Ο Μιχαίας εγκαταλείπει τη λατρεία του Πατέρα
Ο Μιχαίας ομολογεί ότι έκλεψε το ασήμι της μητέρας του· εκείνη τον ευλογεί και το αφιερώνει στον Πατέρα μας — βάζοντας να φτιαχτούν είδωλα με αυτό. Χτίζει ένα ιερό, χειροτονεί τον γιο του, μισθώνει έναν περιπλανώμενο Λευίτη και συμπεραίνει ότι ο Πατέρας μας σίγουρα τον ευνοεί. Ο καθένας έκανε ό,τι ήταν σωστό στα δικά του μάτια.
17 1Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος από την ορεινή περιοχή του Εφραΐμ, που το όνομά του ήταν Μιχαίας. 2Είπε στη μητέρα του: «Τα χίλια εκατό ασημένια νομίσματα που σου πήραν, για τα οποία καταράστηκες — σε άκουσα να το λες — να, εγώ έχω το ασήμι· εγώ το πήρα». Η μητέρα του είπε: «Ας ευλογήσει ο Πατέρας μας τον γιο μου».
3Έτσι επέστρεψε τα χίλια εκατό ασημένια νομίσματα στη μητέρα του, κι εκείνη είπε: «Αφιερώνω επίσημα αυτό το ασήμι στον Πατέρα μας με το ίδιο μου το χέρι, για τον γιο μου, για να φτιαχτεί ένα σκαλιστό είδωλο κι ένα χυτό άγαλμα. Τώρα σου το δίνω πίσω».
4Επέστρεψε το ασήμι στη μητέρα του· εκείνη πήρε διακόσια νομίσματα και τα έδωσε σ’ έναν αργυροχόο, που έφτιαξε ένα σκαλιστό είδωλο κι ένα χυτό άγαλμα· και στήθηκε στο σπίτι του Μιχαία.
5Αυτός ο άνθρωπος, ο Μιχαίας, είχε ένα ιερό, έφτιαξε ένα εφόδ και οικιακά είδωλα, και χειροτόνησε έναν από τους γιους του ιερέα του. 6Εκείνες τις μέρες δεν υπήρχε βασιλιάς στον Ισραήλ· ο καθένας έκανε ό,τι του φαινόταν σωστό. 7Ήταν ένας νεαρός από τη Βηθλεέμ του Ιούδα, από τη γενιά του Ιούδα, Λευίτης, που έμενε εκεί. 8Αυτός ο άνθρωπος έφυγε από τη Βηθλεέμ του Ιούδα για να βρει άλλο μέρος να ζήσει, και προχωρώντας στο δρόμο του έφτασε στην ορεινή περιοχή του Εφραΐμ, στο σπίτι του Μιχαία. 9Ο Μιχαίας ρώτησε: «Από πού είσαι;» Εκείνος είπε: «Είμαι Λευίτης από τη Βηθλεέμ του Ιούδα· ψάχνω κάπου να μείνω».
10Ο Μιχαίας είπε: «Μείνε μαζί μου· γίνε πατέρας και ιερέας μου, κι εγώ θα σου δίνω δέκα ασημένια νομίσματα το χρόνο, μια φορεσιά ρούχα και την τροφή σου». Έτσι ο Λευίτης μπήκε μέσα. 11Ο Λευίτης δέχτηκε να μείνει με τον άνθρωπο αυτόν, κι ο νεαρός έγινε γι’ αυτόν σαν ένας από τους γιους του. 12Ο Μιχαίας χειροτόνησε τον Λευίτη, κι ο νεαρός έγινε ιερέας του και έμενε στο σπίτι του Μιχαία. 13Ο Μιχαίας είπε: «Τώρα ξέρω ότι ο Πατέρας μας θα μου φερθεί καλά, επειδή έχω έναν Λευίτη για ιερέα μου». a a v13 Ο Μιχαίας είναι βέβαιος ότι ο Πατέρας μας θα τον ευλογήσει, επειδή προσέλαβε έναν Λευίτη για να φροντίζει τα είδωλά του — η τραγωδία του να οικειοποιείται κανείς το όνομα του Πατέρα για μια λατρεία δικής μας επινόησης.