Όλοι Είναι Ευπρόσδεκτοι στο Τραπέζι του Πατέρα
Η μία ερώτηση μετά την άλλη στήνεται σαν παγίδα — ο φόρος του Καίσαρα, μια γυναίκα που χήρεψε επτά φορές, η μεγαλύτερη εντολή, το να αγαπάμε τον Πατέρα μας με όλο μας το είναι — και καθεμία γυρίζει πίσω σε εκείνον που ρωτά. Έπειτα ο Ιησούς θέτει τη δική του ερώτηση για τον Κύριο του Δαβίδ, και κανείς δεν τολμά να τον ρωτήσει ξανά.
22 1Ο Ιησούς τους μίλησε πάλι με παραβολές, λέγοντας:
2«Η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ’ έναν βασιλιά που ετοίμασε γαμήλιο γλέντι για τον γιο του. 3Έστειλε τους υπηρέτες του να καλέσουν τους καλεσμένους στο γαμήλιο γλέντι, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να έρθουν. 4Έστειλε πάλι άλλους υπηρέτες, λέγοντας: “Πείτε στους καλεσμένους: Να, ετοίμασα το γεύμα μου· τα βόδια μου και τα θρεφτάρια μου είναι σφαγμένα, όλα έτοιμα. Ελάτε στο γαμήλιο γλέντι”. 5Εκείνοι όμως αδιαφόρησαν και έφυγαν, άλλος στο χωράφι του, άλλος στη δουλειά του, 6ενώ οι υπόλοιποι έπιασαν τους υπηρέτες του, τους κακομεταχειρίστηκαν και τους σκότωσαν. 7Ο βασιλιάς οργίστηκε, κι έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε εκείνους τους φονιάδες και έκαψε την πόλη τους. 8Τότε είπε στους υπηρέτες του: “Ο γάμος είναι έτοιμος, όμως οι καλεσμένοι δεν ήταν άξιοι. 9Πηγαίνετε λοιπόν στους κεντρικούς δρόμους και καλέστε στο γαμήλιο γλέντι όσους βρείτε”. 10Βγήκαν εκείνοι οι υπηρέτες στους δρόμους και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και η αίθουσα του γάμου γέμισε καλεσμένους.
11«Όταν όμως μπήκε ο βασιλιάς να δει τους καλεσμένους, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν φορούσε γαμήλια ρούχα. 12Τον ρώτησε: “Φίλε, πώς μπήκες εδώ χωρίς γαμήλια ρούχα;” Εκείνος έμεινε άφωνος. 13Τότε ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: “Δέστε του τα χέρια και τα πόδια και ρίξτε τον έξω στο σκοτάδι· εκεί θα υπάρχει κλάμα και τριγμός των δοντιών”. 14Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί».
Δώστε στον Πατέρα μας αυτό που Του Ανήκει
15Τότε πήγαν οι Φαρισαίοι και συσκέφθηκαν πώς να τον παγιδέψουν με τα ίδια του τα λόγια.
16Του έστειλαν τους μαθητές τους, μαζί με τους Ηρωδιανούς, και του είπαν: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι ειλικρινής και διδάσκεις αληθινά τον δρόμο του Θεού· δεν υπολογίζεις κανέναν, αφού δεν κρίνεις τους ανθρώπους ανάλογα με τη θέση τους. 17Πες μας, λοιπόν, τι νομίζεις: Επιτρέπεται να πληρώνουμε φόρο στον Καίσαρα ή όχι;»
18Ο Ιησούς όμως, γνωρίζοντας την κακία τους, είπε: «Γιατί με δοκιμάζετε, υποκριτές; 19Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Και του έφεραν ένα δηνάριο.
20Και τους είπε: «Ποιανού είναι αυτή η εικόνα και ποιανού η επιγραφή;»
21Εκείνοι είπαν: «Του Καίσαρα». Τότε τους είπε: «Δώστε, λοιπόν, στον Καίσαρα ό,τι ανήκει στον Καίσαρα, και στον Πατέρα μας ό,τι ανήκει στον Πατέρα μας».
22Όταν το άκουσαν, έμειναν κατάπληκτοι· τον άφησαν και έφυγαν.
Ο Πατέρας μας Είναι ο Θεός των Ζωντανών
23Την ίδια μέρα ήρθαν κοντά του Σαδδουκαίοι, που λένε ότι δεν υπάρχει ανάσταση, και τον ρώτησαν: 24«Δάσκαλε, ο Μωυσής είπε: αν κάποιος πεθάνει άτεκνος, ο αδελφός του πρέπει να παντρευτεί τη χήρα και να αποκτήσει απογόνους για τον αδελφό του. 25Ήταν λοιπόν ανάμεσά μας εφτά αδέλφια. Ο πρώτος παντρεύτηκε, πέθανε, και, άτεκνος, άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του. 26Το ίδιο και ο δεύτερος και ο τρίτος, ως τον έβδομο. 27Τελευταία απ’ όλους πέθανε η γυναίκα. 28Στην ανάσταση, λοιπόν, ποιανού απ’ τους εφτά θα είναι γυναίκα; Γιατί όλοι την είχαν».
29Ο Ιησούς απάντησε: «Πλανάστε, γιατί δεν ξέρετε ούτε τις Γραφές ούτε τη δύναμη του Πατέρα μας. 30Γιατί στην ανάσταση ούτε παντρεύονται οι άνθρωποι ούτε δίνονται σε γάμο, αλλά είναι σαν τους αγγέλους στον ουρανό. 31Όσο για την ανάσταση των νεκρών, δεν διαβάσατε τι σας είπε ο Πατέρας μας:
32“Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ”; Δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών».
33Κι όταν το άκουσαν τα πλήθη, έμειναν κατάπληκτα με τη διδασκαλία του.
Αγάπα τον Πατέρα σου με Όλα όσα Έχεις
34Όταν όμως οι Φαρισαίοι άκουσαν ότι είχε αποστομώσει τους Σαδδουκαίους, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί. 35Και ένας απ’ αυτούς, νομοδιδάσκαλος, του έθεσε ένα ερώτημα για να τον δοκιμάσει: 36«Δάσκαλε, ποια είναι η μεγάλη εντολή στον νόμο;»
37Του είπε: «Αγάπα τον Πατέρα σου μ’ όλη σου την καρδιά, μ’ όλη σου την ψυχή και μ’ όλο σου το νου. 38Αυτή είναι η μεγάλη και πρώτη εντολή. 39Και μια δεύτερη όμοιά της: Θα αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. 40Σ’ αυτές τις δύο εντολές κρέμονται όλος ο νόμος και οι προφήτες».
Ποιανού Γιος Είναι ο Χριστός;
41Ενώ ήταν συγκεντρωμένοι οι Φαρισαίοι, ο Ιησούς τους ρώτησε: 42«Τι νομίζετε για τον Χριστό; Ποιανού γιος είναι;» Του είπαν: «Του Δαβίδ».
43Τους ρώτησε: «Πώς τότε ο Δαβίδ, με το Άγιο Πνεύμα, τον ονομάζει Κύριο, λέγοντας:
44“Ο Πατέρας μας είπε στον Κύριό μου: ‘Κάθισε στα δεξιά μου, ώσπου να βάλω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου’”;
45Αν λοιπόν ο Δαβίδ τον ονομάζει Κύριο, πώς μπορεί ο Χριστός να είναι γιος του Δαβίδ;»
46Κανείς δεν μπόρεσε να του απαντήσει λέξη, κι από εκείνη τη μέρα κανείς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει τίποτε άλλο.