Τώρα και σε έντυπη μορφή

Γένεσις 34 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Η Δείνα

Τη Δείνα την αρπάζει και τη βιάζει ένας ντόπιος άρχοντας, που έπειτα θέλει να την παντρευτεί. Τα αδέλφια της απαντούν με μια ψεύτικη ειρήνη — απαιτούν περιτομή και ύστερα σκοτώνουν κάθε άνδρα της πόλης ενώ ακόμη πονούν. Το μόνο παράπονο του Ιακώβ είναι ο κίνδυνος για τον ίδιο.

Κεφάλαιο 34.

Η Δείνα, η κόρη που γέννησε η Λεία στον Ιακώβ, βγήκε να δει τις νεαρές γυναίκες του τόπου. Ο Συχέμ, ο γιος του Εμμώρ του Ευαίου, ο άρχοντας του τόπου, την είδε, την άρπαξε, πλάγιασε μαζί της και την κακοποίησε. Η καρδιά του δέθηκε με τη Δείνα, την κόρη του Ιακώβ· αγάπησε την κοπέλα και της μίλησε στην καρδιά. Είπε τότε ο Συχέμ στον πατέρα του τον Εμμώρ: «Πάρε μου αυτή την κοπέλα για γυναίκα».

Ο Ιακώβ άκουσε ότι ο Συχέμ είχε μολύνει την κόρη του τη Δείνα, οι γιοι του όμως ήταν με τα κοπάδια του στους αγρούς· έτσι ο Ιακώβ δεν είπε τίποτε ώσπου να έρθουν. Τότε ο Εμμώρ, ο πατέρας του Συχέμ, βγήκε προς τον Ιακώβ για να του μιλήσει. Οι γιοι του Ιακώβ ήρθαν από τους αγρούς. Μόλις άκουσαν, οι άντρες πόνεσαν βαθιά και οργίστηκαν· γιατί ο Συχέμ είχε κάνει επαίσχυντο πράγμα στον Ισραήλ, πλαγιάζοντας με την κόρη του Ιακώβ, κάτι που δεν έπρεπε να γίνει. Ο Εμμώρ τους μίλησε: «Ο γιος μου ο Συχέμ λαχταρά την κόρη σας. Σας παρακαλώ, δώστε την του για γυναίκα. Συμπεθερέψτε μαζί μας· δώστε μας τις κόρες σας και πάρτε για σας τις δικές μας κόρες. Μείνετε μαζί μας· ο τόπος είναι ανοιχτός μπροστά σας· εγκατασταθείτε, κάντε εμπόριο και αποκτήστε περιουσία σ’ αυτόν».

Ο Συχέμ είπε στον πατέρα της και στα αδέρφια της: «Ας βρω χάρη στα μάτια σας· ό,τι μου πείτε, θα το δώσω. Ζητήστε μου όσο μεγάλη προίκα και δώρο θέλετε· θα τα πληρώσω. Μόνο δώστε μου την κοπέλα για γυναίκα μου».

Οι γιοι του Ιακώβ απάντησαν με δόλο στον Συχέμ και στον πατέρα του τον Εμμώρ, επειδή ο Συχέμ είχε ατιμάσει την αδερφή τους τη Δείνα. Τους είπαν: «Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, να δώσουμε την αδερφή μας σε απερίτμητο άντρα· αυτό θα ήταν ντροπή για μας. Συμφωνούμε μόνο σ’ αυτό: αν γίνετε σαν εμάς, να περιτμηθεί κάθε αρσενικό σας. Θα σας δώσουμε τις κόρες μας και θα πάρουμε για μας τις δικές σας· θα μείνουμε μαζί σας και θα γίνουμε ένας λαός. Αν όμως δεν μας ακούσετε και δεν περιτμηθείτε, θα πάρουμε την κόρη μας και θα φύγουμε».

Τα λόγια τους άρεσαν στον Εμμώρ και στον γιο του τον Συχέμ. Ο νεαρός δεν άργησε, γιατί ευχαριστιόταν με την κόρη του Ιακώβ· ήταν ο πιο σεβαστός σ’ όλο το σπίτι του πατέρα του. Ο Εμμώρ και ο γιος του ο Συχέμ ήρθαν στην πύλη της πόλης τους και μίλησαν στους άντρες της πόλης τους: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι ειρηνικοί μαζί μας. Ας μείνουν στον τόπο και ας κάνουν εμπόριο σ’ αυτόν· ο τόπος είναι αρκετά ευρύχωρος γι’ αυτούς. Θα πάρουμε τις κόρες τους για γυναίκες και θα τους δώσουμε τις δικές μας. Μόνο μ’ αυτόν τον όρο θα δεχτούν οι άνθρωποι να μείνουν μαζί μας σαν ένας λαός: να περιτμηθεί κάθε αρσενικό ανάμεσά μας, όπως είναι περιτμημένοι κι εκείνοι. Τα κοπάδια τους, η περιουσία τους και όλα τα ζώα τους δεν θα γίνουν δικά μας; Ας συμφωνήσουμε μόνο μαζί τους, και θα μείνουν μαζί μας».

Όλοι όσοι έβγαιναν από την πύλη της πόλης του άκουσαν τον Εμμώρ και τον γιο του τον Συχέμ, και περιτμήθηκε κάθε αρσενικό· όλοι όσοι έβγαιναν από την πύλη της πόλης του. Την τρίτη μέρα, ενώ εκείνοι πονούσαν ακόμα, δύο από τους γιους του Ιακώβ, ο Συμεών και ο Λευί, τα αδέρφια της Δείνας, πήραν ο καθένας το σπαθί του, όρμησαν στην πόλη που δεν περίμενε τίποτε και σκότωσαν κάθε αρσενικό. Σκότωσαν με το σπαθί τον Εμμώρ και τον γιο του τον Συχέμ, πήραν τη Δείνα από το σπίτι του Συχέμ και έφυγαν. Οι γιοι του Ιακώβ ήρθαν πάνω στους σκοτωμένους και λεηλάτησαν την πόλη, επειδή οι άντρες εκεί είχαν ατιμάσει την αδερφή τους. Πήραν τα πρόβατά τους, τα βόδια τους, τα γαϊδούρια τους και όλα όσα ήταν στην πόλη και στους αγρούς. Πήραν αιχμάλωτα όλα τα πλούτη τους, όλα τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους, λεηλατώντας όλα όσα ήταν μέσα στα σπίτια. Ο Ιακώβ είπε στον Συμεών και στον Λευί: «Μου φέρατε συμφορά· με κάνατε μισητό σ’ αυτούς που κατοικούν εδώ, στους Χαναναίους και στους Φερεζαίους. Οι άντρες μου είναι λίγοι· αν ενωθούν εναντίον μου, θα μου επιτεθούν, και θα αφανιστώ, εγώ και το σπιτικό μου».

Εκείνοι όμως είπαν: «Έπρεπε να φερθεί στην αδερφή μας σαν σε πόρνη;»