Ο τόμος γράφεται και διαβάζεται
Ο Βαρούχ γράφει τα λόγια του Πατέρα μας καθ' υπαγόρευση του Ιερεμία και τα διαβάζει στη νηστεία του ναού· οι άρχοντες το παίρνουν στα σοβαρά και κρύβουν και τους δύο άνδρες. Ο Ιωακείμ ακούει δίπλα στο μαγκάλι του, κόβοντας στήλες και καίγοντάς τες. Ο κύλινδρος ξαναγράφεται μακρύτερος, και η γενιά του χάνει τον θρόνο.
36 1Τον τέταρτο χρόνο της βασιλείας του Ιωακείμ, γιου του Ιωσία, βασιλιά του Ιούδα, ήρθε αυτός ο λόγος στον Ιερεμία από τον Πατέρα μας:
2«Πάρε έναν τόμο και γράψε σ’ αυτόν όλα όσα σου μίλησα εναντίον του Ισραήλ, του Ιούδα και όλων των εθνών, από τότε που πρωτομίλησα σ’ εσένα στις μέρες του Ιωσία μέχρι σήμερα. 3Ίσως ο Ιούδας ακούσει όλη τη συμφορά που σχεδιάζω να φέρω πάνω τους, κι ο καθένας γυρίσει από τον κακό του δρόμο, ώστε να συγχωρήσω την ενοχή και την αμαρτία τους».
4Ο Ιερεμίας κάλεσε τον Βαρούχ, τον γιο του Νηρία, κι ο Βαρούχ έγραψε σ’ έναν τόμο, καθώς του υπαγόρευε ο Ιερεμίας, όλα τα λόγια που του είχε πει ο Πατέρας μας. 5Τότε ο Ιερεμίας έδωσε εντολή στον Βαρούχ: «Εγώ είμαι περιορισμένος· δεν μπορώ να πάω στον οίκο του Πατέρα μας. 6Πήγαινε και διάβασε από τον τόμο τα λόγια του Πατέρα μας που έγραψες καθώς σου υπαγόρευα — διάβασέ τα σ’ όλο τον λαό στον οίκο του Πατέρα μας, μια μέρα νηστείας, και στους ανθρώπους του Ιούδα που έρχονται από τις πόλεις τους. 7Ίσως η παράκλησή τους για έλεος φτάσει στον Πατέρα μας, κι ο καθένας γυρίσει από τον κακό του δρόμο, γιατί ο Πατέρας μας έχει εξαγγείλει μεγάλη οργή εναντίον αυτού του λαού».
8Ο Βαρούχ, ο γιος του Νηρία, έκανε όλα όσα τον πρόσταξε ο προφήτης Ιερεμίας, διαβάζοντας τα λόγια του Πατέρα μας από το βιβλίο, στον οίκο του Πατέρα μας. 9Τον πέμπτο χρόνο του Ιωακείμ, γιου του Ιωσία, βασιλιά του Ιούδα, τον ένατο μήνα, όλοι όσοι ήταν στην Ιερουσαλήμ κι όλοι όσοι ήρθαν από τις πόλεις του Ιούδα κήρυξαν νηστεία μπροστά στον Πατέρα μας. 10Ο Βαρούχ διάβασε τα λόγια του Ιερεμία από τον τόμο, για ν’ ακούσει όλος ο λαός, στον οίκο του Πατέρα μας, στο δωμάτιο του Γεμαρία, γιου του Σαφάν του γραμματέα, στην πάνω αυλή, στην είσοδο της Νέας Πύλης του οίκου του Πατέρα μας.
11Όταν ο Μιχαίας, ο γιος του Γεμαρία, γιου του Σαφάν, άκουσε όλα τα λόγια του Πατέρα μας από τον τόμο, 12κατέβηκε στο παλάτι του βασιλιά, στο δωμάτιο του γραμματέα, όπου κάθονταν όλοι οι αξιωματούχοι: ο Ελισαμά ο γραμματέας, ο Δαλαΐας ο γιος του Σεμαΐα, ο Ελναθάν ο γιος του Αχβώρ, ο Γεμαρίας ο γιος του Σαφάν, ο Σεδεκίας ο γιος του Ανανία κι όλοι οι αξιωματούχοι. 13Ο Μιχαίας τους ανέφερε όλα τα λόγια που άκουσε, όταν ο Βαρούχ διάβαζε από το βιβλίο στον λαό. 14Έτσι όλοι οι αξιωματούχοι έστειλαν στον Βαρούχ τον Ιουδί, τον γιο του Νεθανία, γιου του Σελεμία, γιου του Χουσί: «Φέρε τον τόμο που διάβασες στον λαό, κι έλα». Ο Βαρούχ, ο γιος του Νηρία, τον πήρε κι ήρθε σ’ αυτούς.
15Του είπαν: «Κάθισε και διάβασέ τον σ’ εμάς». Κι ο Βαρούχ τους τον διάβασε.
16Ακούγοντας όλα τα λόγια, ο καθένας γύρισε τρομαγμένος στον διπλανό του, λέγοντας στον Βαρούχ: «Πρέπει να πούμε στον βασιλιά όλα αυτά τα λόγια». 17Ρώτησαν τον Βαρούχ: «Πες μας, πώς έγραψες όλα αυτά τα λόγια; Καθώς σου υπαγόρευε;»
18Ο Βαρούχ απάντησε: «Μου υπαγόρευσε όλα αυτά τα λόγια· κι εγώ τα έγραψα στο βιβλίο με μελάνι».
19Τότε οι αξιωματούχοι είπαν στον Βαρούχ: «Πήγαινε να κρυφτείς, εσύ κι ο Ιερεμίας· ας μην ξέρει κανείς πού είστε».
20Έπειτα πήγαν στον βασιλιά, στην αυλή, αφήνοντας τον τόμο στο δωμάτιο του Ελισαμά του γραμματέα, και του ανέφεραν τα πάντα. 21Ο βασιλιάς έστειλε τον Ιουδί να φέρει τον τόμο· κι εκείνος τον πήρε από το δωμάτιο του Ελισαμά του γραμματέα. Ο Ιουδί τον διάβασε δυνατά στον βασιλιά και σ’ όλους τους αξιωματούχους που στέκονταν κοντά του. 22Ο βασιλιάς καθόταν στο χειμερινό ανάκτορο, τον ένατο μήνα, κι η φωτιά έκαιγε στο μαγκάλι μπροστά του. 23Καθώς ο Ιουδί διάβαζε τρεις ή τέσσερις στήλες, ο βασιλιάς τις έκοβε με το μαχαίρι του γραμματέα και τις έριχνε στο μαγκάλι, ώσπου κάηκε ολόκληρος ο τόμος. 24Όμως ο βασιλιάς κι όλοι οι υπηρέτες του που άκουσαν αυτά τα λόγια δεν φοβήθηκαν ούτε έσκισαν τα ρούχα τους. a a v24 Το σκίσιμο των ρούχων ήταν ένα παραδοσιακό σημάδι θλίψης, πένθους ή μετάνοιας μπροστά στον Θεό. 25Ο Ελναθάν, ο Δαλαΐας κι ο Γεμαρίας παρακάλεσαν τον βασιλιά να μην κάψει τον τόμο, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τους ακούσει. 26Ο βασιλιάς πρόσταξε τον Ιεραμεήλ, τον γιο του βασιλιά, τον Σεραΐα τον γιο του Αζριήλ, και τον Σελεμία τον γιο του Αβδεήλ, να συλλάβουν τον Βαρούχ τον γραμματέα και τον Ιερεμία τον προφήτη, αλλά ο Πατέρας μας τους έκρυψε.
27Τότε ήρθε ο λόγος του Πατέρα μας στον Ιερεμία, αφού ο βασιλιάς έκαψε τον τόμο με τα λόγια που ο Βαρούχ είχε γράψει καθώς του υπαγόρευε ο Ιερεμίας:
28«Πάρε έναν άλλο τόμο και γράψε σ’ αυτόν όλα τα λόγια που ήταν στον πρώτο τόμο, τον οποίο έκαψε ο Ιωακείμ ο βασιλιάς του Ιούδα. 29Για τον Ιωακείμ τον βασιλιά του Ιούδα πες: Αυτά λέει ο Πατέρας μας: Εσύ έκαψες αυτόν τον τόμο, ρωτώντας: “Γιατί έγραψες πως ο βασιλιάς της Βαβυλώνας σίγουρα θα έρθει και θα καταστρέψει αυτή τη γη, εξαφανίζοντας κάθε άνθρωπο και ζώο;” 30Γι’ αυτό ο Πατέρας μας λέει για τον Ιωακείμ τον βασιλιά του Ιούδα: κανείς από τους δικούς του δεν θα καθίσει στον θρόνο του Δαβίδ· και το πτώμα του θα πεταχτεί έξω, στη ζέστη της μέρας και στην παγωνιά της νύχτας. 31Θα τιμωρήσω εκείνον, τους απογόνους του και τους υπηρέτες του για την αμαρτία τους, φέρνοντας πάνω τους, στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ και στον λαό του Ιούδα, όλη τη συμφορά που εξήγγειλα εναντίον τους — αλλά δεν άκουσαν».
32Ο Ιερεμίας πήρε έναν άλλο τόμο και τον έδωσε στον Βαρούχ, τον γιο του Νηρία τον γραμματέα, ο οποίος έγραψε, καθώς του υπαγόρευε, όλα τα λόγια του τόμου που ο Ιωακείμ ο βασιλιάς του Ιούδα έκαψε στη φωτιά, κι ακόμη πολλά παρόμοια λόγια.