Τώρα και σε έντυπη μορφή

Β΄ Σαμουήλ 17 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Ο Αχιτόφελ και ο Χουσαΐ συμβουλεύουν τον Αβεσσαλώμ

Ο Αχιτόφελ προτρέπει γρήγορο χτύπημα απόψε εναντίον ενός εξαντλημένου βασιλιά· ο Χουσαΐ αντιπροτείνει μια κολακευτική καθυστέρηση, και ο Αβεσσαλώμ δέχεται τη χειρότερη συμβουλή — επειδή ο Πατέρας μας ήθελε να ματαιώσει την καλή συμβουλή του Αχιτόφελ. Το μήνυμα φτάνει στον Δαβίδ μέσα από ένα σκεπασμένο πηγάδι. Ο Αχιτόφελ πηγαίνει σπίτι του, τακτοποιεί τον οίκο του και κρεμιέται.

Κεφάλαιο 17.

Τότε ο Αχιτόφελ είπε στον Αβεσσαλώμ: «Άφησέ με να διαλέξω δώδεκα χιλιάδες άντρες και να ξεκινήσω απόψε να καταδιώξω τον Δαβίδ. Θα του επιτεθώ ενώ είναι κουρασμένος κι αδύναμος, θα τον πανικοβάλω, κι όλος ο λαός του θα τραπεί σε φυγή· τότε θα χτυπήσω μόνο τον βασιλιά. Θα φέρω πίσω σ’ εσένα όλον τον λαό. Ο ένας άντρας που ζητάς — ο θάνατός του σημαίνει πως όλοι θα επιστρέψουν, κι όλος ο λαός θα έχει ειρήνη».

Αυτό το σχέδιο φάνηκε καλό στον Αβεσσαλώμ και σε όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ. Ο Αβεσσαλώμ είπε: «Καλέστε και τον Χουσαΐ τον Αρχίτη, κι ας ακούσουμε τι λέει κι εκείνος».

Όταν ήρθε ο Χουσαΐ σ’ αυτόν, ο Αβεσσαλώμ είπε: «Ο Αχιτόφελ συμβούλεψε αυτό. Να κάνουμε αυτό που λέει; Αν όχι, μίλα εσύ».

Ο Χουσαΐ είπε στον Αβεσσαλώμ: «Η συμβουλή που έδωσε ο Αχιτόφελ δεν είναι καλή αυτή τη φορά. Ο Χουσαΐ πρόσθεσε: «Ξέρεις τον πατέρα σου και τους άντρες του — άγριοι πολεμιστές, σαν αρκούδα που της πήραν τα μικρά της στην πεδιάδα. Ο πατέρας σου είναι πολεμιστής πεπειραμένος· δεν θα κοιμηθεί μαζί με τον στρατό». Ακόμα και τώρα είναι κρυμμένος σε κάποιον λάκκο ή αλλού. Αν μερικοί από τους άντρες σου πέσουν πρώτοι, όποιος το ακούσει θα πει: “Οι άντρες του Αβεσσαλώμ σφαγιάστηκαν!” Τότε ακόμα κι ο πιο γενναίος, που η καρδιά του είναι καρδιά λιονταριού, θα λιώσει από τον φόβο, γιατί όλος ο Ισραήλ ξέρει πως ο πατέρας σου είναι πολεμιστής κι αυτοί που είναι μαζί του είναι γενναίοι. Γι’ αυτό να η συμβουλή μου: συγκέντρωσε κοντά σου όλον τον Ισραήλ, από τον Δαν ως τη Βεερσεβά, τόσους όσοι είναι η άμμος της θάλασσας, και βγες ο ίδιος στη μάχη. Θα τον φτάσουμε όπου κι αν βρίσκεται, θα πέσουμε πάνω του σαν τη δροσιά στο χώμα, και δεν θα αφήσουμε ζωντανό ούτε αυτόν ούτε κανέναν από τους άντρες του. Αν αποσυρθεί σε κάποια πόλη, όλος ο Ισραήλ θα φέρει εκεί σχοινιά, και θα τη σύρουμε μέσα στην κοιλάδα, ώσπου να μη μείνει ούτε ένα χαλίκι».

Ο Αβεσσαλώμ κι όλοι οι άντρες του Ισραήλ είπαν: «Η συμβουλή του Χουσαΐ του Αρχίτη είναι καλύτερη από του Αχιτόφελ». Γιατί ο Πατέρας μας είχε αποφασίσει να ανατρέψει την καλή συμβουλή του Αχιτόφελ, ώστε ο Πατέρας μας να φέρει συμφορά πάνω στον Αβεσσαλώμ.

Ο Χουσαΐ είπε στους ιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ: «Αυτά συμβούλεψε ο Αχιτόφελ τον Αβεσσαλώμ και τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ, κι αυτά συμβούλεψα εγώ. Τώρα στείλτε γρήγορα μήνυμα στον Δαβίδ: “Μη μείνεις απόψε στα περάσματα της ερήμου· πέρασε οπωσδήποτε απέναντι, αλλιώς ο βασιλιάς κι όλος ο λαός που είναι μαζί του θα καταποντιστούν”».

Ο Ιωνάθαν κι ο Αχιμάας περίμεναν στην Εν-ρωγήλ· μια υπηρέτρια πήγαινε και τους έλεγε τα νέα, κι εκείνοι πήγαιναν και τα έλεγαν στον βασιλιά Δαβίδ, γιατί δεν μπορούσαν να τους δουν να μπαίνουν στην πόλη. Όμως ένας νέος τους είδε και το είπε στον Αβεσσαλώμ. Έτσι οι δυο τους έφυγαν βιαστικά κι έφτασαν στο σπίτι κάποιου άντρα στη Βαουρίμ, που είχε ένα πηγάδι στην αυλή του, και κατέβηκαν μέσα σ’ αυτό. Η γυναίκα του άντρα άπλωσε ένα κάλυμμα πάνω στο στόμιο του πηγαδιού και σκόρπισε πάνω του σιτάρι, ώστε να μην προσέξει κανείς τίποτα. Όταν οι υπηρέτες του Αβεσσαλώμ ήρθαν στη γυναίκα στο σπίτι, ρώτησαν: «Πού είναι ο Αχιμάας κι ο Ιωνάθαν;» Εκείνη είπε: «Πέρασαν το ρυάκι». Οι άντρες έψαξαν, δεν βρήκαν κανέναν, και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.

Αφού έφυγαν, οι δυο τους βγήκαν από το πηγάδι, πήγαν κι ανέφεραν στον βασιλιά Δαβίδ. Του είπαν: «Σήκω και πέρασε γρήγορα το νερό, γιατί ο Αχιτόφελ σχεδίασε αυτό εναντίον σου».

Έτσι ο Δαβίδ κι όλοι όσοι ήταν μαζί του σηκώθηκαν και πέρασαν τον Ιορδάνη. Ως το ξημέρωμα δεν είχε μείνει ούτε ένας που να μην τον είχε περάσει.

Όταν ο Αχιτόφελ είδε πως η συμβουλή του δεν ακολουθήθηκε, σαμάρωσε το γαϊδούρι του και πήγε στο σπίτι του, στην πόλη του. Τακτοποίησε το σπιτικό του, κι έπειτα κρεμάστηκε. Πέθανε και θάφτηκε στον τάφο του πατέρα του.

Ο Δαβίδ ήρθε στη Μαχαναΐμ, ενώ ο Αβεσσαλώμ πέρασε τον Ιορδάνη έχοντας μαζί του όλους τους άντρες του Ισραήλ. Ο Αβεσσαλώμ είχε βάλει τον Αμασά αρχηγό του στρατού στη θέση του Ιωάβ. Ο πατέρας του Αμασά ήταν ο Ιεθρά ο Ισραηλίτης, που είχε παντρευτεί την Αβιγαία, κόρη του Ναάς, αδελφή της Σαρουίας, της μητέρας του Ιωάβ. Ο Ισραήλ κι ο Αβεσσαλώμ στρατοπέδευσαν στη γη της Γαλαάδ.

Όταν ο Δαβίδ έφτασε στη Μαχαναΐμ, ο Σωβί, ο γιος του Ναάς, από τη Ραββά των Αμμωνιτών, ο Μαχίρ, ο γιος του Αμμιήλ, από τη Λοδαβάρ, κι ο Βαρζελλαΐ ο Γαλααδίτης, από τα Ρωγελλίμ, έφεραν κρεβάτια, λεκάνες και πήλινα σκεύη, μαζί με σιτάρι, κριθάρι, αλεύρι, καβουρδισμένο σιτάρι, κουκιά, φακές, μέλι, ξινόγαλο, πρόβατα και τυρί από το κοπάδι, για να φάνε ο Δαβίδ κι ο λαός του, γιατί είπαν: «Ο λαός πεινάει, είναι κουρασμένος και διψάει μέσα στην έρημο».