Η παράδοση ενάντια στον λόγο του Πατέρα
Ο Ιησούς λέει στους Φαρισαίους ότι η παράδοσή τους έχει ακυρώσει την ίδια την εντολή του Πατέρα, και ότι αυτό που μολύνει βγαίνει από την καρδιά, δεν μπαίνει στο στόμα. Μια Χαναναία αρνείται να τη διώξουν, του αντιμιλά, και η βασανισμένη κόρη της θεραπεύεται.
15 1Τότε ήρθαν στον Ιησού Φαρισαίοι και γραμματείς από τα Ιεροσόλυμα και του είπαν: 2«Γιατί οι μαθητές σου παραβαίνουν την παράδοση των προγόνων; Δεν πλένουν τα χέρια τους όταν τρώνε».
3Εκείνος απάντησε: «Κι εσείς γιατί παραβαίνετε την εντολή του Πατέρα μας για χάρη της παράδοσής σας; 4Γιατί ο Πατέρας μας είπε: “Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου”, και: “Όποιος καταραστεί τον πατέρα ή τη μητέρα του πρέπει οπωσδήποτε να θανατωθεί”. 5Εσείς όμως λέτε: “Όποιος πει στον πατέρα του ή στη μητέρα του: ‘Ό,τι κέρδισες από μένα είναι δώρο αφιερωμένο στον Πατέρα μας,’ 6δεν είναι υποχρεωμένος να τιμήσει τον πατέρα του με αυτό”. Έτσι ακυρώσατε τον λόγο του Πατέρα μας για χάρη της παράδοσής σας. 7Υποκριτές! Σωστά προφήτεψε για σας ο Ησαΐας όταν είπε: 8“Αυτός ο λαός με τιμάει με τα χείλη του, αλλά η καρδιά του είναι μακριά από μένα· 9με λατρεύουν μάταια, διδάσκοντας εντολές ανθρώπων ως διδασκαλία”».
10Τότε κάλεσε κοντά του το πλήθος και είπε: «Ακούστε και καταλάβετε: 11Δεν είναι αυτό που μπαίνει στο στόμα που κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο, αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο».
12Τότε ήρθαν οι μαθητές και του είπαν: «Ξέρεις ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν όταν άκουσαν αυτά τα λόγια;»
13Εκείνος απάντησε: «Κάθε φυτό που δεν το φύτεψε ο ουράνιος Πατέρας μου θα ξεριζωθεί. 14Αφήστε τους· είναι τυφλοί οδηγοί. Κι αν ένας τυφλός οδηγεί έναν τυφλό, θα πέσουν και οι δύο σε λάκκο».
15Ο Πέτρος του είπε: «Εξήγησέ μας αυτή την παραβολή».
16«Είστε ακόμα τόσο ασύνετοι όσο κι οι άλλοι;» είπε ο Ιησούς. 17«Δεν καταλαβαίνετε ότι ό,τι μπαίνει στο στόμα πηγαίνει στο στομάχι κι έπειτα αποβάλλεται; 18Αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα προέρχεται από την καρδιά, κι αυτό κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο. 19Γιατί από την καρδιά βγαίνουν πονηροί λογισμοί: φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, συκοφαντίες. 20Αυτά κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο· αλλά το να τρώει κανείς με άπλυτα χέρια δεν κάνει κανέναν ακάθαρτο».
Η επίμονη πίστη μιας γυναίκας
21Φεύγοντας από εκεί, ο Ιησούς αποσύρθηκε στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. 22Μια Χαναναία γυναίκα από εκείνη την περιοχή ήρθε και φώναζε: «Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ! Η κόρη μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο».
23Εκείνος δεν της απάντησε τίποτε. Ήρθαν οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν: «Διώξε την, γιατί μας ακολουθεί φωνάζοντας».
24Εκείνος απάντησε: «Στάλθηκα μόνο για τα χαμένα πρόβατα του λαού του Ισραήλ».
25Εκείνη όμως ήρθε και γονάτισε μπροστά του λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με!»
26Εκείνος απάντησε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το ρίξει στα σκυλιά».
27«Ναι, Κύριε», είπε εκείνη, «όμως και τα σκυλιά τρώνε τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους».
28Ο Ιησούς απάντησε: «Γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου. Ας γίνει όπως θέλεις». Κι από εκείνη την ώρα η κόρη της γιατρεύτηκε.
Ο Πατέρας χορταίνει τις τέσσερις χιλιάδες
29Φεύγοντας από εκεί, ο Ιησούς πήγε κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας, ανέβηκε στο βουνό και κάθισε εκεί. 30Ήρθαν κοντά του μεγάλα πλήθη φέρνοντας μαζί τους κουτσούς, τυφλούς, κουλούς, μουγκούς και πολλούς άλλους, και τους έβαλαν στα πόδια του, κι εκείνος τους γιάτρεψε. 31Έτσι το πλήθος έμεινε κατάπληκτο, βλέποντας τους μουγκούς να μιλούν, τους κουλούς να γίνονται καλά, τους κουτσούς να περπατούν και τους τυφλούς να βλέπουν· και δόξασαν τον Πατέρα του Ισραήλ.
32Ο Ιησούς κάλεσε κοντά του τους μαθητές του και είπε: «Σπλαχνίζομαι αυτό το πλήθος, γιατί τρεις μέρες τώρα είναι μαζί μου και δεν έχουν τι να φάνε. Δεν θέλω να τους διώξω νηστικούς· μπορεί να λιποθυμήσουν στον δρόμο».
33Οι μαθητές τον ρώτησαν: «Πού, σε τούτον τον ερημικό τόπο, θα βρούμε τόσα ψωμιά για να χορτάσει τέτοιο πλήθος;»
34«Πόσα ψωμιά έχετε;» τους ρώτησε ο Ιησούς. «Εφτά», απάντησαν, «και λίγα ψαράκια».
35Τότε πρόσταξε το πλήθος να καθίσει καταγής. 36Έπειτα πήρε τα εφτά ψωμιά και τα ψάρια, ευχαρίστησε, τα έκοψε, τα έδωσε στους μαθητές, κι εκείνοι τα έδωσαν στα πλήθη. 37Έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και μάζεψαν εφτά κοφίνια γεμάτα από τα κομμάτια που περίσσεψαν. 38Αυτοί που έφαγαν ήταν τέσσερις χιλιάδες άντρες, χωρίς να υπολογίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά. 39Αφού έδιωξε τα πλήθη, μπήκε στο πλοίο και πήγε στην περιοχή της Μαγαδάν.