Τώρα και σε έντυπη μορφή

Κριταί 19 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Όταν Δεν Υπήρχε Βασιλιάς στον Ισραήλ

Ένας Λευίτης, καθ' οδόν προς τον οίκο του Πατέρα μας, παίρνει πίσω την παλλακίδα του που το είχε σκάσει και βρίσκει μόνο έναν ηλικιωμένο ξένο πρόθυμο να τον φιλοξενήσει. Άνδρες της πόλης περικυκλώνουν το σπίτι· ο Λευίτης τη σπρώχνει έξω. Την αυγή κείτεται στην πόρτα. Την κόβει σε δώδεκα κομμάτια.

Κεφάλαιο 19.

Εκείνες τις ημέρες δεν υπήρχε βασιλιάς στον Ισραήλ. Κάποιος Λευίτης, που ζούσε στα απόμακρα ορεινά του Εφραΐμ, πήρε μια παλλακίδα από τη Βηθλεέμ του Ιούδα. Η παλλακίδα του όμως του απίστησε, τον άφησε και πήγε στο σπίτι του πατέρα της, στη Βηθλεέμ του Ιούδα, κι έμεινε εκεί τέσσερις μήνες. Ο άντρας της ξεκίνησε να την αναζητήσει, για να της μιλήσει στην καρδιά και να τη φέρει πίσω· είχε μαζί του τον υπηρέτη του και δύο γαϊδάρους. Εκείνη τον έφερε στο σπίτι του πατέρα της, κι ο πατέρας της κοπέλας χάρηκε που τον συνάντησε. Ο πεθερός του, ο πατέρας της κοπέλας, τον κράτησε να μείνει, κι έμεινε μαζί του τρεις ημέρες· έτρωγαν, έπιναν και κοιμούνταν εκεί.

Την τέταρτη ημέρα σηκώθηκαν νωρίς, κι εκείνος ετοιμάστηκε να φύγει. Ο πατέρας όμως της κοπέλας είπε στον γαμπρό του: «Φάε λίγο ψωμί, κι ύστερα πήγαινε». Κάθισαν λοιπόν οι δυο τους, έφαγαν κι ήπιαν μαζί. Τότε ο πατέρας της κοπέλας είπε στον άντρα: «Σε παρακαλώ, μείνε απόψε κι ας ευφρανθεί η καρδιά σου». Ο άντρας σηκώθηκε να φύγει, ο πεθερός του όμως τον πίεσε, κι έτσι έμεινε πάλι εκεί τη νύχτα. Την πέμπτη ημέρα σηκώθηκε νωρίς για να φύγει· ο πατέρας της κοπέλας είπε: «Σε παρακαλώ, πάρε δύναμη και περίμενε ως το απόγευμα». Κι έφαγαν οι δυο τους. Καθώς ο άντρας σηκωνόταν να φύγει, μαζί με την παλλακίδα του και τον υπηρέτη του, ο πεθερός του, ο πατέρας της κοπέλας, είπε: «Κοίτα, η μέρα κοντεύει να τελειώσει· μείνε τη νύχτα. Δες, φτάνει στο τέλος της· κατάλυσε εδώ κι ευχαριστήσου. Αύριο σήκω νωρίς, ξεκίνα τον δρόμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Ο άντρας όμως δεν θέλησε να μείνει τη νύχτα· σηκώθηκε, ξεκίνησε κι έφτασε απέναντι από την Ιεβούς (την Ιερουσαλήμ), έχοντας μαζί του τους δύο σελωμένους γαϊδάρους του και την παλλακίδα του. Κοντά στην Ιεβούς, καθώς το φως της μέρας κόντευε να σβήσει, ο υπηρέτης είπε στον κύριό του: «Έλα, σε παρακαλώ, ας στρίψουμε σ’ αυτή την πόλη των Ιεβουσαίων και ας περάσουμε εκεί τη νύχτα».

Ο κύριός του απάντησε: «Δεν θα στρίψουμε σε ξένη πόλη, που δεν ανήκει στους Ισραηλίτες· θα προχωρήσουμε ως τη Γαβαά». Είπε ακόμα στον υπηρέτη του: «Έλα, ας φτάσουμε σε ένα από αυτά τα μέρη και ας καταλύσουμε στη Γαβαά ή στη Ραμά». Συνέχισαν λοιπόν τον δρόμο τους, κι ο ήλιος έδυσε καθώς βρίσκονταν κοντά στη Γαβαά του Βενιαμίν. Έστριψαν εκεί για να καταλύσουν στη Γαβαά. Μπήκε και κάθισε στην πλατεία της πόλης, κανείς όμως δεν τους πήρε στο σπίτι του για να διανυκτερεύσουν.

Το βράδυ ήρθε ένας γέρος από τη δουλειά του στα χωράφια. Καταγόταν από τα ορεινά του Εφραΐμ κι έμενε ως ξένος στη Γαβαά· οι ντόπιοι ήταν Βενιαμίτες. Ο γέρος σήκωσε τα μάτια του, είδε τον οδοιπόρο στην πλατεία της πόλης και ρώτησε: «Πού πηγαίνεις; Από πού έρχεσαι;»

Εκείνος του είπε: «Ταξιδεύουμε από τη Βηθλεέμ του Ιούδα για τα μακρινά ορεινά του Εφραΐμ· από εκεί είμαι. Πήγα στη Βηθλεέμ του Ιούδα, και τώρα πηγαίνω στο σπίτι του Πατέρα μας, κανείς όμως δεν με παίρνει στο σπίτι του. Έχουμε και άχυρο και τροφή για τους γαϊδάρους μας, καθώς και ψωμί και κρασί για μένα, για τη δούλη σου και για τον νεαρό που είναι με τους δούλους σου. Δεν μας λείπει τίποτε».

Ο γέρος είπε: «Ειρήνη σ’ εσένα. Εγώ θα σου δώσω όλα όσα χρειάζεσαι· μόνο μη διανυκτερεύσεις στην πλατεία». Τον έφερε στο σπίτι του, τάισε τους γαϊδάρους, κι εκείνοι έπλυναν τα πόδια τους, έφαγαν κι ήπιαν.

Ενώ αυτοί ευχαριστιούνταν, ξαφνικά κάτι αχρείοι άντρες της πόλης περικύκλωσαν το σπίτι, χτυπώντας την πόρτα. Φώναζαν στον γέρο, τον ιδιοκτήτη του σπιτιού: «Βγάλε έξω τον άντρα που μπήκε στο σπίτι σου, για να σμίξουμε μαζί του!»

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βγήκε έξω σ’ αυτούς και είπε: «Όχι, αδέρφια μου, σας παρακαλώ μην κάνετε κακό, αφού αυτός ο άνθρωπος μπήκε στο σπίτι μου· μην κάνετε αυτή την αισχρή πράξη. Να η παρθένα κόρη μου και η παλλακίδα του· ας σας τις βγάλω έξω. Ατιμάστε τες, κάντε τους ό,τι σας φαίνεται καλό, μόνο σ’ αυτόν τον άνθρωπο μην κάνετε αυτή την αισχρή πράξη».

Οι άντρες όμως δεν ήθελαν να ακούσουν. Τότε ο άνθρωπος άρπαξε την παλλακίδα του και την έσπρωξε έξω σ’ αυτούς· εκείνοι τη βίασαν και την κακοποίησαν όλη τη νύχτα ως την αυγή, κι ύστερα την άφησαν. Τα χαράματα η γυναίκα ήρθε κι έπεσε στην πόρτα του σπιτιού του άντρα, εκεί όπου ήταν ο κύριός της, και έμεινε ως που ξημέρωσε. Την αυγή ο κύριός της σηκώθηκε, άνοιξε τις πόρτες του σπιτιού και βγήκε για να συνεχίσει τον δρόμο του· και να, η παλλακίδα του ήταν πεσμένη στην είσοδο του σπιτιού, με τα χέρια της στο κατώφλι. Της είπε: «Σήκω, ας πηγαίνουμε». Καμιά απάντηση. Τότε την έβαλε πάνω στον γάιδαρο και ξεκίνησε για το σπίτι του.

Όταν έφτασε στο σπίτι του, πήρε ένα μαχαίρι, έπιασε την παλλακίδα του, την έκοψε μέλος μέλος σε δώδεκα κομμάτια και την έστειλε σε όλη την περιοχή του Ισραήλ. Όλοι όσοι το είδαν έλεγαν: «Τέτοιο πράγμα δεν έχει γίνει ούτε έχει φανεί από τότε που ανέβηκε ο Ισραήλ από την Αίγυπτο ως σήμερα. Σκεφτείτε το, συζητήστε το και μιλήστε».