Ποιος Ελευθέρωσε τον Άγριο Όνο;
Οι ερωτήσεις συνεχίζονται με άγρια πλάσματα που δεν χρειάζονται ανθρώπινη φροντίδα: τα αγριοκάτσικα που γεννούν μόνα τους, ο όνος που περιφρονεί την πόλη, η στρουθοκάμηλος που ξεχνά τα αυγά της, το άλογο που γελά με τον φόβο, ο αετός στον βράχο του. Τίποτε από αυτά δεν εξυπηρετεί τη βολή του Ιώβ.
39 1«Ξέρεις πότε γεννούν τα αγριοκάτσικα του βουνού; Παρακολουθείς τις ελαφίνες όταν γεννούν; 2Μπορείς να μετρήσεις τους μήνες που κυοφορούν; Ξέρεις τον καιρό που γεννούν; 3Σκύβουν και γεννούν· οι πόνοι της γέννας τους περνούν. 4Τα μικρά τους δυναμώνουν στην ανοιχτή πεδιάδα· φεύγουν και δεν ξαναγυρίζουν.
5«Ποιος ελευθέρωσε τον άγριο όνο; Ποιος έλυσε τα σκοινιά του γοργού όναγρου, 6σ' αυτόν που έδωσα την έρημο για σπίτι και την αλμυρή γη για κατοικία; 7Περιφρονεί τη βουή της πόλης και δεν ακούει ποτέ τις φωνές του αγωγιάτη. 8Τριγυρίζει στα βουνά για βοσκή, ψάχνοντας για κάθε τι πράσινο.
9«Δέχεται ο άγριος ταύρος να σε υπηρετήσει; Θα περάσει τη νύχτα δίπλα στο παχνί σου; 10Μπορείς να δέσεις τον άγριο ταύρο στο αυλάκι με σκοινιά; Θα οργώσει τις κοιλάδες πίσω σου; 11Θα βασιστείς πάνω του επειδή η δύναμή του είναι μεγάλη; Θα του εμπιστευτείς τη δουλειά σου; 12Μπορείς να τον εμπιστευτείς να φέρει πίσω το σιτάρι σου και να το μαζέψει στο αλώνι σου;
13«Τα φτερά της στρουθοκαμήλου χτυπούν χαρούμενα, αλλά είναι τα φτερά και το φτέρωμα του πελαργού; 14Αφήνει τα αυγά της στο χώμα και τα αφήνει να ζεσταθούν στη σκόνη, 15ξεχνώντας πως ένα πόδι μπορεί να τα συντρίψει, ή κάποιο άγριο ζώο να τα ποδοπατήσει. 16Φέρεται σκληρά στα μικρά της, σαν να μην ήταν δικά της· δεν τη νοιάζει αν ο κόπος της πήγε χαμένος, 17επειδή εγώ την έκανα να ξεχάσει τη σοφία και δεν της έδωσα μερίδιο στη σύνεση. 18Όμως, όταν ξεκινάει να τρέχει, περιγελά το άλογο και τον αναβάτη του.
19«Εσύ δίνεις στο άλογο τη δύναμή του; Εσύ ντύνεις τον λαιμό του με κυματιστή χαίτη; 20Εσύ τον κάνεις να πηδάει σαν ακρίδα; Το περήφανο ρουθούνισμά του σκορπάει τρόμο. 21Χτυπάει το πόδι του στην κοιλάδα και χαίρεται για τη δύναμή του· ορμάει στη μάχη. 22Περιγελά τον φόβο και δεν τρομάζει· δεν κάνει πίσω μπροστά στο σπαθί. 23Η φαρέτρα κροταλίζει πάνω του, το αστραφτερό δόρυ και το ακόντιο. 24Με άγρια, μανιασμένη ορμή καταβροχθίζει το έδαφος· δεν μπορεί να σταθεί ακίνητος όταν ηχεί η σάλπιγγα. 25Στο σάλπισμα της σάλπιγγας λέει: “Αχά!” Οσφραίνεται τη μάχη από μακριά, τη βοή των αρχηγών και την πολεμική κραυγή.
26«Με τη δική σου σύνεση πετάει το γεράκι και απλώνει τα φτερά του προς τον νότο; 27Με δική σου διαταγή ανυψώνεται ο αετός και χτίζει τη φωλιά του ψηλά; 28Ζει στον γκρεμό και εκεί φτιάχνει το σπίτι του, πάνω στον βραχώδη κρημνό, το οχυρό του. 29Από εκεί ψάχνει για την τροφή του· τα μάτια του τη διακρίνουν από μακριά. 30Τα μικρά του πίνουν αίμα, και όπου υπάρχουν σκοτωμένοι, εκεί βρίσκεται κι αυτός».