Βυθίζομαι, όμως φωνάζω
Για τον διευθυντή της μουσικής· στον σκοπό «Κρίνα». Του Δαβίδ.
Βυθισμένος ως τον λαιμό στη λάσπη, μισημένος χωρίς αιτία, περίγελος των μέθυσων και ξένος για τα ίδια του τα αδέλφια, ο ψαλμωδός λέει ότι ο ζήλος για τον οίκο του Πατέρα του είναι αυτό που του το κόστισε. Του δίνουν ξίδι να πιει, κι εκείνος προσεύχεται με σφοδρότητα εναντίον τους.
69 1Σώσε με, Πατέρα μου, γιατί τα νερά ανέβηκαν ως τον λαιμό μου.
2Βυθίζομαι σε βαθύ βούρκο, όπου δεν υπάρχει πάτημα· βρίσκομαι σε βαθιά νερά, και με παρασύρει ο χείμαρρος. 3Εξαντλήθηκα φωνάζοντας για βοήθεια· ο λαιμός μου στέγνωσε. Τα μάτια μου σβήνουν καθώς προσμένω τον Πατέρα μου. 4Αυτοί που με μισούν χωρίς αιτία είναι περισσότεροι από τις τρίχες του κεφαλιού μου· πολλοί εχθροί θέλουν να καταστρέψουν εμένα με τα ψέματά τους. Αυτό που δεν έκλεψα, πρέπει τώρα να το επιστρέψω.
5Πατέρα μου, εσύ ξέρεις την ανοησία μου· τα σφάλματά μου δεν σου είναι κρυφά. 6Ας μην ντροπιαστούν αυτοί που ελπίζουν σε σένα εξαιτίας μου, Πατέρα των ουράνιων στρατιών· ας μην καταντροπιαστούν αυτοί που σε αναζητούν εξαιτίας μου, Πατέρα του Ισραήλ. 7Για χάρη σου βάσταξα τον ονειδισμό· η ντροπή σκέπασε το πρόσωπό μου. 8Έγινα ξένος για τα αδέρφια μου, απόξενος για τα παιδιά της μάνας μου.
9Γιατί ο ζήλος για τον οίκο σου κατέφαγε εμένα, και οι ονειδισμοί εκείνων που σε ονειδίζουν έπεσαν πάνω μου. a a v9 Όταν ο Ιησούς καθάρισε τον ναό, οι μαθητές του θυμήθηκαν αυτά τα λόγια ως γραμμένα γι’ αυτόν· ο Παύλος είδε τον δεύτερο στίχο να εκπληρώνεται στον Χριστό, που βάσταξε τις προσβολές του κόσμου εναντίον του Πατέρα. 10Όταν έκλαψα και ταπεινώθηκα με νηστεία, αυτό έγινε ο ονειδισμός μου. 11Όταν έκανα το πένθιμο ρούχο ντύσιμό μου, έγινα περίγελός τους. 12Αυτοί που κάθονται στην πύλη μιλούν για μένα, κι έγινα το τραγούδι των μεθυσμένων. b b v12 Η πύλη της πόλης ήταν ο δημόσιος τόπος συγκέντρωσης στον αρχαίο Ισραήλ — εκεί κάθονταν οι πρεσβύτεροι, δικάζονταν οι υποθέσεις και διαδίδονταν τα νέα της πόλης, σαν μια πλατεία δικαστηρίου.
13Εγώ όμως, η προσευχή μου είναι σ’ εσένα, Πατέρα μου, σε καιρό ευνοϊκό· με την αφθονία της πιστής σου αγάπης απάντησέ μου, με την αλήθεια της σωτηρίας σου. 14Γλίτωσέ με από τον βούρκο· μη με αφήσεις να βυθιστώ. Λύτρωσέ με απ’ αυτούς που με μισούν και από τα βαθιά νερά. 15Ας μη με παρασύρει ο χείμαρρος, μήτε να καταπιεί εμένα ο βυθός, μήτε να κλείσει πάνω μου το στόμα του ο λάκκος.
16Απάντησέ μου, Πατέρα μου, γιατί η πιστή σου αγάπη είναι καλή· με τη μεγάλη σου ευσπλαχνία στρέψου σ’ εμένα. 17Μην κρύψεις το πρόσωπό σου από τον δούλο σου, γιατί βρίσκομαι σε στενοχώρια· απάντησέ μου γρήγορα. 18Έλα κοντά μου και λύτρωσε εμένα· εξαγόρασέ με εξαιτίας των εχθρών μου.
19Εσύ ξέρεις τον ονειδισμό μου, την ντροπή μου και την ατίμωσή μου· όλοι οι εχθροί μου είναι μπροστά σου. 20Ο ονειδισμός ράγισε την καρδιά μου, κι έχω απελπιστεί. Έψαξα για συμπόνια, μα δεν υπήρχε, και για παρηγορητές, μα δεν βρήκα. 21Μου έδωσαν δηλητήριο για φαγητό, και για τη δίψα μου μου έδωσαν ξίδι να πιω. c c v21 Στον σταυρό πρόσφεραν στον Ιησού κρασί ανακατεμένο με χολή, και ξινό κρασί πάνω σ’ ένα σφουγγάρι — το μαρτύριο που τραγούδησε ο Δαβίδ, το έζησε ο Υιός αιώνες αργότερα.
22Ας γίνει παγίδα το τραπέζι που είναι στρωμένο μπροστά τους, και το γλέντι τους βρόχος. d d v22 Ο Παύλος ανέφερε αυτά τα λόγια για εκείνους που σκόνταψαν πάνω στον Μεσσία — όμως ο σκοπός του ήταν το έλεός τους, όχι η καταστροφή τους, καθώς λαχταρούσε να γυρίσουν όλοι στο σπίτι. 23Ας σκοτεινιάσουν τα μάτια τους για να μη βλέπουν, και κάνε τις πλάτες τους να λυγίζουν για πάντα. 24Ξέσπασε πάνω τους την αγανάκτησή σου, και ας τους προφτάσει ο φλογερός σου θυμός. 25Ας γίνει ερημιά ο καταυλισμός τους· κανείς να μην κατοικεί στις σκηνές τους. e e v25 Ο Πέτρος είδε αυτόν τον στίχο να εκπληρώνεται στον Ιούδα, που η θέση του ανάμεσα στους αποστόλους έμεινε άδεια και δόθηκε σε άλλον. 26Γιατί καταδιώκουν αυτόν που εσύ χτύπησες, και μιλούν για τον πόνο εκείνων που εσύ πλήγωσες. 27Πρόσθεσέ τους ενοχή πάνω στην ενοχή· ας μην μπουν στη δικαιοσύνη σου. 28Ας σβηστούν από το βιβλίο της ζωής, και ας μη λογαριαστούν ανάμεσα στους δίκαιους.
29Εγώ όμως είμαι βασανισμένος και πονεμένος· η σωτηρία σου, Πατέρα μου, ας με βάλει ψηλά, ασφαλή.
30Θα υμνήσω το όνομα του Πατέρα μας μ’ ένα τραγούδι· θα τον δοξάσω με ευχαριστία. 31Αυτό θα ευχαριστήσει τον Πατέρα μας περισσότερο από ένα βόδι, περισσότερο από έναν ταύρο με κέρατα και οπλές. 32Οι ταπεινοί θα το δουν και θα χαρούν· εσείς που αναζητάτε τον Πατέρα μας, ας αναζωογονηθούν οι καρδιές σας. 33Γιατί ο Πατέρας μας ακούει τους φτωχούς και δεν περιφρονεί τον δικό του λαό που είναι φυλακισμένος.
34Ας υμνήσουν ο ουρανός και η γη αυτόν, οι θάλασσες και καθετί που κινείται μέσα τους. 35Γιατί ο Πατέρας μας θα σώσει τη Σιών και θα ξαναχτίσει τις πόλεις του Ιούδα· ο λαός του θα κατοικήσει εκεί και θα την κατέχει. 36Οι απόγονοι των δούλων του θα κληρονομήσουν αυτήν, κι όσοι αγαπούν το όνομά του θα κατοικούν μέσα της.