Ο Πατέρας στέλνει τους εβδομήντα δύο
Εβδομήντα δύο, σταλμένοι από τον Πατέρα του θερισμού, επιστρέφουν ενθουσιασμένοι που τα δαιμόνια τούς υπακούν, και ο Ιησούς τούς λέει να χαίρονται για κάτι άλλο. Η ερώτηση ενός νομικού για το ποιος λογαριάζεται πλησίον απαντιέται με έναν Σαμαρείτη σε έναν δρόμο. Το κεφάλαιο τελειώνει με μια διαφωνία ανάμεσα σε δύο αδελφές.
10 1Μετά από αυτά, ο Κύριος όρισε άλλους εβδομήντα δύο και τους έστειλε δύο δύο μπροστά του, σε κάθε πόλη και τόπο όπου επρόκειτο να πάει ο ίδιος.
2Τους είπε: «Ο θερισμός είναι πολύς, οι εργάτες όμως λίγοι. Γι' αυτό παρακαλέστε τον Πατέρα του θερισμού να στείλει εργάτες στον θερισμό του. 3Πηγαίνετε! Δείτε, σας στέλνω σαν αρνιά ανάμεσα σε λύκους. 4Μη φέρνετε πορτοφόλι, ούτε σακούλι, ούτε σανδάλια, και μη χαιρετήσετε κανέναν στον δρόμο. 5Σε όποιο σπίτι μπείτε, πρώτα να πείτε: “Ειρήνη σ' αυτό το σπίτι”. 6Αν υπάρχει εκεί άνθρωπος της ειρήνης, η ειρήνη σας θα αναπαυθεί πάνω του· αν όχι, θα επιστρέψει σ' εσάς. 7Μείνετε σ' εκείνο το σπίτι, τρώγοντας και πίνοντας ό,τι σας προσφέρουν, γιατί ο εργάτης αξίζει τον μισθό του. Μη μετακινείστε από σπίτι σε σπίτι. 8Όποτε μπαίνετε σε μια πόλη και σας δέχονται, να τρώτε ό,τι σας παραθέτουν. 9Θεραπεύετε εκεί τους αρρώστους και να τους λέτε: “Η βασιλεία του Πατέρα μας έχει πλησιάσει σ' εσάς”. 10Όταν όμως μπαίνετε σε μια πόλη που δεν σας δέχεται, βγείτε στους δρόμους της και πείτε: 11“Ακόμα και η σκόνη της πόλης σας που κόλλησε στα πόδια μας, την τινάζουμε ενάντιά σας. Όμως μάθετε τούτο: η βασιλεία του Πατέρα μας έχει πλησιάσει”. 12Σας λέω, εκείνη την ημέρα θα είναι πιο υποφερτά για τα Σόδομα παρά για εκείνη την πόλη.
13«Αλίμονό σου, Χοραζίν! Αλίμονό σου, Βηθσαϊδά! Αν τα θαύματα που έγιναν ανάμεσά σας είχαν γίνει στην Τύρο και στη Σιδώνα, θα είχαν μετανοήσει από καιρό, καθισμένοι με σάκο και στάχτη. 14Όμως θα είναι πιο υποφερτά για την Τύρο και τη Σιδώνα στην κρίση παρά για εσάς. 15Κι εσύ, Καπερναούμ, θα υψωθείς ως τον ουρανό; Θα κατεβείς ως τον άδη. 16Όποιος ακούει εσάς ακούει εμένα· όποιος απορρίπτει εσάς απορρίπτει εμένα· κι όποιος απορρίπτει εμένα απορρίπτει εκείνον που με έστειλε».
17Οι εβδομήντα δύο γύρισαν με χαρά και είπαν: «Κύριε, ακόμα και τα δαιμόνια υποτάσσονται σ' εμάς στο όνομά σου».
18Εκείνος τους είπε: «Είδα τον Σατανά να πέφτει σαν αστραπή από τον ουρανό. 19Δείτε, σας έδωσα εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς, και πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού — τίποτα δεν θα σας βλάψει. 20Μη χαίρεστε όμως που τα πνεύματα υποτάσσονται σ' εσάς — να χαίρεστε που τα ονόματά σας είναι γραμμένα στους ουρανούς».
21Εκείνη τη στιγμή ο Ιησούς ένιωσε αγαλλίαση με το Άγιο Πνεύμα και είπε: «Πατέρα, Κυρίαρχε του ουρανού και της γης, σε δοξάζω — έκρυψες αυτά από τους σοφούς και τους συνετούς, και τα αποκάλυψες σε μικρά παιδιά. Ναι, Πατέρα, γιατί αυτό σου άρεσε».
22«Όλα μού τα παρέδωσε ο Πατέρας μου. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Υιός παρά μόνο ο Πατέρας, ούτε ποιος είναι ο Πατέρας παρά μόνο ο Υιός — κι εκείνος στον οποίο ο Υιός θελήσει να τον αποκαλύψει».
23Έπειτα, στρέφοντας προς τους μαθητές, τους είπε ιδιαιτέρως: «Μακάρια τα μάτια που βλέπουν αυτά που βλέπετε! 24Γιατί σας λέω, πολλοί προφήτες και βασιλιάδες θέλησαν να δουν αυτά που βλέπετε και δεν τα είδαν, και να ακούσουν αυτά που ακούτε και δεν τα άκουσαν».
Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη
25Κάποιος νομικός σηκώθηκε για να τον δοκιμάσει: «Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;»
26Εκείνος του είπε: «Τι είναι γραμμένο στον Νόμο; Πώς το διαβάζεις;»
27Εκείνος απάντησε: «Να αγαπάς τον Πατέρα σου μ' όλη την καρδιά σου, μ' όλη την ψυχή σου, μ' όλη τη δύναμή σου, μ' όλο τον νου σου, και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
28Του είπε: «Απάντησες σωστά. Κάνε αυτό και θα ζήσεις».
29Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιώσει τον εαυτό του, ρώτησε τον Ιησού: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;»
30Ο Ιησούς είπε: «Κάποιος άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ και έπεσε πάνω σε ληστές, που τον ξεγύμνωσαν και τον χτύπησαν, κι ύστερα τον άφησαν μισοπεθαμένο. 31Έτυχε τότε να κατεβαίνει από εκείνον τον δρόμο κάποιος ιερέας· όταν τον είδε, πέρασε από την απέναντι μεριά. 32Το ίδιο και κάποιος Λευίτης· ήρθε στον τόπο, τον είδε και πέρασε από την απέναντι μεριά. 33Ένας Σαμαρείτης όμως που ταξίδευε σ' εκείνον τον δρόμο τον βρήκε, και όταν τον είδε, τον σπλαχνίστηκε. 34Πήγε κοντά του, έδεσε τις πληγές του, έχυσε πάνω τους λάδι και κρασί, τον ανέβασε στο δικό του ζώο, τον πήγε σε ένα πανδοχείο και τον φρόντισε. 35Την επόμενη μέρα έβγαλε δύο ασημένια νομίσματα, τα έδωσε στον πανδοχέα και είπε: “Φρόντισέ τον. Ό,τι περισσότερο ξοδέψεις, εγώ θα σ' το ξεπληρώσω όταν επιστρέψω”. 36Ποιος από τους τρεις αυτούς νομίζεις ότι έγινε πλησίον σ' εκείνον που έπεσε πάνω στους ληστές;»
37Εκείνος είπε: «Αυτός που του έδειξε έλεος». Του είπε ο Ιησούς: «Πήγαινε και κάνε κι εσύ το ίδιο».
Η Μάρθα και η Μαρία
38Καθώς ταξίδευαν, ο Ιησούς μπήκε σε ένα χωριό. Μια γυναίκα που την έλεγαν Μάρθα τον υποδέχτηκε στο σπίτι της. 39Είχε μια αδελφή που τη λέγανε Μαρία, η οποία κάθισε στα πόδια του Κυρίου και άκουγε τη διδασκαλία του. 40Η Μάρθα όμως ήταν απασχολημένη με όλο το σερβίρισμα. Ήρθε κοντά του και είπε: «Κύριε, δεν σε νοιάζει που η αδελφή μου με άφησε να υπηρετώ μόνη; Πες της να με βοηθήσει».
41Ο Κύριος όμως της απάντησε: «Μάρθα, Μάρθα, ανησυχείς και ταράζεσαι για πολλά πράγματα, 42ένα όμως είναι το αναγκαίο. Η Μαρία διάλεξε την καλή μερίδα· και αυτή δεν θα της αφαιρεθεί».