Ο Αβεσσαλώμ κλέβει τις καρδιές του Ισραήλ
Ο Αβεσσαλώμ στέκεται στην πύλη λέγοντας σε κάθε αιτούντα ότι κανείς δεν θα τον ακούσει, και κλέβει τις καρδιές του Ισραήλ. Στεφανωμένος βασιλιάς στη Χεβρώνα, κάνει τον Δαβίδ να φύγει ξυπόλητος ανεβαίνοντας το Όρος των Ελαιών. Ο Δαβίδ στέλνει πίσω την κιβωτό και ζητά από τον Πατέρα μας να κάνει μωρία τη συμβουλή του Αχιτόφελ.
15 1Αργότερα ο Αβεσσαλώμ απέκτησε άρμα και άλογα, με πενήντα άντρες να τρέχουν μπροστά του. 2Ο Αβεσσαλώμ σηκωνόταν νωρίς και στεκόταν δίπλα στον δρόμο προς την πύλη. Κάθε φορά που κάποιος με κάποια διαφορά ερχόταν στον βασιλιά για να κριθεί, ο Αβεσσαλώμ φώναζε: «Από ποια πόλη είσαι;» Κι εκείνος απαντούσε: «Ο δούλος σου είναι από μία από τις φυλές του Ισραήλ».
3Τότε ο Αβεσσαλώμ του έλεγε: «Κοίτα, οι απαιτήσεις σου είναι καλές και σωστές, αλλά ο βασιλιάς δεν όρισε κανέναν να σε ακούσει». 4Κι ο Αβεσσαλώμ πρόσθετε: «Μακάρι να με όριζαν κριτή στη χώρα! Τότε όποιος είχε κάποια διαφορά ή υπόθεση θα μπορούσε να έρθει σ’ εμένα, κι εγώ θα του έδινα το δίκιο του». 5Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε για να τον προσκυνήσει, ο Αβεσσαλώμ άπλωνε το χέρι του, τον έπιανε και τον φιλούσε. 6Αυτό το έκανε ο Αβεσσαλώμ σε κάθε Ισραηλίτη που ερχόταν στον βασιλιά για να κριθεί, κι έτσι έκλεψε τις καρδιές του Ισραήλ.
7Ύστερα από τέσσερα χρόνια, ο Αβεσσαλώμ είπε στον βασιλιά: «Σε παρακαλώ, άφησέ με να πάω στη Χεβρών, για να εκπληρώσω ένα τάμα που έκανα στον Πατέρα μας. 8Γιατί, όσο ζούσα στη Γεσσούρ, στην Αράμ, έκανα αυτό το τάμα: “Αν ο Πατέρας μας με φέρει πίσω στην Ιερουσαλήμ, θα τον λατρέψω”».
9Ο βασιλιάς του είπε: «Πήγαινε με ειρήνη». Έτσι ο Αβεσσαλώμ σηκώθηκε και πήγε στη Χεβρών.
10Ο Αβεσσαλώμ έστειλε κρυφά αγγελιοφόρους σ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ: «Μόλις ακούσετε τον ήχο του κέρατου, να πείτε: “Ο Αβεσσαλώμ βασιλεύει στη Χεβρών!”»
11Διακόσιοι καλεσμένοι άντρες από την Ιερουσαλήμ πήγαν μαζί με τον Αβεσσαλώμ με κάθε αθωότητα, χωρίς να ξέρουν τίποτε για τη συνωμοσία. 12Καθώς ο Αβεσσαλώμ πρόσφερε τις θυσίες, έστειλε στη Γκιλώ και κάλεσε τον Αχιτόφελ τον Γιλωνίτη, τον σύμβουλο του Δαβίδ. Η συνωμοσία δυνάμωνε, κι οι οπαδοί του Αβεσσαλώμ όλο και πλήθαιναν.
Ο Δαβίδ φεύγει από τον γιο του τον Αβεσσαλώμ
13Ήρθε ένας αγγελιοφόρος στον Δαβίδ: «Οι καρδιές του Ισραήλ στράφηκαν προς τον Αβεσσαλώμ».
14Ο Δαβίδ είπε σ’ όλους τους δούλους που ήταν μαζί του στην Ιερουσαλήμ: «Σηκωθείτε! Πρέπει να φύγουμε, αλλιώς κανείς μας δε θα ξεφύγει από τον Αβεσσαλώμ. Βιαστείτε, αλλιώς σε λίγο θα μας προλάβει, θα μας καταστρέψει και θα χτυπήσει την πόλη με το σπαθί».
15Οι δούλοι του βασιλιά του απάντησαν: «Ό,τι κι αν αποφασίσει ο κύριός μου ο βασιλιάς, οι δούλοι σου είναι έτοιμοι».
16Έτσι ο βασιλιάς έφυγε, κι όλο το σπιτικό του τον ακολούθησε, άφησε όμως δέκα παλλακίδες να φυλάνε το παλάτι. a a v16 Οι παλλακίδες ήταν δευτερεύουσες σύζυγοι με λιγότερα νομικά δικαιώματα από μια κύρια σύζυγο. 17Ο βασιλιάς ξεκίνησε, κι όλος ο λαός τον ακολουθούσε, και σταμάτησαν στο τελευταίο σπίτι. 18Όλοι οι δούλοι του πέρασαν δίπλα του, μαζί μ’ όλους τους Χερεθαίους και τους Φελεθαίους· κι όλοι οι εξακόσιοι Γετθαίοι που τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαθ βάδιζαν μπροστά από τον βασιλιά. b b v18 Οι Χερεθαίοι και οι Φελεθαίοι ήταν τα επίλεκτα σώματα της προσωπικής φρουράς του Δαβίδ.
19Ο βασιλιάς είπε στον Ιτταΐ τον Γετθαίο: «Γιατί να έρθεις κι εσύ μαζί μας; Γύρνα πίσω και μείνε με τον καινούριο βασιλιά· είσαι ξένος, ένας εξόριστος μακριά από την πατρίδα σου. 20Μόλις χθες ήρθες. Σήμερα να σε κάνω να περιπλανιέσαι μαζί μας, ενώ ούτε εγώ ξέρω πού πηγαίνω; Γύρνα πίσω και πάρε τους αδελφούς σου μαζί σου. Είθε ο Πατέρας μας να σου δείξει την αγάπη και την πιστότητα της διαθήκης του».
21Ο Ιτταΐ απάντησε στον βασιλιά: «Όσο σίγουρα ζει ο Πατέρας μας κι όσο ζει ο κύριός μου ο βασιλιάς, όπου κι αν είναι ο κύριός μου ο βασιλιάς, είτε ζωή είναι είτε θάνατος, εκεί θα είναι κι ο δούλος σου».
22Ο Δαβίδ είπε στον Ιτταΐ: «Πήγαινε, πέρνα απέναντι». Έτσι ο Ιτταΐ ο Γετθαίος πέρασε απέναντι μ’ όλους τους άντρες του κι όλα τα μικρά παιδιά που ήταν μαζί του. 23Όλη η χώρα έκλαιγε δυνατά καθώς περνούσε όλος ο λαός. Ο βασιλιάς πέρασε την κοιλάδα των Κέδρων, κι όλος ο λαός πέρασε κατευθυνόμενος προς την έρημο. 24Εκεί ήταν κι ο Σαδώκ, μαζί μ’ όλους τους Λευίτες που κουβαλούσαν την κιβωτό της διαθήκης του Πατέρα μας. Κατέβασαν την κιβωτό του Πατέρα μας, κι ο Αβιάθαρ πρόσφερε θυσίες ώσπου όλος ο λαός τελείωσε να βγαίνει από την πόλη. 25Ο βασιλιάς είπε στον Σαδώκ: «Πήγαινε πίσω την κιβωτό του Πατέρα μας στην πόλη. Αν ο Πατέρας μας ευχαριστιέται μ’ εμένα, θα με φέρει πίσω και θα με αφήσει να τη δω ξανά και τον τόπο όπου κατοικεί. 26Αν όμως πει: “Δεν ευχαριστιέμαι μ’ εσένα”, ιδού, εδώ είμαι — ας μου κάνει ό,τι νομίζει σωστό». 27Ο βασιλιάς είπε ακόμη στον Σαδώκ τον ιερέα: «Δεν είσαι βλέπων; Γύρνα πίσω στην πόλη με ειρήνη, και πάρε μαζί σου τους δύο γιους σου — τον Αχιμάας τον γιο σου και τον Ιωνάθαν τον γιο του Αβιάθαρ. 28Εγώ θα περιμένω στα περάσματα της ερήμου ώσπου να έρθει μήνυμα από σας να με ενημερώσει». 29Έτσι ο Σαδώκ κι ο Αβιάθαρ πήγαν πίσω την κιβωτό του Πατέρα μας στην Ιερουσαλήμ κι έμειναν εκεί.
30Ο Δαβίδ ανέβαινε το Όρος των Ελαιών, κλαίγοντας καθώς ανέβαινε, με το κεφάλι του σκεπασμένο και τα πόδια του ξυπόλυτα. Κι όλος ο λαός που ήταν μαζί του σκέπασε το κεφάλι του κι ανέβαινε, κλαίγοντας καθώς προχωρούσε. c c v30 Ο προδομένος βασιλιάς, κλαίγοντας καθώς ανεβαίνει το Όρος των Ελαιών, προεικονίζει τον Ιησού, που πολύ αργότερα πέρασε την ίδια αυτή κοιλάδα και θρήνησε πάνω σ’ αυτόν τον ίδιο λόφο τη νύχτα που τον πρόδωσε ένας έμπιστος φίλος.
31Είπαν στον Δαβίδ: «Ο Αχιτόφελ είναι ανάμεσα στους συνωμότες με τον Αβεσσαλώμ». Τότε ο Δαβίδ προσευχήθηκε: «Πατέρα μας, κάνε τη συμβουλή του Αχιτόφελ ανοησία».
32Όταν ο Δαβίδ έφτασε στην κορυφή, εκεί όπου προσφερόταν λατρεία στον Πατέρα μας, ο Χουσαΐ ο Αρχίτης ήρθε να τον συναντήσει, με το ρούχο του σκισμένο και χώμα στο κεφάλι του. 33Ο Δαβίδ του είπε: «Αν έρθεις μαζί μου, θα μου γίνεις μόνο βάρος».
34Αν όμως γυρίσεις πίσω στην πόλη και πεις στον Αβεσσαλώμ: “Θα είμαι δούλος σου, βασιλιά μου· όπως υπηρετούσα τον πατέρα σου πρωτύτερα, έτσι τώρα θα υπηρετώ εσένα”, τότε θα μπορέσεις να ματαιώσεις τη συμβουλή του Αχιτόφελ για χάρη μου. 35Ο Σαδώκ κι ο Αβιάθαρ οι ιερείς είναι εκεί μαζί σου. Να τους λες όλα όσα ακούς στο σπίτι του βασιλιά. 36Οι δύο γιοι τους είναι εκεί μαζί τους — ο Αχιμάας ο γιος του Σαδώκ κι ο Ιωνάθαν ο γιος του Αβιάθαρ. Στείλε μου μήνυμα μέσω αυτών για όλα όσα ακούς.
37Έτσι ο Χουσαΐ, ο φίλος του Δαβίδ, μπήκε στην πόλη τη στιγμή ακριβώς που ο Αβεσσαλώμ έμπαινε στην Ιερουσαλήμ.