Υπάρχει Ελπίδα για τον Άνθρωπο;
Ένα κομμένο δέντρο ξαναβλασταίνει στη μυρωδιά του νερού, μα ο άνθρωπος πλαγιάζει και δεν σηκώνεται. Ο Ιώβ αναρωτιέται μήπως οι νεκροί ζήσουν, φαντάζεται να μένει κρυμμένος ώσπου να περάσει η οργή και ύστερα να καλείται πίσω, και λέει ότι ο Θεός φθείρει την ελπίδα όπως το νερό την πέτρα.
14 1«Ο άνθρωπος, γεννημένος από γυναίκα, έχει λίγες μέρες και είναι γεμάτος βάσανα. 2Ξεπροβάλλει σαν λουλούδι και μαραίνεται· φεύγει σαν σκιά και δεν διαρκεί. 3Σε έναν τέτοιον καρφώνεις τα μάτια σου; Και με φέρνεις σε κρίση μαζί σου; 4Ποιος μπορεί να βγάλει καθαρό από ακάθαρτο; Κανένας. 5Αφού οι μέρες του είναι ορισμένες, ο αριθμός των μηνών του βρίσκεται σ' εσένα, κι εσύ έχεις βάλει όρια που δεν μπορεί να περάσει, 6στρέψε αλλού το βλέμμα σου από αυτόν, για να μπορέσει να ξεκουραστεί, ώσπου να τελειώσει τη μέρα του σαν μεροκαματιάρης.
7«Γιατί για ένα δέντρο υπάρχει ελπίδα: αν κοπεί, θα βλαστήσει ξανά, και τα βλαστάρια του δεν θα λείψουν. 8Κι αν η ρίζα του γεράσει μέσα στη γη και ο κορμός του πεθάνει στο χώμα, 9με τη μυρωδιά του νερού θα βγάλει μπουμπούκια και θα απλώσει κλαδιά σαν νέο φυτό. 10Ο άνθρωπος όμως πεθαίνει και γκρεμίζεται· ξεψυχάει, και πού είναι; 11Όπως το νερό χάνεται από μια λίμνη, κι ένα ποτάμι αδειάζει και στερεύει, 12έτσι κι ο άνθρωπος ξαπλώνει και δεν σηκώνεται· ώσπου να μην υπάρχουν πια οι ουρανοί, δεν θα ξυπνήσει ούτε θα σηκωθεί από τον ύπνο του.
13«Μακάρι να με έκρυβες στον τάφο, να με έκρυβες ώσπου να περάσει ο θυμός σου, να όριζες έναν καθορισμένο καιρό για μένα, και να με θυμόσουν! 14Αν πεθάνει ο άνθρωπος, θα ζήσει ξανά; Όλες τις μέρες της σκληρής μου θητείας θα περίμενα, ώσπου η ανανέωσή μου να έρθει. 15Θα καλούσες, κι εγώ θα αποκρινόμουν σ' εσένα· θα λαχταρούσες το έργο των χεριών σου. 16Γιατί τότε θα μετρούσες τα βήματά μου· δεν θα παραφύλαγες την αμαρτία μου. 17Η ανταρσία μου θα ήταν σφραγισμένη σ' ένα σακούλι, κι εσύ θα σκέπαζες την αμαρτία μου.
18«Όμως, όπως ένα βουνό πέφτει και θρυμματίζεται και ένας βράχος μετακινείται από τη θέση του, 19όπως το νερό φθείρει τις πέτρες και οι χείμαρροί του παρασύρουν το χώμα της γης, έτσι κι εσύ καταστρέφεις την ελπίδα του ανθρώπου. 20Τον κατανικάς για πάντα, κι εκείνος φεύγει μακριά· του παραμορφώνεις το πρόσωπο και τον διώχνεις. 21Οι γιοι του φτάνουν σε τιμές, κι αυτός δεν το ξέρει· ταπεινώνονται, κι αυτός δεν το προσέχει. 22Νιώθει μόνο τον πόνο του σώματός του, και θρηνεί μόνο για τον εαυτό του».