Πικραμένη ψυχή
Μιλώντας κατευθείαν στον Θεό, ο Ιώβ ρωτά ποια είναι η κατηγορία. Τα χέρια που τον έχυσαν σαν γάλα και τον έντυσαν με δέρμα τώρα τον κυνηγούν σαν λιοντάρι. Ζητά μόνο να τον αφήσουν ήσυχο για μια στιγμή, πριν πάει στη γη του ζόφου.
10 1«Βαρέθηκα τη ζωή μου. Θα αφήσω ελεύθερο το παράπονό μου· θα μιλήσω μέσα από την πικρία της ψυχής μου. 2Θα πω στον Θεό: Μη με καταδικάζεις· πες μου γιατί τα βάζεις μαζί μου. 3Σου αρέσει να καταπιέζεις, να περιφρονείς το έργο των χεριών σου, ενώ χαμογελάς στα σχέδια των ασεβών; 4Έχεις μάτια σάρκινα; Βλέπεις όπως βλέπει ο θνητός; 5Είναι οι μέρες σου σαν τις μέρες του θνητού, ή τα χρόνια σου σαν τα χρόνια του ανθρώπου, 6ώστε να ψάχνεις την ενοχή μου και να κυνηγάς την αμαρτία μου, 7αν και ξέρεις πως δεν είμαι ένοχος, και κανείς δεν μπορεί να με γλιτώσει από το χέρι σου;
8«Τα χέρια σου με έπλασαν και με έφτιαξαν, κάθε μέρος μου, και τώρα στρέφεσαι και με καταστρέφεις. 9Θυμήσου πως με έπλασες σαν πηλό. Θα με επιστρέψεις τώρα στο χώμα; 10Δεν με έχυσες σαν γάλα και δεν με έπηξες σαν τυρί, 11με έντυσες με δέρμα και σάρκα, και με ύφανες μαζί με κόκαλα και νεύρα; 12Μου χάρισες ζωή και πιστή αγάπη, και η φροντίδα σου φύλαξε το πνεύμα μου.
13«Όμως αυτό το έκρυβες στην καρδιά σου, και ξέρω πως αυτός ήταν ο σκοπός σου: 14αν αμάρταινα, θα με παρακολουθούσες και δεν θα με απάλλασσες από την ενοχή μου. 15Αν είμαι ένοχος, αλίμονό μου! Κι αν ακόμη είμαι αθώος, δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου—είμαι γεμάτος ντροπή, βυθισμένος στη δυστυχία μου. 16Αν σηκώσω ψηλά το κεφάλι μου, με κυνηγάς σαν λιοντάρι και πάλι κάνεις θαύματα εναντίον μου. 17Φέρνεις καινούριους μάρτυρες εναντίον μου και ξεχύνεις ακόμη περισσότερο τον θυμό σου πάνω μου· κύμα το κύμα η συμφορά ορμάει πάνω μου.
18«Γιατί τότε με έβγαλες από την κοιλιά της μάνας μου; Μακάρι να είχα πεθάνει πριν με δει κανένα μάτι. 19Θα ήμουν σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ, σαν να με είχαν πάει κατευθείαν από την κοιλιά στον τάφο. 20Δεν είναι λίγες οι μέρες μου; Τράβα μακριά μου, άφησέ με ήσυχο, για να βρω μια στιγμή παρηγοριάς, 21προτού πάω στον τόπο απ’ όπου δεν γυρίζει κανείς, στη γη του σκοταδιού και της βαθιάς σκιάς, 22στη γη της καταχνιάς σαν την πιο βαθιά νύχτα, της βαθιάς σκιάς και της αταξίας, όπου και το φως μοιάζει με σκοτάδι».