Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Ματθαίον 14 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή

Ο Ηρώδης, παγιδευμένος από έναν όρκο που έδωσε σε γιορτή, αποκεφαλίζει τον Ιωάννη. Ο Ιησούς αποσύρεται για να πενθήσει, το πλήθος τον ακολουθεί ούτως ή άλλως, και τους τρέφει με πέντε ψωμιά. Αργότερα ο Πέτρος βγαίνει και περπατά πάνω στο νερό προς αυτόν, βλέπει τον άνεμο και αρχίζει να βυθίζεται.

Κεφάλαιο 14.

Εκείνον τον καιρό ο Ηρώδης ο τετράρχης άκουσε τις φήμες για τον Ιησού. Είπε στους αυλικούς του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής· αναστήθηκε από τους νεκρούς, γι’ αυτό ενεργούν μέσα του αυτές οι δυνάμεις». Γιατί ο Ηρώδης είχε συλλάβει τον Ιωάννη, τον είχε αλυσοδέσει και τον είχε κλείσει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του αδελφού του του Φιλίππου· επειδή ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις». Ο Ηρώδης ήθελε να τον σκοτώσει, φοβόταν όμως το πλήθος, γιατί θεωρούσαν τον Ιωάννη προφήτη. Όταν όμως ήρθαν τα γενέθλια του Ηρώδη, η κόρη της Ηρωδιάδας χόρεψε μπροστά τους και ευχαρίστησε τον Ηρώδη, γι’ αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι ζητήσει. Εκείνη, παρακινημένη από τη μητέρα της, είπε: «Δώσ’ μου εδώ, σ’ ένα πιάτο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».

Ο βασιλιάς λυπήθηκε, αλλά εξαιτίας των όρκων του και των καλεσμένων στο δείπνο έδωσε τη διαταγή, και έστειλε κι αποκεφάλισε τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή. Το κεφάλι του το έφεραν σ’ ένα πιάτο και το έδωσαν στο κορίτσι, που το έφερε στη μητέρα της. Τότε ήρθαν οι μαθητές του Ιωάννη, πήραν το σώμα και το έθαψαν· έπειτα πήγαν και το είπαν στον Ιησού.

Ο Ιησούς χορταίνει πέντε χιλιάδες

Όταν το άκουσε ο Ιησούς, αποσύρθηκε με το πλοιάριο σ’ έναν ερημικό τόπο, μόνος. Αλλά τα πλήθη το έμαθαν και τον ακολούθησαν πεζή από τις πόλεις. Όταν βγήκε στη στεριά, είδε ένα μεγάλο πλήθος, τους σπλαχνίστηκε και γιάτρεψε τους αρρώστους τους. Όταν βράδιασε, τον πλησίασαν οι μαθητές και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα πια περασμένη. Διώξε τα πλήθη να πάνε στα χωριά και ν’ αγοράσουν φαγητό για τον εαυτό τους».

Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν χρειάζεται να φύγουν. Δώστε τους εσείς να φάνε».

Εκείνοι του είπαν: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια».

Εκείνος είπε: «Φέρτε μού τα εδώ».

Πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν στο χορτάρι. Πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, ευχαρίστησε, έκοψε τα ψωμιά και τα έδωσε στους μαθητές, κι εκείνοι στα πλήθη. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και μάζεψαν τα κομμάτια που περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά.

Ο Ιησούς περπατάει πάνω στο νερό

Αμέσως υποχρέωσε τους μαθητές να μπουν στο πλοιάριο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην απέναντι όχθη, ωσότου διώξει τα πλήθη. Αφού έδιωξε τα πλήθη, ανέβηκε στο βουνό μόνος του να προσευχηθεί. Όταν βράδιασε, ήταν εκεί μονάχος. Το πλοιάριο ήταν πια μακριά από τη στεριά, παιδεμένο από τα κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα ήρθε κοντά τους περπατώντας πάνω στη θάλασσα. a a v25 Η τέταρτη φυλακή της νύχτας ήταν περίπου από τις τρεις ως τις έξι το πρωί — η πιο σκοτεινή και πιο κρύα ώρα πριν από την αυγή. Όταν τον είδαν να περπατάει πάνω στη θάλασσα, οι μαθητές τρόμαξαν και έλεγαν: «Φάντασμα!» και φώναξαν από τον φόβο τους.

Αμέσως όμως ο Ιησούς τους μίλησε: «Θάρρος! Εγώ είμαι· μη φοβάστε».

Ο Πέτρος του απάντησε: «Κύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου πάνω στα νερά».

Εκείνος είπε: «Έλα». Ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοιάριο, περπάτησε πάνω στα νερά και πήγαινε προς τον Ιησού.

Βλέποντας όμως τον δυνατό άνεμο, φοβήθηκε, κι όπως άρχισε να βουλιάζει, φώναξε: «Κύριε, σώσε με!».

Ο Ιησούς αμέσως άπλωσε το χέρι του, τον έπιασε και του είπε: «Ολιγόπιστε, γιατί αμφέβαλες;».

Κι όταν ανέβηκαν στο πλοιάριο, ο άνεμος κόπασε. Τότε αυτοί που ήταν στο πλοιάριο τον προσκύνησαν και είπαν: «Αληθινά, εσύ είσαι ο Υιός του Πατέρα μας».

Αφού πέρασαν απέναντι, ήρθαν στη στεριά, στη Γεννησαρέτ. Όταν τον αναγνώρισαν οι άνθρωποι εκείνου του τόπου, έστειλαν μήνυμα σ’ όλη εκείνη την περιοχή και του έφεραν όλους τους αρρώστους. Τον παρακαλούσαν ν’ αφήσει μονάχα ν’ αγγίξουν την άκρη του ρούχου του, κι όσοι το άγγιξαν γιατρεύτηκαν.