Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κατά Ματθαίον 21 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Βασιλιάς σου Έρχεται σ’ Εσένα

Μπαίνει καβάλα σε γαϊδουράκι, μέσα σε πλήθη που κραυγάζουν, και έπειτα διώχνει τους εμπόρους από τον οίκο του Πατέρα του. Όταν αμφισβητούν την εξουσία του, αρνείται να απαντήσει, και μιλά αντί γι' αυτό για δύο γιους που άλλα λένε και άλλα κάνουν, και για γεωργούς που δολοφονούν τον κληρονόμο.

Κεφάλαιο 21.

Καθώς πλησίαζαν στην Ιερουσαλήμ κι έφτασαν στη Βηθφαγή, στο Όρος των Ελαιών, ο Ιησούς έστειλε μπροστά δύο μαθητές,

λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στο χωριό που είναι απέναντί σας. Αμέσως θα βρείτε ένα γαϊδούρι δεμένο, κι ένα πουλάρι δίπλα του. Λύστε τα και φέρτε τα σ’ εμένα. Κι αν σας πει κανείς τίποτα, πείτε: “Ο Κύριος τα χρειάζεται”, κι ο Κύριος θα τα στείλει αμέσως».

Αυτό έγινε για να εκπληρωθεί εκείνο που είχε πει ο προφήτης: «Πείτε στη θυγατέρα της Σιών: “Δες, ο βασιλιάς σου έρχεται σ’ εσένα, ταπεινός και καβάλα σ’ ένα γαϊδούρι, πάνω σ’ ένα πουλάρι, το μικρό ενός υποζυγίου”».

Οι μαθητές πήγαν κι έκαναν όπως τους είχε πει ο Ιησούς. Έφεραν το γαϊδούρι και το πουλάρι, έβαλαν τα ρούχα τους πάνω στα ζώα, κι ο Ιησούς κάθισε πάνω στα ρούχα. Οι περισσότεροι από το πλήθος έστρωσαν τα ρούχα τους στον δρόμο· άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα και τα έστρωναν στον δρόμο. Τα πλήθη που προπορεύονταν κι εκείνα που ακολουθούσαν φώναζαν: «Ωσαννά στον Υιό του Δαβίδ! Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Πατέρα μας! Ωσαννά στον ύψιστο Θεό!» a a v9 Το «Ωσαννά» είναι εβραϊκή κραυγή που σημαίνει «Σώσε μας!» — εδώ χρησιμοποιείται ως χαρούμενη κραυγή δοξολογίας κι υποδοχής.

Κι όταν μπήκε στην Ιερουσαλήμ, αναστατώθηκε όλη η πόλη και ρωτούσαν: «Ποιος είναι αυτός;»

Και τα πλήθη έλεγαν: «Αυτός είναι ο προφήτης Ιησούς, από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας».

Ο Ιησούς Παίρνει Πίσω τον Οίκο του Πατέρα του

Τότε ο Ιησούς μπήκε στον ναό, έδιωξε όλους όσοι πουλούσαν κι αγόραζαν εκεί, κι αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών και τα καθίσματα εκείνων που πουλούσαν περιστέρια.

Τους είπε: «Είναι γραμμένο: “Ο οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής”, εσείς όμως τον κάνετε σπήλαιο ληστών».

Και τον πλησίασαν στον ναό τυφλοί και κουτσοί, και τους γιάτρεψε. Όταν οι αρχιερείς κι οι δάσκαλοι του νόμου είδαν τα θαυμαστά που έκανε, και τα παιδιά να φωνάζουν στον ναό: «Ωσαννά στον Υιό του Δαβίδ!», θύμωσαν

και του είπαν: «Ακούς τι λένε αυτοί;» Ο Ιησούς τους είπε: «Ναι. Δεν διαβάσατε ποτέ: “Από το στόμα των νηπίων και των βρεφών που θηλάζουν ετοίμασες δοξολογία”;»

Τους άφησε, βγήκε έξω από την πόλη στη Βηθανία και πέρασε εκεί τη νύχτα.

Η Πίστη που Μετακινεί Βουνά

Νωρίς το πρωί, καθώς γύριζε στην πόλη, πείνασε.

Βλέποντας μια συκιά δίπλα στον δρόμο, πήγε σ’ αυτήν, μα δεν βρήκε παρά μόνο φύλλα. Είπε: «Να μην ξανακάνεις ποτέ καρπό!» Κι αμέσως η συκιά ξεράθηκε.

Βλέποντάς το, οι μαθητές απόρησαν και ρώτησαν: «Πώς ξεράθηκε η συκιά τόσο γρήγορα;»

Ο Ιησούς απάντησε: «Σας λέω την αλήθεια: αν έχετε πίστη και δεν αμφιβάλλετε, όχι μόνο θα κάνετε αυτό που έγινε στη συκιά — μα και σ’ αυτό το βουνό θα πείτε: “Σήκω και ρίξου στη θάλασσα”, και θα γίνει. Κι ό,τι ζητήσετε στην προσευχή, αν πιστεύετε, θα το λάβετε».

Αμφισβητείται η Εξουσία του Υιού

Μπαίνοντας στον ναό, δίδασκε, όταν ήρθαν οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι του λαού και τον ρώτησαν: «Με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά, και ποιος σου έδωσε αυτή την εξουσία;»

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα πράγμα. Πείτε μου την απάντηση, και θα σας πω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά. Το βάφτισμα του Ιωάννη — από πού ήταν; Από τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;» Εκείνοι συζητούσαν μεταξύ τους: «Αν πούμε “από τον ουρανό”, θα μας πει “τότε γιατί δεν τον πιστέψατε;”

Μα αν πούμε “από τους ανθρώπους”, φοβόμαστε το πλήθος — όλοι θεωρούν τον Ιωάννη προφήτη».

Αποκρίθηκαν στον Ιησού: «Δεν ξέρουμε». Εκείνος είπε: «Ούτε κι εγώ θα σας πω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά».

Δύο Γιοι: Λόγια ή Έργα

«Τι νομίζετε όμως; Ένας άνθρωπος είχε δύο γιους. Πηγαίνοντας στον πρώτο, του είπε: “Παιδί μου, πήγαινε να δουλέψεις σήμερα στον αμπελώνα”. Κι εκείνος απάντησε: “Δεν θέλω”, μα αργότερα μετάνιωσε και πήγε. Πήγε στον δεύτερο κι είπε τα ίδια. Αυτός απάντησε: “Θα πάω, κύριε” — μα δεν πήγε. Ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα του;» Εκείνοι είπαν: «Ο πρώτος». Ο Ιησούς τους είπε: «Σας το λέω αληθινά, οι τελώνες κι οι πόρνες μπαίνουν στη βασιλεία του Πατέρα μας πριν από σας».

«Γιατί ήρθε σ’ εσάς ο Ιωάννης στον δρόμο της δικαιοσύνης, κι εσείς δεν τον πιστέψατε· οι τελώνες όμως κι οι πόρνες τον πίστεψαν. Κι αφού το είδατε αυτό, ούτε τότε μετανιώσατε για να τον πιστέψετε».

Ο Αμπελώνας κι ο Γιος που Απορρίφθηκε

«Ακούστε μιαν άλλη παραβολή: Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε έναν αμπελώνα, τον περίφραξε, έσκαψε μέσα του ένα πατητήρι, έχτισε έναν πύργο, τον νοίκιασε σε γεωργούς κι έφυγε σε ταξίδι. Όταν πλησίασε ο καιρός της συγκομιδής, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς για να εισπράξουν τον καρπό του. Μα οι γεωργοί έπιασαν τους δούλους του — τον έναν τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανά έστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους, και τους φέρθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Τελικά τους έστειλε τον γιο του, λέγοντας: “Θα σεβαστούν τον γιο μου”. Μα οι γεωργοί, βλέποντας τον γιο, είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε, ας τον σκοτώσουμε κι ας πάρουμε την κληρονομιά του”. Έτσι τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα και τον σκότωσαν. Όταν λοιπόν έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελώνα, τι θα κάνει σ’ εκείνους τους γεωργούς;»

Εκείνοι απάντησαν: «Θα εξολοθρεύσει φρικτά εκείνους τους κακούς ανθρώπους, και θα νοικιάσει τον αμπελώνα σ’ άλλους γεωργούς που θα του δίνουν τον καρπό στην εποχή του».

Ο Ιησούς τους είπε: «Δεν διαβάσατε ποτέ στις Γραφές: “Η πέτρα που απέρριψαν οι χτίστες έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος· αυτό έγινε από τον Πατέρα μας, κι είναι θαυμαστό στα μάτια μας”;»

«Γι’ αυτό σας λέω: η βασιλεία του Πατέρα μας θα σας αφαιρεθεί και θα δοθεί σ’ ένα έθνος που θα παράγει τους καρπούς της. Όποιος πέσει πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα γίνει κομμάτια· κι όποιον βρει αυτή, θα τον συντρίψει».

Όταν οι αρχιερείς κι οι Φαρισαίοι άκουσαν τις παραβολές του, κατάλαβαν ότι μιλούσε γι’ αυτούς. Ήθελαν να τον συλλάβουν, μα φοβήθηκαν τα πλήθη, που τον θεωρούσαν προφήτη.