Θα διορθώσεις τον Παντοδύναμο;
Ο Ιώβ βάζει το χέρι στο στόμα του και παύει να μιλά. Ο Πατέρας μας επιμένει ωστόσο: θα ακύρωνες τη δικαιοσύνη μου για να αποδείξεις ότι έχεις δίκιο; Έπειτα δείχνει τον Βεεμώθ, που τρώει χορτάρι, ατάραχος όταν το ποτάμι ορμά στο στόμα του, ένα πλάσμα που μόνο ο Πλάστης του μπορεί να πλησιάσει.
40 1Τότε ο Πατέρας μας είπε στον Ιώβ:
2«Αυτός που φιλονικεί με τον Παντοδύναμο θα τον διορθώσει; Ας απαντήσει αυτός που με κατηγορεί».
Το χέρι του Ιώβ στο στόμα του
3Τότε ο Ιώβ απάντησε στον Πατέρα μας: 4«Δες, είμαι ανάξιος — πώς μπορώ να σου απαντήσω; Βάζω το χέρι μου στο στόμα μου. 5Μίλησα μία φορά — δεν θα απαντήσω· δύο φορές — δεν θα πω τίποτε περισσότερο».
6Τότε ο Πατέρας μας απάντησε στον Ιώβ μέσα από την καταιγίδα:
7«Ζώσου σαν άντρας· θα σε ρωτήσω, κι εσύ θα μου απαντήσεις. 8Θα ακύρωνες πράγματι τη δικαιοσύνη μου; Θα με καταδίκαζες για να δικαιωθείς εσύ; 9Έχεις βραχίονα σαν τον δικό μου; Μπορείς να βροντήσεις με φωνή σαν τη δική μου; 10Στολίσου με μεγαλοπρέπεια και αξιοπρέπεια· ντύσου με τιμή και λαμπρότητα. 11Ξέσπασε τη μανία της οργής σου· κοίταξε καθέναν περήφανο και ρίξε τον χαμηλά. 12Κοίταξε καθέναν περήφανο και ταπείνωσέ τον· σύντριψε τους ασεβείς εκεί που στέκονται. 13Θάψε τους όλους μαζί στο χώμα· σκέπασε τα πρόσωπά τους στον τάφο. 14Τότε κι εγώ θα σε επαινούσα, γιατί το δικό σου δεξί χέρι θα μπορούσε να σε σώσει. 15Κοίτα τον Βεεμώθ, που τον έπλασα όπως έπλασα κι εσένα· τρώει χορτάρι σαν το βόδι. a a v15 Ο Βεεμώθ είναι ένα τεράστιο θηρίο — πιθανότατα ο ιπποπόταμος ή κάποιο μεγάλο χερσαίο ζώο — που προβάλλεται εδώ ως θαύμα της δημιουργίας του Πατέρα μας. 16Κοίτα — η δύναμή του είναι στα λαγόνια του, κι η ισχύς του στους μυς της κοιλιάς του. 17Στυλώνει την ουρά του σαν κέδρο· οι τένοντες των μηρών του είναι σφιχτά δεμένοι μεταξύ τους. 18Τα κόκαλά του είναι σωλήνες από μπρούντζο, τα μέλη του σαν ράβδοι από σίδερο. 19Είναι το πρώτο από τα έργα μου· μόνο ο Δημιουργός του μπορεί να τον πλησιάσει με το σπαθί. 20Τα βουνά βγάζουν τον καρπό τους γι’ αυτόν, εκεί όπου παίζουν όλα τα άγρια ζώα. 21Κάτω από τα λωτόδεντρα ξαπλώνει, κρυμμένος μέσα στα καλάμια και στον βάλτο. 22Τα λωτόδεντρα τον σκεπάζουν με τον ίσκιο τους· οι ιτιές του ρυακιού τον περιβάλλουν. 23Αν ο ποταμός μανιάσει, δεν ταράζεται· μένει ατάραχος, κι ας ξεχύνεται ο Ιορδάνης στο στόμα του. 24Μπορεί κανείς να τον πιάσει ενώ εκείνος βλέπει ή να του τρυπήσει τη μύτη με παγίδα;»