Οι μέρες μου δεν είναι παρά μια πνοή
Ο Ιώβ παρομοιάζει τη ζωή του με τη βάρδια ενός δούλου και με την αναμονή ενός μισθωτού για την πληρωμή του: νύχτες που στριφογυρίζει, δέρμα που σκάει. Δεν θα σωπάσει. Κάνει τον ψαλμό πικρό, ρωτώντας γιατί ο Θεός παρακολουθεί έναν άνθρωπο από τόσο κοντά, και ζητώντας του να στρέψει αλλού το βλέμμα.
7 1«Δεν έχουν οι άνθρωποι σκληρή αγγαρεία πάνω στη γη, κι οι μέρες τους δεν είναι σαν του μεροκαματιάρη; 2Σαν τον δούλο που λαχταράει τον ίσκιο, και σαν τον μεροκαματιάρη που περιμένει τον μισθό του, 3έτσι κι εμένα μου έλαχαν μήνες ματαιότητας, και νύχτες βασάνου μου ορίστηκαν. 4Όταν ξαπλώνω, λέω: “Πότε θα σηκωθώ;” Μα η νύχτα τραβάει ατέλειωτη, και στριφογυρίζω ως την αυγή. 5Η σάρκα μου είναι ντυμένη σκουλήκια και σβόλους χώματος· το δέρμα μου σκληραίνει, κι ύστερα ανοίγει πάλι. 6Οι μέρες μου τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τη σαΐτα του υφαντή, και φτάνουν στο τέλος τους χωρίς ελπίδα. 7Θυμήσου πως η ζωή μου δεν είναι παρά μια πνοή· ποτέ ξανά δεν θα δω κάτι καλό. 8Το μάτι που με βλέπει τώρα δεν θα με ξαναδεί· τα μάτια σου θα είναι πάνω μου, κι εγώ θα έχω χαθεί. 9Όπως το σύννεφο σβήνει και χάνεται, έτσι κι όποιος κατεβαίνει στον τάφο δεν ανεβαίνει πια· 10δεν ξαναγυρίζει στο σπίτι του, κι ο τόπος του δεν τον γνωρίζει πια.
11«Γι’ αυτό δεν θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό· θα μιλήσω μέσα απ’ την αγωνία του πνεύματός μου, θα παραπονεθώ μέσα στην πικρία της ψυχής μου. 12Μήπως είμαι η θάλασσα ή κάποιο θαλάσσιο τέρας, που βάζεις φρουρό από πάνω μου; 13Όταν λέω: “Το κρεβάτι μου θα με παρηγορήσει, το στρώμα μου θα ανακουφίσει το παράπονό μου”, 14τότε με τρομάζεις με όνειρα και με κατατρομάζεις με οράματα, 15ώστε να προτιμούσα τον στραγγαλισμό και τον θάνατο παρά αυτό το σώμα μου. 16Λιώνω· δεν θα ζήσω για πάντα. Άφησέ με ήσυχο, γιατί οι μέρες μου είναι μια πνοή.
17«Τι είναι ο άνθρωπος, που τον λογαριάζεις τόσο, και που στρέφεις την καρδιά σου πάνω του, 18που τον επισκέπτεσαι κάθε πρωί και τον δοκιμάζεις κάθε στιγμή; 19Ως πότε δεν θα πάρεις το βλέμμα σου από πάνω μου, και δεν θα με αφήσεις ήσυχο όσο να καταπιώ το σάλιο μου; 20Αν αμάρτησα, τι έκανα σε σένα, εσύ που παραφυλάς τους ανθρώπους; Γιατί με έκανες στόχο σου, ώστε να έχω γίνει βάρος στον εαυτό μου; 21Γιατί δεν συγχωρείς την αμαρτία μου και δεν παίρνεις μακριά την ενοχή μου; Γιατί σε λίγο θα ξαπλώσω μες στο χώμα· θα με αναζητήσεις, μα δεν θα υπάρχω πια».