψάρια σε καλάθια, ενώ τα κακά τα πέταξαν. 49Έτσι θα γίνει και στο τέλος του κόσμου: θα βγουν οι άγγελοι και θα χωρίσουν τους κακούς ανάμεσα από τους δίκαιους, 50και θα τους ρίξουν στο αναμμένο καμίνι· εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους».
51«Τα καταλάβατε όλα αυτά;» «Ναι», απάντησαν.
52Τους είπε: «Κάθε δάσκαλος του νόμου που έχει μαθητευτεί για τη βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ' έναν νοικοκύρη που βγάζει από την αποθήκη του θησαυρούς καινούριους και παλιούς».
Ο Ιησούς απορρίπτεται στην πατρίδα του
53Όταν ο Ιησούς τελείωσε αυτές τις παραβολές, έφυγε από εκεί.
54Όταν γύρισε στην πατρίδα του, δίδασκε στη συναγωγή τους, κι εκείνοι έμειναν κατάπληκτοι: «Από πού βρήκε αυτός αυτή τη σοφία και τη δύναμη να κάνει θαύματα; 55Δεν είναι αυτός ο γιος του ξυλουργού; Δεν λέγεται η μητέρα του Μαρία, και τ' αδέρφια του Ιάκωβος, Ιωσήφ, Σίμων και Ιούδας; 56Δεν είναι όλες οι αδερφές του εδώ μαζί μας; Από πού λοιπόν βρήκε αυτός όλα αυτά;»
57Και σκανδαλίζονταν μ' αυτόν. Μα ο Ιησούς τους είπε: «Ένας προφήτης τιμάται παντού, εκτός από την πατρίδα του και το ίδιο του το σπίτι».
58Και δεν έκανε εκεί πολλά θαύματα, εξαιτίας της απιστίας τους.