Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κριταί 16 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Σαμψών σηκώνει τις πύλες της Γάζας

Ο Σαμψών σηκώνει και παίρνει τις πύλες της Γάζας, έπειτα αγαπά τη Δαλιδά, που πληρώνεται για να βρει το μυστικό του. Μετά από τρία ψέματα της λέει όλη του την καρδιά, ξυπνά ξυρισμένος και δεν ξέρει ότι ο Πατέρας μας τον έχει αφήσει. Τυφλωμένος στον μύλο, τα μαλλιά του ξαναμεγαλώνουν, και ζητά πάλι δύναμη.

Κεφάλαιο 16.

Ο Σαμψών πήγε στη Γάζα, και εκεί είδε μια πόρνη και πλάγιασε μαζί της. Όταν οι κάτοικοι της Γάζας άκουσαν «Ήρθε εδώ ο Σαμψών», περικύκλωσαν τον τόπο και τον περίμεναν όλη τη νύχτα στην πύλη της πόλης. Έμειναν σιωπηλοί όλη τη νύχτα, λέγοντας «Την αυγή θα τον σκοτώσουμε». Ο Σαμψών πλάγιασε εκεί ως τα μεσάνυχτα. Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε, άρπαξε τις θύρες της πύλης της πόλης και τους δύο παραστάτες, τις ξερίζωσε μαζί με τον μοχλό, τις έβαλε στους ώμους του και τις κουβάλησε στην κορυφή του λόφου που βλέπει προς τη Χεβρών.

Έπειτα απ’ αυτό αγάπησε μια γυναίκα στην κοιλάδα Σωρήκ, που το όνομά της ήταν Δαλιδά. Οι άρχοντες των Φιλισταίων ήρθαν σ’ αυτήν και είπαν «Δελέασέ τον και μάθε πού βρίσκεται η μεγάλη του δύναμη, και πώς μπορούμε να τον νικήσουμε και να τον δέσουμε για να τον υποτάξουμε. Ο καθένας μας θα σου δώσει χίλια εκατό ασημένια νομίσματα».

Η Δαλιδά είπε στον Σαμψών «Πες μου πού βρίσκεται η μεγάλη σου δύναμη, και πώς θα μπορούσες να δεθείς και να υποταχθείς».

Ο Σαμψών της είπε «Αν με δέσουν με εφτά φρέσκες χορδές τόξου, που δεν έχουν ακόμα στεγνώσει, θα αδυνατίσω και θα γίνω σαν κάθε άλλος άνθρωπος».

Τότε οι άρχοντες των Φιλισταίων της έφεραν εφτά φρέσκες χορδές τόξου, που δεν είχαν ακόμα στεγνώσει, και τον έδεσε μ’ αυτές. Είχε ανθρώπους που παραμόνευαν στο εσωτερικό δωμάτιο. Του είπε «Οι Φιλισταίοι έρχονται πάνω σου, Σαμψών!» Εκείνος όμως έσπασε τις χορδές, όπως σπάει μια κλωστή λιναριού όταν αγγίξει τη φωτιά. Έτσι το μυστικό της δύναμής του δεν αποκαλύφθηκε.

Η Δαλιδά είπε στον Σαμψών «Με κορόιδεψες και μου είπες ψέματα. Τώρα πες μου πώς μπορείς να δεθείς».

Της είπε «Αν με δέσουν σφιχτά με καινούρια σκοινιά που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ, θα γίνω αδύναμος, σαν κάθε άνθρωπος».

Η Δαλιδά πήρε καινούρια σκοινιά και τον έδεσε μ’ αυτά, λέγοντας «Σαμψών, οι Φιλισταίοι έρχονται πάνω σου!» Άνθρωποι παραμόνευαν στο εσωτερικό δωμάτιο. Εκείνος όμως έσκισε τα σκοινιά από τα μπράτσα του σαν κλωστή.

Η Δαλιδά είπε στον Σαμψών «Με κορόιδεψες και μου έλεγες ψέματα όλον αυτό τον καιρό. Πες μου πώς μπορείς να δεθείς». Εκείνος της είπε «Ύφανε τις εφτά πλεξούδες του κεφαλιού μου μέσα στο ύφασμα του αργαλειού και κάρφωσέ το σφιχτά, και θα γίνω αδύναμος σαν κάθε άνθρωπος».

Το στερέωσε με τον πάσσαλο και του είπε «Σαμψών, οι Φιλισταίοι έρχονται πάνω σου!» Εκείνος όμως ξύπνησε από τον ύπνο του και τράβηξε τον πάσσαλο, τον αργαλειό και το ύφασμα.

Του είπε «Πώς μπορείς να λες “Σ’ αγαπώ”, ενώ η καρδιά σου δεν είναι μαζί μου; Τρεις φορές με κορόιδεψες και δεν μου είπες πού βρίσκεται η μεγάλη σου δύναμη».

Καθώς τον πίεζε με τα λόγια της μέρα με τη μέρα και τον παρακινούσε αδιάκοπα, κουράστηκε τόσο πολύ, ώστε ήθελε να πεθάνει. Έτσι της φανέρωσε όλη του την καρδιά «Ξυράφι δεν άγγιξε ποτέ το κεφάλι μου, γιατί είμαι Ναζιραίος του Πατέρα μας από την κοιλιά της μάνας μου. Αν ξυριστώ, η δύναμή μου θα με αφήσει και θα γίνω αδύναμος, σαν κάθε άλλος άνθρωπος».

Όταν η Δαλιδά είδε πως της είχε φανερώσει όλη του την καρδιά, έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες των Φιλισταίων «Ανεβείτε άλλη μια φορά, γιατί μου φανέρωσε όλη του την καρδιά». Έτσι ανέβηκαν σ’ αυτήν με το ασήμι στα χέρια τους. Τον αποκοίμισε πάνω στα γόνατά της, κάλεσε έναν άνθρωπο και τον έβαλε να ξυρίσει τις εφτά πλεξούδες του κεφαλιού του. Άρχισε να τον υποτάσσει, και η δύναμή του τον άφησε. Είπε «Οι Φιλισταίοι έρχονται πάνω σου, Σαμψών!» Εκείνος ξύπνησε από τον ύπνο του και σκέφτηκε «Θα βγω έξω όπως και πριν και θα τιναχτώ ελεύθερος». Δεν ήξερε όμως πως ο Πατέρας μας τον είχε αφήσει.

Οι Φιλισταίοι τον έπιασαν, του έβγαλαν τα μάτια και τον έφεραν στη Γάζα. Τον έδεσαν με χάλκινες αλυσίδες, και άλεθε στάρι στη φυλακή. Τα μαλλιά όμως του κεφαλιού του άρχισαν να ξαναμεγαλώνουν, αφότου ξυρίστηκαν.

Ο Πατέρας δυναμώνει τον Σαμψών άλλη μια φορά

Οι άρχοντες των Φιλισταίων συγκεντρώθηκαν για να προσφέρουν μεγάλη θυσία στον Δαγών, τον θεό τους, και να γιορτάσουν, λέγοντας «Ο θεός μας παρέδωσε στα χέρια μας τον Σαμψών, τον εχθρό μας». Όταν ο λαός τον είδε, δόξασαν τον θεό τους, λέγοντας «Ο θεός μας παρέδωσε τον εχθρό μας, που ρήμαξε τη γη μας και πλήθυνε τους σκοτωμένους μας».

Όταν ευθύμησε η καρδιά τους, είπαν «Φωνάξτε τον Σαμψών να μας διασκεδάσει». Έτσι έφεραν τον Σαμψών από τη φυλακή, και τους διασκέδαζε. Τον έστησαν ανάμεσα στους στύλους. Ο Σαμψών είπε στο αγόρι που τον κρατούσε από το χέρι «Άσε με να ψηλαφίσω τους στύλους που στηρίζεται το σπίτι, για να ακουμπήσω πάνω τους». Το σπίτι ήταν γεμάτο άντρες και γυναίκες· όλοι οι άρχοντες των Φιλισταίων ήταν εκεί, και στη στέγη περίπου τρεις χιλιάδες άντρες και γυναίκες παρακολουθούσαν τον Σαμψών να παίζει. Τότε ο Σαμψών φώναξε στον Πατέρα μας «Κυρίαρχε Πατέρα, θυμήσου με, σε παρακαλώ. Δυνάμωσέ με μόνο αυτή τη φορά, για να αποδώσω με ένα χτύπημα δικαιοσύνη στους Φιλισταίους για τα δυο μου μάτια». Ο Σαμψών άρπαξε τους δύο κεντρικούς στύλους που στήριζαν το σπίτι και στηρίχτηκε πάνω τους, με το δεξί του χέρι στον έναν και το αριστερό στον άλλον. Ο Σαμψών είπε «Ας πεθάνω μαζί με τους Φιλισταίους». Έσπρωξε μ’ όλη του τη δύναμη, και το σπίτι έπεσε πάνω στους άρχοντες και σ’ όλον τον λαό που ήταν μέσα. Έτσι σκότωσε περισσότερους με τον θάνατό του παρά στη ζωή του.

Τα αδέρφια του και όλη η οικογένεια του πατέρα του κατέβηκαν, τον πήραν, τον ανέβασαν και τον έθαψαν ανάμεσα στη Σαραά και στην Εσθαόλ, στον τάφο του πατέρα του, του Μανωέ. Είχε κρίνει τον Ισραήλ είκοσι χρόνια.