Ο αγαπημένος Υιός του Πατέρα μας απορρίπτεται
Η παραβολή των γεωργών που δολοφονούν τον γιο του ιδιοκτήτη πέφτει πάνω στους άρχοντες που ακούν. Ο Ιησούς ξεφεύγει από παγίδες για τους φόρους και την ανάσταση, ονομάζει την αγάπη προς τον Πατέρα μας και τον πλησίον ως τη μεγαλύτερη εντολή, ξεσκεπάζει γραμματείς που κατατρώνε τις χήρες, ύστερα επαινεί τα δύο λεπτά μιας χήρας.
12 1Άρχισε να τους μιλάει με παραβολές: «Κάποιος άνθρωπος φύτεψε ένα αμπέλι, το περίφραξε, έσκαψε πατητήρι, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς κι έφυγε. 2Όταν ήρθε η εποχή της συγκομιδής, έστειλε έναν δούλο στους γεωργούς για να εισπράξει μερικούς από τους καρπούς του αμπελιού. 3Εκείνοι όμως τον έπιασαν, τον έδειραν και τον έδιωξαν με άδεια χέρια. 4Πάλι τους έστειλε άλλον δούλο· εκείνον τον χτύπησαν στο κεφάλι και τον εξευτέλισαν. 5Έστειλε κι άλλον, και τον σκότωσαν· έπειτα πολλούς ακόμη, κι άλλους τους έδερναν κι άλλους τους σκότωναν».
6Είχε ακόμη έναν, έναν αγαπημένο γιο. Τελευταίον τον έστειλε σ’ αυτούς, λέγοντας: «Θα σεβαστούν τον γιο μου». a a v6 Ο ιδιοκτήτης του αμπελιού που στέλνει τον έναν αγαπημένο γιο του είναι ο Πατέρας μας που στέλνει τον Ιησού — τα ίδια λόγια που είπε ο Πατέρας γι’ αυτόν στη βάφτισή του: «ο αγαπημένος μου Υιός».
7«Οι γεωργοί όμως είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε, κι η κληρονομιά θα γίνει δική μας”. 8Έτσι τον έπιασαν, τον σκότωσαν και τον πέταξαν έξω από το αμπέλι. 9Τι θα κάνει λοιπόν ο ιδιοκτήτης του αμπελιού; Θα έρθει, θα αφανίσει τους γεωργούς και θα δώσει το αμπέλι σε άλλους. 10Δε διαβάσατε ποτέ αυτή τη Γραφή: “Ο λίθος που απέρριψαν οι οικοδόμοι έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος· 11αυτό το έκανε ο Πατέρας μας, κι είναι θαυμαστό στα μάτια μας”;»
12Ήθελαν να τον συλλάβουν, φοβήθηκαν όμως τον κόσμο, γιατί κατάλαβαν πως γι’ αυτούς είχε πει την παραβολή. Έτσι τον άφησαν κι έφυγαν.
Δώστε στον Καίσαρα, δώστε στον Πατέρα μας
13Του έστειλαν μερικούς από τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς για να τον παγιδέψουν με τα ίδια του τα λόγια. 14Ήρθαν και του είπαν: «Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι ειλικρινής και δε σε νοιάζει τι νομίζει ο καθένας, αφού δεν κρίνεις με βάση τα φαινόμενα, αλλά διδάσκεις αληθινά τον δρόμο του Πατέρα μας. Επιτρέπεται να πληρώνουμε φόρο στον Καίσαρα ή όχι; Να πληρώσουμε ή να μην πληρώσουμε;»
15Εκείνος όμως, ξέροντας την υποκρισία τους, τους είπε: «Γιατί με δοκιμάζετε; Φέρτε μου ένα ασημένιο νόμισμα να το δω». 16Του έφεραν ένα, κι εκείνος τους ρώτησε: «Ποιανού είναι αυτή η εικόνα κι η επιγραφή;» «Του Καίσαρα», του απάντησαν.
17Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Δώστε στον Καίσαρα ό,τι ανήκει στον Καίσαρα, και στον Πατέρα μας ό,τι ανήκει στον Πατέρα μας». Κι έμειναν κατάπληκτοι μ’ αυτόν.
Ο Πατέρας των ζωντανών
18Ήρθαν σ’ αυτόν οι Σαδδουκαίοι, που λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση, και τον ρώτησαν:
19«Δάσκαλε, ο Μωυσής μάς έγραψε πως, αν κάποιου ο αδελφός πεθάνει κι αφήσει γυναίκα αλλά όχι παιδί, πρέπει ο αδελφός να παντρευτεί τη γυναίκα και ν’ αποκτήσει απογόνους γι’ αυτόν. 20Ήταν λοιπόν εφτά αδέλφια· ο πρώτος παντρεύτηκε, κι όταν πέθανε, δεν άφησε παιδιά. 21Την παντρεύτηκε κι ο δεύτερος και πέθανε χωρίς ν’ αφήσει παιδιά. Το ίδιο κι ο τρίτος. 22Κανένας από τους εφτά δεν άφησε παιδιά. Τελευταία απ’ όλους πέθανε κι η γυναίκα. 23Στην ανάσταση, όταν αναστηθούν, ποιανού γυναίκα θα είναι; Οι εφτά την είχαν γυναίκα».
24Ο Ιησούς τους απάντησε: «Μήπως δε βρίσκεστε σε πλάνη ακριβώς γι’ αυτό, επειδή δεν ξέρετε ούτε τις Γραφές ούτε τη δύναμη του Πατέρα μας; 25Γιατί όταν αναστηθούν οι νεκροί, ούτε παντρεύονται ούτε δίνονται σε γάμο, αλλά είναι σαν τους αγγέλους στον ουρανό. 26Όσο για το ότι ανασταίνονται οι νεκροί, δε διαβάσατε στο βιβλίο του Μωυσή, στο σημείο για τη βάτο, πώς του είπε ο Πατέρας μας: “Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ κι ο Θεός του Ιακώβ”; 27Δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών. Βρίσκεστε σε μεγάλη πλάνη».
Αγάπα τον Πατέρα μ’ όλη σου την ύπαρξη
28Πλησίασε ένας γραμματέας, που τους άκουσε να συζητούν κι είδε πως ο Ιησούς τους απάντησε σωστά, και τον ρώτησε: «Ποια εντολή είναι η πιο σπουδαία απ’ όλες;»
29Ο Ιησούς απάντησε: «Η πιο σπουδαία είναι τούτη: “Άκου, Ισραήλ: ο Πατέρας μας είναι ένας”. 30Αγάπα τον Πατέρα σου μ’ όλη σου την καρδιά, μ’ όλη σου την ψυχή, μ’ όλο σου το νου και μ’ όλη σου τη δύναμη».
31«Η δεύτερη είναι τούτη: “Αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου”. Δεν υπάρχει άλλη εντολή μεγαλύτερη απ’ αυτές».
32Ο γραμματέας τού είπε: «Πολύ καλά, Δάσκαλε. Αλήθεια είπες πως ένας είναι, κι άλλος δεν υπάρχει εκτός απ’ αυτόν. 33Και το ν’ αγαπάς αυτόν μ’ όλη την καρδιά, μ’ όλη την κατανόηση και μ’ όλη τη δύναμη, και ν’ αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου, αξίζει πολύ περισσότερο απ’ όλα τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες».
34Βλέποντας ο Ιησούς πως απάντησε συνετά, του είπε: «Δεν είσαι μακριά από τη βασιλεία του Πατέρα μας». Από τότε κανείς δεν τολμούσε πια να τον ρωτήσει τίποτε.
Ποιανού γιος είναι ο Μεσσίας;
35Διδάσκοντας στον ναό, ο Ιησούς ρώτησε: «Πώς λένε οι γραμματείς πως ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ;
36Ο ίδιος ο Δαβίδ είπε με το Άγιο Πνεύμα: “Ο Πατέρας μας είπε στον Κύριό μου: «Κάθισε στα δεξιά μου, ώσπου να βάλω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου»”.
37«Ο ίδιος ο Δαβίδ ονομάζει τον Χριστό Κύριο. Πώς τότε ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ;» Ο πολύς κόσμος τον άκουγε μ’ ευχαρίστηση.
Προσέχετε από την κενή θρησκεία
38Μέσα στη διδασκαλία του έλεγε: «Προσέχετε από τους γραμματείς, που τους αρέσει να περπατούν με μακριές στολές και να τους χαιρετούν στις αγορές, 39να κάθονται στις πρώτες θέσεις στις συναγωγές και στις τιμητικές θέσεις στα δείπνα, 40που κατατρώνε τα σπίτια των χηρών και για επίδειξη κάνουν μεγάλες προσευχές. Αυτοί θα λάβουν αυστηρότερη καταδίκη».
Η προσφορά της χήρας
41Καθισμένος απέναντι από το θησαυροφυλάκιο, παρατηρούσε τον κόσμο που έριχνε νομίσματα μέσα· πολλοί πλούσιοι έριχναν μεγάλα ποσά. 42Ήρθε και μια φτωχή χήρα κι έριξε δύο μικρά χάλκινα νομίσματα, όσο μια πεντάρα. b b v42 Τα δύο λεπτά ήταν τα πιο μικρά νομίσματα σε χρήση — μαζί άξιζαν μόνο όσο ο μισθός λίγων λεπτών, το λιγότερο που μπορούσε να δώσει κανείς.
43Κάλεσε τους μαθητές του και τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως αυτή η φτωχή χήρα έριξε περισσότερα απ’ όλους όσοι έριξαν στο κουτί των προσφορών. 44Γιατί όλοι έδωσαν από το περίσσευμά τους, εκείνη όμως από τη φτώχεια της έδωσε όλα όσα είχε, όλο της το βιος».