Η βασιλεία του Πατέρα μας έχει αυτιά για ν' ακούει
Διδάσκοντας από ένα πλοίο, ο Ιησούς λέει πώς έρχεται η βασιλεία του Πατέρα μας: σπόρος που πέφτει σε δρόμο, πέτρα, αγκάθια και καλή γη, ένα λυχνάρι, σιτάρι που μεγαλώνει ενώ ο γεωργός κοιμάται, ένας κόκκος σιναπιού. Ύστερα γαληνεύει μια θύελλα που οι μαθητές του ήταν βέβαιοι ότι θα τους έπνιγε.
4 1Πάλι ο Ιησούς δίδασκε δίπλα στη λίμνη. Μαζεύτηκε γύρω του τόσο μεγάλο πλήθος, ώστε ανέβηκε σ' ένα πλοιάριο μέσα στο νερό και κάθισε, ενώ όλο το πλήθος ήταν στη στεριά, δίπλα στη λίμνη. 2Τους δίδασκε πολλά με παραβολές, και μέσα στη διδασκαλία του τους έλεγε:
3«Ακούστε! Βγήκε ο σποριάς να σπείρει. 4Καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στον δρόμο, κι ήρθαν τα πουλιά και τους έφαγαν. 5Άλλοι σπόροι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος, που δεν είχε πολύ χώμα, κι αμέσως φύτρωσαν, επειδή το χώμα δεν είχε βάθος. 6Όταν βγήκε ο ήλιος, κάηκαν τα φυτά, κι επειδή δεν είχαν ρίζα, ξεράθηκαν. 7Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα στ' αγκάθια, και τ' αγκάθια μεγάλωσαν και τους έπνιξαν, κι έτσι δεν έδωσαν καρπό. 8Άλλοι σπόροι έπεσαν σε καλό χώμα, κι έδωσαν καρπό που φύτρωσε, μεγάλωσε κι απέδωσε τριάντα, εξήντα, εκατό φορές περισσότερο απ' ό,τι σπάρθηκε». 9Και είπε: «Όποιος έχει αυτιά για ν' ακούει, ας ακούει».
10Όταν έμεινε μόνος, όσοι ήταν γύρω του, μαζί με τους Δώδεκα, τον ρώτησαν για τις παραβολές.
11Τους είπε: «Σ' εσάς δόθηκε το μυστικό της βασιλείας του Πατέρα μας, αλλά σ' εκείνους που είναι απέξω όλα δίνονται με παραβολές, 12ώστε “ενώ κοιτάζουν να μη βλέπουν, κι ενώ ακούν να μην καταλαβαίνουν, και να μην επιστρέψουν και συγχωρεθούν”».
13Τους είπε: «Δεν καταλαβαίνετε αυτή την παραβολή; Τότε πώς θα καταλάβετε όλες τις παραβολές; 14Ο σποριάς σπέρνει τον λόγο. 15Αυτοί είναι εκείνοι που βρίσκονται στον δρόμο, όπου σπέρνεται ο λόγος· μόλις ακούσουν, έρχεται αμέσως ο Σατανάς και παίρνει τον λόγο που σπάρθηκε μέσα τους. 16Κι αυτοί είναι εκείνοι που σπέρνονται σε πετρώδες έδαφος· όταν ακούσουν τον λόγο, αμέσως τον δέχονται με χαρά. 17Δεν έχουν όμως ρίζα μέσα τους, κι αντέχουν μόνο για λίγο· όταν έρθει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, αμέσως απομακρύνονται. 18Κι άλλοι είναι εκείνοι που σπέρνονται ανάμεσα στ' αγκάθια. Αυτοί είναι όσοι ακούν τον λόγο, 19αλλά οι έγνοιες αυτού του κόσμου, η απάτη του πλούτου και οι επιθυμίες για τ' άλλα πράγματα μπαίνουν μέσα και πνίγουν τον λόγο, κι έτσι μένει άκαρπος. 20Κι αυτοί είναι εκείνοι που σπέρνονται σε καλό χώμα· ακούν τον λόγο, τον δέχονται και καρποφορούν — τριάντα, εξήντα, εκατό φορές».
Το φως είναι για να λάμπει
21Τους έλεγε: «Μήπως φέρνει κανείς ένα λυχνάρι για να το βάλει κάτω από το δοχείο ή κάτω από το κρεβάτι, κι όχι πάνω στον λυχνοστάτη; 22Τίποτε δεν είναι κρυμμένο παρά για να φανερωθεί· τίποτε δεν είναι μυστικό παρά για να βγει στο φως. 23Αν κανείς έχει αυτιά για ν' ακούει, ας ακούει».
24Τους έλεγε: «Προσέχετε τι ακούτε. Με το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε κι εσείς — και θα σας προστεθεί κι άλλο. 25Γιατί σ' όποιον έχει θα του δοθούν κι άλλα· κι από εκείνον που δεν έχει, θα του πάρουν κι αυτό που έχει».
Ο σπόρος μεγαλώνει από μόνος του
26Έλεγε: «Η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ' έναν άνθρωπο που σκορπίζει τον σπόρο στη γη. 27Νύχτα και μέρα, είτε κοιμάται είτε ξυπνάει, ο σπόρος φυτρώνει και μεγαλώνει, χωρίς εκείνος να ξέρει πώς. 28Η γη καρποφορεί από μόνη της — πρώτα το χορτάρι, έπειτα το στάχυ, ύστερα το μεστωμένο σιτάρι μέσα στο στάχυ. 29Όταν όμως ωριμάσει ο καρπός, αμέσως βάζει το δρεπάνι, γιατί έφτασε ο θερισμός».
Ο σπόρος του σιναπιού
30Έλεγε: «Με τι να παρομοιάσουμε τη βασιλεία του Πατέρα μας, ή με ποια παραβολή να την παραστήσουμε; 31Μοιάζει μ' έναν σπόρο σιναπιού, που, όταν σπέρνεται στη γη, είναι ο πιο μικρός απ' όλους τους σπόρους. 32Κι όμως, όταν σπαρθεί, φυτρώνει και γίνεται το πιο μεγάλο απ' όλα τα λαχανικά, κι απλώνει κλαδιά τόσο μεγάλα, ώστε τα πουλιά τ' ουρανού να μπορούν να φωλιάζουν στον ίσκιο του».
33Με πολλές τέτοιες παραβολές τους έλεγε τον λόγο, όσο μπορούσαν ν' ακούσουν. 34Δεν τους μιλούσε παρά μόνο με παραβολές· ιδιαιτέρως όμως εξηγούσε τα πάντα στους δικούς του μαθητές.
Ο Ιησούς γαληνεύει την τρικυμία
35Εκείνη τη μέρα, όταν βράδιασε, τους είπε: «Ας περάσουμε στην απέναντι όχθη».
36Άφησαν το πλήθος και τον πήραν μαζί τους, όπως ήταν, μέσα στο πλοιάριο· και άλλα πλοιάρια τον συνόδευαν. 37Ξέσπασε μεγάλη ανεμοθύελλα, και τα κύματα έσπαζαν μέσα στο πλοιάριο, ώστε κόντευε κιόλας να γεμίσει νερά. 38Ο Ιησούς όμως κοιμόταν στην πρύμνη, πάνω στο προσκέφαλο. Τον ξύπνησαν και του είπαν: «Δάσκαλε, δε σε νοιάζει που χανόμαστε;»
39Σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο κι είπε στη λίμνη: «Σώπα! Ησύχασε!» Κι ο άνεμος κόπασε, κι έγινε απόλυτη γαλήνη. 40Τους είπε: «Γιατί είστε τόσο φοβισμένοι; Ακόμη δεν έχετε πίστη;»
41Εκείνοι κυριεύτηκαν από μεγάλο φόβο κι έλεγαν ο ένας στον άλλον: «Ποιος είναι λοιπόν αυτός, που ακόμη κι ο άνεμος κι η λίμνη τον υπακούν;»