Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή
Ο Ηρώδης, παγιδευμένος από έναν όρκο που έδωσε σε γιορτή, αποκεφαλίζει τον Ιωάννη. Ο Ιησούς αποσύρεται για να πενθήσει, το πλήθος τον ακολουθεί ούτως ή άλλως, και τους τρέφει με πέντε ψωμιά. Αργότερα ο Πέτρος βγαίνει και περπατά πάνω στο νερό προς αυτόν, βλέπει τον άνεμο και αρχίζει να βυθίζεται.
14 1Εκείνον τον καιρό ο Ηρώδης ο τετράρχης άκουσε τις φήμες για τον Ιησού. 2Είπε στους αυλικούς του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής· αναστήθηκε από τους νεκρούς, γι’ αυτό ενεργούν μέσα του αυτές οι δυνάμεις». 3Γιατί ο Ηρώδης είχε συλλάβει τον Ιωάννη, τον είχε αλυσοδέσει και τον είχε κλείσει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του αδελφού του του Φιλίππου· 4επειδή ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις». 5Ο Ηρώδης ήθελε να τον σκοτώσει, φοβόταν όμως το πλήθος, γιατί θεωρούσαν τον Ιωάννη προφήτη. 6Όταν όμως ήρθαν τα γενέθλια του Ηρώδη, η κόρη της Ηρωδιάδας χόρεψε μπροστά τους και ευχαρίστησε τον Ηρώδη, 7γι’ αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι ζητήσει. 8Εκείνη, παρακινημένη από τη μητέρα της, είπε: «Δώσ’ μου εδώ, σ’ ένα πιάτο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».
9Ο βασιλιάς λυπήθηκε, αλλά εξαιτίας των όρκων του και των καλεσμένων στο δείπνο έδωσε τη διαταγή, 10και έστειλε κι αποκεφάλισε τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή. 11Το κεφάλι του το έφεραν σ’ ένα πιάτο και το έδωσαν στο κορίτσι, που το έφερε στη μητέρα της. 12Τότε ήρθαν οι μαθητές του Ιωάννη, πήραν το σώμα και το έθαψαν· έπειτα πήγαν και το είπαν στον Ιησού.
Ο Ιησούς χορταίνει πέντε χιλιάδες
13Όταν το άκουσε ο Ιησούς, αποσύρθηκε με το πλοιάριο σ’ έναν ερημικό τόπο, μόνος. Αλλά τα πλήθη το έμαθαν και τον ακολούθησαν πεζή από τις πόλεις. 14Όταν βγήκε στη στεριά, είδε ένα μεγάλο πλήθος, τους σπλαχνίστηκε και γιάτρεψε τους αρρώστους τους. 15Όταν βράδιασε, τον πλησίασαν οι μαθητές και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα πια περασμένη. Διώξε τα πλήθη να πάνε στα χωριά και ν’ αγοράσουν φαγητό για τον εαυτό τους».
16Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν χρειάζεται να φύγουν. Δώστε τους εσείς να φάνε».
17Εκείνοι του είπαν: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια».
18Εκείνος είπε: «Φέρτε μού τα εδώ».
19Πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν στο χορτάρι. Πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, ευχαρίστησε, έκοψε τα ψωμιά και τα έδωσε στους μαθητές, κι εκείνοι στα πλήθη. 20Έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και μάζεψαν τα κομμάτια που περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. 21Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά.
Ο Ιησούς περπατάει πάνω στο νερό
22Αμέσως υποχρέωσε τους μαθητές να μπουν στο πλοιάριο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην απέναντι όχθη, ωσότου διώξει τα πλήθη. 23Αφού έδιωξε τα πλήθη, ανέβηκε στο βουνό μόνος του να προσευχηθεί. Όταν βράδιασε, ήταν εκεί μονάχος. 24Το πλοιάριο ήταν πια μακριά από τη στεριά, παιδεμένο από τα κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. 25Κατά τις τρεις τα ξημερώματα ήρθε κοντά τους περπατώντας πάνω στη θάλασσα. a a v25 Η τέταρτη φυλακή της νύχτας ήταν περίπου από τις τρεις ως τις έξι το πρωί — η πιο σκοτεινή και πιο κρύα ώρα πριν από την αυγή. 26Όταν τον είδαν να περπατάει πάνω στη θάλασσα, οι μαθητές τρόμαξαν και έλεγαν: «Φάντασμα!» και φώναξαν από τον φόβο τους.
27Αμέσως όμως ο Ιησούς τους μίλησε: «Θάρρος! Εγώ είμαι· μη φοβάστε».
28Ο Πέτρος του απάντησε: «Κύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου πάνω στα νερά».
29Εκείνος είπε: «Έλα». Ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοιάριο, περπάτησε πάνω στα νερά και πήγαινε προς τον Ιησού.
30Βλέποντας όμως τον δυνατό άνεμο, φοβήθηκε, κι όπως άρχισε να βουλιάζει, φώναξε: «Κύριε, σώσε με!».
31Ο Ιησούς αμέσως άπλωσε το χέρι του, τον έπιασε και του είπε: «Ολιγόπιστε, γιατί αμφέβαλες;».
32Κι όταν ανέβηκαν στο πλοιάριο, ο άνεμος κόπασε. 33Τότε αυτοί που ήταν στο πλοιάριο τον προσκύνησαν και είπαν: «Αληθινά, εσύ είσαι ο Υιός του Πατέρα μας».
34Αφού πέρασαν απέναντι, ήρθαν στη στεριά, στη Γεννησαρέτ. 35Όταν τον αναγνώρισαν οι άνθρωποι εκείνου του τόπου, έστειλαν μήνυμα σ’ όλη εκείνη την περιοχή και του έφεραν όλους τους αρρώστους. 36Τον παρακαλούσαν ν’ αφήσει μονάχα ν’ αγγίξουν την άκρη του ρούχου του, κι όσοι το άγγιξαν γιατρεύτηκαν.