Οι δίκαιοι αναπαύονται, οι αποστάτες περιπλανιούνται
Οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν και κανείς δεν το προσέχει. Ο Πατέρας μας κατονομάζει τις θυσίες παιδιών και τα κρεβάτια πάνω στους ψηλούς λόφους, κι έπειτα ρωτά ποιον φοβήθηκαν τόσο ώστε να τον ξεχάσουν. Ο Υψηλός και Άγιος λέει ότι κατοικεί μαζί με τους συντετριμμένους και γιατρεύει τον άνθρωπο που συνέχιζε να απομακρύνεται.
57 1Ο δίκαιος χάνεται, και κανείς δεν το βάζει στην καρδιά του· άνθρωποι πιστοί φεύγουν, και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι ο δίκαιος γλιτώνει από το κακό που έρχεται. 2Μπαίνει στην ειρήνη· αναπαύονται στα κρεβάτια τους—όλοι όσοι βαδίζουν με ακεραιότητα.
3Εσείς όμως—ελάτε εδώ, παιδιά της μάγισσας, γενιά του μοιχού και της πόρνης! 4Ποιον περιπαίζετε; Ενάντια σε ποιον ανοίγετε διάπλατα το στόμα σας και βγάζετε τη γλώσσα σας; Δεν είστε παιδιά της αποστασίας, γενιά του ψέματος, 5εσείς που φλέγεστε από πάθος ανάμεσα στις βελανιδιές, κάτω από κάθε πράσινο δέντρο, που σφάζετε τα παιδιά σας στις κοιλάδες, κάτω από τις σχισμές των βράχων; 6Ανάμεσα στα λεία πετράδια της κοιλάδας βρίσκεται το μερίδιό σου· ναι, αυτά είναι ο κλήρος σου. Σ' αυτά έχυσες σπονδή, πρόσφερες προσφορά δημητριακών. Μ' όλα αυτά να ευχαριστηθώ; 7Πάνω σ' ένα βουνό ψηλό κι υπερυψωμένο έστησες το κρεβάτι σου· κι εκεί ανέβηκες να προσφέρεις θυσία. 8Πίσω από την πόρτα και τον παραστάτη έστησες το σύμβολό σου. Εγκαταλείποντάς με, ξεσκέπασες το κρεβάτι σου· ανέβηκες σ' αυτό και το έκανες πλατύ. Έκανες συμφωνία μαζί τους· αγάπησες το κρεβάτι τους, ατένισες τη γύμνια τους. 9Ταξίδεψες στον βασιλιά με λάδι και πλήθυνες τα αρώματά σου· έστειλες τους απεσταλμένους σου μακριά, και τους κατέβασες ως και στον κόσμο των νεκρών. a a v9 Ο «βασιλιάς» πιθανότατα αναφέρεται στον Μολόχ, μια χαναανιτική θεότητα που συνδεόταν με θυσίες παιδιών. 10Κουράστηκες από το μάκρος του δρόμου σου, όμως δεν είπες: «Δεν υπάρχει ελπίδα». Βρήκες καινούρια δύναμη, κι έτσι δεν ατόνησες. 11Ποιον τρόμαξες και φοβήθηκες τόσο, ώστε είπες ψέματα, και δεν με θυμήθηκες, ούτε το σκέφτηκες; Μήπως δεν έμεινα σιωπηλός τόσον καιρό, ώστε πια δεν με φοβάσαι; 12Εγώ θα ξεσκεπάσω τη δικαιοσύνη σου και τα έργα σου, όμως δεν θα σε ωφελήσουν. 13Όταν κραυγάσεις, ας σε σώσει το πλήθος των ειδώλων σου! Ο άνεμος θα τα σηκώσει όλα και θα τα πάρει, μια πνοή θα τα παρασύρει. Όποιος όμως καταφεύγει σ' εμένα θα κατέχει τη γη και θα κληρονομήσει το άγιο βουνό μου.
Ανοίξτε τον δρόμο της επιστροφής
14Και θα ειπωθεί: «Στρώστε, στρώστε, ετοιμάστε τον δρόμο! Βγάλτε κάθε εμπόδιο από τον δρόμο του λαού μου».
15Γιατί να τι λέει ο ύψιστος κι υπερυψωμένος—ο Πατέρας μας, που ζει αιώνια, και το όνομά του είναι Άγιο: «Κατοικώ στον ψηλό κι άγιο τόπο, αλλά και μαζί μ' εκείνον που είναι συντριμμένος και ταπεινός στο πνεύμα, για να αναζωογονήσω το πνεύμα των ταπεινών και να αναζωογονήσω την καρδιά των συντριμμένων. b b v15 Ο Πατέρας μας κατοικεί στον ψηλό κι άγιο τόπο—και κάνει επίσης το σπίτι του μαζί με τους συντετριμμένους στην καρδιά. Αυτή είναι η καρδιά του Θεού φανερωμένη: ο ίδιος Πατέρας που ζει αιώνια σκύβει για να κατοικήσει μαζί με όποιον το πνεύμα του είναι τσακισμένο. 16Γιατί δεν θα μάχομαι αιώνια, ούτε θα οργίζομαι για πάντα· γιατί τότε το πνεύμα θα ατονούσε μπροστά μου—η ίδια η πνοή της ζωής που εγώ έπλασα. 17Εξαιτίας της αμαρτωλής απληστίας του οργίστηκα· τον χτύπησα, έκρυψα το πρόσωπό μου, κι οργίστηκα—εκείνος όμως συνέχιζε ν' απομακρύνεται, ακολουθώντας τον δρόμο της δικής του καρδιάς. 18Είδα τους δρόμους του, όμως θα τον γιατρέψω· θα τον οδηγήσω και θα δώσω ξανά παρηγοριά σ' αυτόν και σ' εκείνους που τον πενθούν, 19φέρνοντας αίνο στα χείλη τους. Ειρήνη, ειρήνη σ' αυτόν που είναι μακριά και σ' αυτόν που είναι κοντά», λέει ο Πατέρας μας, «κι εγώ θα τους γιατρέψω». c c v19 Ο Παύλος εφαρμόζει αυτή την ειρήνη προς τους μακρινούς και τους κοντινούς κατευθείαν στον Ιησού: «Ήρθε και κήρυξε ειρήνη σ' εσάς που ήσασταν μακριά και ειρήνη σ' εκείνους που ήταν κοντά» (Εφεσ. 2:17). Η υπόσχεση του Πατέρα μας για ειρήνη φτάνει και στον Ιουδαίο και στον εθνικό μέσω του Υιού.
20Οι ασεβείς όμως είναι σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που δεν μπορεί να ηρεμήσει, και τα νερά της ανακατεύουν βούρκο και λάσπη.
21«Δεν υπάρχει ειρήνη», λέει ο Πατέρας μας, «για τους ασεβείς».