Μετανοήστε Προτού Να Είναι Πολύ Αργά
Όταν του μιλούν για τη σφαγή του Πιλάτου, ο Ιησούς απορρίπτει την υπόθεση ότι τα θύματα ήταν χειρότεροι αμαρτωλοί, και λέει: μετανοήστε. Μια άκαρπη συκιά παίρνει έναν ακόμη χρόνο. Ελευθερώνει ένα Σάββατο μια γυναίκα διπλωμένη στα δύο κι εκείνη δοξάζει τον Πατέρα μας, προειδοποιεί ότι η πόρτα είναι στενή, και κλαίει.
13 1Εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθαν μερικοί και του είπαν για κάτι Γαλιλαίους, που το αίμα τους το ανακάτεψε ο Πιλάτος με τις θυσίες τους.
2Εκείνος τους αποκρίθηκε: «Νομίζετε πως αυτοί οι Γαλιλαίοι ήταν πιο αμαρτωλοί από όλους τους άλλους Γαλιλαίους, επειδή έπαθαν αυτά; 3Όχι, σας λέω· αν όμως δε μετανοήσετε, θα χαθείτε κι εσείς όλοι το ίδιο. 4Ή εκείνοι οι δεκαοχτώ που σκοτώθηκαν, όταν έπεσε πάνω τους ο πύργος στον Σιλωάμ, νομίζετε πως ήταν πιο ένοχοι από όλους τους άλλους κατοίκους της Ιερουσαλήμ; 5Όχι, σας λέω· αν όμως δε μετανοήσετε, θα χαθείτε κι εσείς όλοι με τον ίδιο τρόπο».
6Ύστερα τους είπε αυτή την παραβολή: «Κάποιος είχε φυτέψει μια συκιά στο αμπέλι του. Ήρθε να βρει καρπό πάνω της και δεν βρήκε. 7Είπε τότε στον αμπελουργό: “Κοίτα, τρία χρόνια τώρα έρχομαι και ζητώ καρπό σ’ αυτή τη συκιά και δεν βρίσκω. Κόψε την· γιατί να ρουφάει άδικα τη γη;” 8Εκείνος όμως του αποκρίθηκε: “Κύριε, άφησέ την κι αυτή τη χρονιά, ώσπου να σκάψω γύρω της και να βάλω κοπριά. 9Κι αν κάνει καρπό του χρόνου, καλώς· αλλιώς, την κόβεις”».
Μια Κόρη Ελευθερώνεται το Σάββατο
10Ένα Σάββατο δίδασκε σε μια συναγωγή. 11Εκεί ακριβώς βρισκόταν μια γυναίκα που ένα πνεύμα την είχε αρρωστήσει δεκαοχτώ χρόνια· ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει.
12Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε κοντά του και της είπε: «Γυναίκα, είσαι ελεύθερη από την αρρώστια σου».
13Έβαλε τα χέρια του πάνω της, κι αμέσως εκείνη ίσιωσε και δόξαζε τον Πατέρα μας.
14Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς είχε κάνει τη θεραπεία το Σάββατο, είπε στο πλήθος: «Υπάρχουν έξι μέρες για δουλειά. Μέσα σ’ αυτές να έρχεστε να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο».
15Του αποκρίθηκε ο Κύριος: «Υποκριτές! Δε λύνει ο καθένας σας το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και το πηγαίνει να το ποτίσει; 16Κι αυτή, που είναι κόρη του Αβραάμ και την είχε δεμένη ο σατανάς δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί από αυτό το δέσιμο το Σάββατο;»
17Καθώς τα έλεγε αυτά, όλοι οι αντίπαλοί του ντροπιάζονταν, κι όλο το πλήθος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε.
Η Βασιλεία Μεγαλώνει σαν Σπόρος
18Έλεγε λοιπόν: «Με τι μοιάζει η βασιλεία του Πατέρα μας; Με τι να την παρομοιάσω; 19Μοιάζει με σπόρο σιναπιού, που τον πήρε ένας άνθρωπος και τον έσπειρε στον κήπο του· κι αυτός μεγάλωσε κι έγινε δέντρο, και τα πουλιά του ουρανού φώλιασαν στα κλαδιά του».
20Και πάλι είπε: «Με τι να παρομοιάσω τη βασιλεία του Πατέρα μας; 21Μοιάζει με προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα και το ανακάτεψε σε τρία μέτρα αλεύρι, ώσπου φούσκωσε όλο».
Μπείτε από τη Στενή Πόρτα
22Συνέχιζε το δρόμο του, περνώντας από πόλεις και χωριά, διδάσκοντας και προχωρώντας προς την Ιερουσαλήμ. 23Κάποιος τον ρώτησε: «Κύριε, είναι λίγοι αυτοί που σώζονται;» Εκείνος τους είπε:
24«Αγωνιστείτε να μπείτε από τη στενή πόρτα· γιατί σας λέω, πολλοί θα προσπαθήσουν να μπουν και δεν θα τα καταφέρουν. 25Μόλις σηκωθεί ο νοικοκύρης και κλείσει την πόρτα, θα στέκεστε απ’ έξω και θα χτυπάτε λέγοντας: “Κύριε, άνοιξέ μας”. Κι εκείνος θα σας αποκριθεί: “Δεν σας ξέρω από πού είστε”. 26Τότε θα αρχίσετε να λέτε: “Μαζί σου φάγαμε και ήπιαμε· στις πλατείες μας δίδαξες”. 27Εκείνος όμως θα πει: “Σας λέω, δεν σας ξέρω από πού είστε. Φύγετε από μπροστά μου όλοι εσείς που κάνετε το κακό!” 28Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών, όταν θα δείτε τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και όλους τους προφήτες στη βασιλεία του Πατέρα μας, ενώ εσάς θα σας πετάξουν έξω. 29Θα έρθουν άνθρωποι από ανατολή και δύση, από βορρά και νότο, και θα καθίσουν στο τραπέζι μέσα στη βασιλεία του Πατέρα μας. 30Και πράγματι, υπάρχουν τελευταίοι που θα γίνουν πρώτοι, και υπάρχουν πρώτοι που θα γίνουν τελευταίοι».
Ο Ιησούς Κλαίει για την Ιερουσαλήμ
31Εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθαν μερικοί Φαρισαίοι και του είπαν: «Φύγε, πήγαινε από δω· ο Ηρώδης θέλει να σε σκοτώσει».
32Κι εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να πείτε σ’ αυτή την αλεπού: Κοίτα, βγάζω δαιμόνια και κάνω θεραπείες σήμερα κι αύριο, και την τρίτη μέρα τελειώνω το έργο μου. 33Όμως πρέπει να συνεχίσω το δρόμο μου σήμερα, αύριο και την επόμενη μέρα, αφού δεν γίνεται προφήτης να πεθάνει έξω από την Ιερουσαλήμ.
34Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, εσύ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς όσους σου στέλνονται! Πόσες φορές θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου, όπως η κλώσα μαζεύει τα κλωσόπουλά της κάτω από τα φτερά της· μα εσείς δεν θελήσατε! 35Κοίτα, το σπίτι σας αφήνεται σ’ εσάς έρημο. Σας λέω: δεν θα με δείτε, ωσότου πείτε: “Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Πατέρα μας!”»