Τώρα και σε έντυπη μορφή

Ιώβ 7 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Οι μέρες μου δεν είναι παρά μια πνοή

Ο Ιώβ παρομοιάζει τη ζωή του με τη βάρδια ενός δούλου και με την αναμονή ενός μισθωτού για την πληρωμή του: νύχτες που στριφογυρίζει, δέρμα που σκάει. Δεν θα σωπάσει. Κάνει τον ψαλμό πικρό, ρωτώντας γιατί ο Θεός παρακολουθεί έναν άνθρωπο από τόσο κοντά, και ζητώντας του να στρέψει αλλού το βλέμμα.

Κεφάλαιο 7.

«Δεν έχουν οι άνθρωποι σκληρή αγγαρεία πάνω στη γη, κι οι μέρες τους δεν είναι σαν του μεροκαματιάρη; Σαν τον δούλο που λαχταράει τον ίσκιο, και σαν τον μεροκαματιάρη που περιμένει τον μισθό του, έτσι κι εμένα μου έλαχαν μήνες ματαιότητας, και νύχτες βασάνου μου ορίστηκαν. Όταν ξαπλώνω, λέω: “Πότε θα σηκωθώ;” Μα η νύχτα τραβάει ατέλειωτη, και στριφογυρίζω ως την αυγή. Η σάρκα μου είναι ντυμένη σκουλήκια και σβόλους χώματος· το δέρμα μου σκληραίνει, κι ύστερα ανοίγει πάλι. Οι μέρες μου τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τη σαΐτα του υφαντή, και φτάνουν στο τέλος τους χωρίς ελπίδα. Θυμήσου πως η ζωή μου δεν είναι παρά μια πνοή· ποτέ ξανά δεν θα δω κάτι καλό. Το μάτι που με βλέπει τώρα δεν θα με ξαναδεί· τα μάτια σου θα είναι πάνω μου, κι εγώ θα έχω χαθεί. Όπως το σύννεφο σβήνει και χάνεται, έτσι κι όποιος κατεβαίνει στον τάφο δεν ανεβαίνει πια· δεν ξαναγυρίζει στο σπίτι του, κι ο τόπος του δεν τον γνωρίζει πια.

«Γι’ αυτό δεν θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό· θα μιλήσω μέσα απ’ την αγωνία του πνεύματός μου, θα παραπονεθώ μέσα στην πικρία της ψυχής μου. Μήπως είμαι η θάλασσα ή κάποιο θαλάσσιο τέρας, που βάζεις φρουρό από πάνω μου; Όταν λέω: “Το κρεβάτι μου θα με παρηγορήσει, το στρώμα μου θα ανακουφίσει το παράπονό μου”, τότε με τρομάζεις με όνειρα και με κατατρομάζεις με οράματα, ώστε να προτιμούσα τον στραγγαλισμό και τον θάνατο παρά αυτό το σώμα μου. Λιώνω· δεν θα ζήσω για πάντα. Άφησέ με ήσυχο, γιατί οι μέρες μου είναι μια πνοή.

«Τι είναι ο άνθρωπος, που τον λογαριάζεις τόσο, και που στρέφεις την καρδιά σου πάνω του, που τον επισκέπτεσαι κάθε πρωί και τον δοκιμάζεις κάθε στιγμή; Ως πότε δεν θα πάρεις το βλέμμα σου από πάνω μου, και δεν θα με αφήσεις ήσυχο όσο να καταπιώ το σάλιο μου; Αν αμάρτησα, τι έκανα σε σένα, εσύ που παραφυλάς τους ανθρώπους; Γιατί με έκανες στόχο σου, ώστε να έχω γίνει βάρος στον εαυτό μου; Γιατί δεν συγχωρείς την αμαρτία μου και δεν παίρνεις μακριά την ενοχή μου; Γιατί σε λίγο θα ξαπλώσω μες στο χώμα· θα με αναζητήσεις, μα δεν θα υπάρχω πια».