Ο Ιακώβ φτάνει στην Ανατολή
Ο Ιακώβ κυλά την πέτρα από το πηγάδι για τη Ραχήλ και δουλεύει επτά χρόνια γι' αυτήν — και ύστερα ξυπνά παντρεμένος με τη Λεία. Δουλεύει άλλα επτά. Η αθόρυβη στροφή του κεφαλαίου: ο Πατέρας μας βλέπει τη γυναίκα που δεν αγαπήθηκε και της δίνει γιους.
29 1Ύστερα ο Ιακώβ συνέχισε το ταξίδι του και έφτασε στη χώρα των λαών της Ανατολής. 2Είδε ένα πηγάδι στον κάμπο, και δίπλα του ήταν ξαπλωμένα τρία κοπάδια, γιατί απ’ αυτό το πηγάδι πότιζαν τα κοπάδια· μια μεγάλη πέτρα σκέπαζε το στόμιό του. 3Εκεί μαζεύονταν όλα τα κοπάδια· οι βοσκοί κυλούσαν την πέτρα από το στόμιο του πηγαδιού, πότιζαν τα πρόβατα κι έπειτα ξανάβαζαν την πέτρα στη θέση της πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. 4Ο Ιακώβ τους είπε: «Αδέρφια μου, από πού είστε;» «Είμαστε από τη Χαρράν», απάντησαν.
5Τους ρώτησε: «Ξέρετε τον Λάβαν, τον γιο του Ναχώρ;» «Τον ξέρουμε», απάντησαν.
6Έπειτα ρώτησε: «Είναι καλά;» «Είναι καλά», είπαν. «Κοίτα, να έρχεται η κόρη του η Ραχήλ με τα πρόβατα».
7«Κοιτάξτε», είπε ο Ιακώβ, «η μέρα είναι ακόμα ψηλά, πολύ νωρίς για να μαζέψετε τα κοπάδια. Ποτίστε τα πρόβατα κι έπειτα πηγαίνετε να τα βοσκήσετε».
8«Δεν μπορούμε», είπαν, «ωσότου μαζευτούν όλα τα κοπάδια και κυλήσει η πέτρα από το στόμιο του πηγαδιού. Τότε θα ποτίσουμε τα πρόβατα».
9Ενώ ο Ιακώβ μιλούσε ακόμα μαζί τους, ήρθε η Ραχήλ με το κοπάδι του πατέρα της, γιατί αυτή το φρόντιζε. 10Όταν ο Ιακώβ είδε τη Ραχήλ, την κόρη του Λάβαν, του αδερφού της μητέρας του, και τα πρόβατα του Λάβαν, του αδερφού της μητέρας του, πλησίασε, κύλησε την πέτρα από το στόμιο του πηγαδιού και πότισε τα πρόβατα του Λάβαν, του αδερφού της μητέρας του. 11Τότε ο Ιακώβ φίλησε τη Ραχήλ κι έκλαψε δυνατά. 12Ο Ιακώβ είπε στη Ραχήλ ότι ήταν συγγενής του πατέρα της, γιος της Ρεβέκκας. Εκείνη έτρεξε και το είπε στον πατέρα της.
13Μόλις ο Λάβαν άκουσε τα νέα για τον Ιακώβ, τον γιο της αδερφής του, έτρεξε να τον προϋπαντήσει, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον έφερε στο σπίτι του. Ο Ιακώβ διηγήθηκε στον Λάβαν όλα όσα είχαν γίνει.
Ένας μήνας στο σπίτι του Λάβαν
14Ο Λάβαν του είπε: «Αλήθεια, είσαι σάρκα και οστά μου». Έτσι ο Ιακώβ έμεινε μαζί του έναν ολόκληρο μήνα. 15Ο Λάβαν είπε στον Ιακώβ: «Επειδή είσαι συγγενής μου, θα με υπηρετείς δωρεάν; Πες μου, ποιος πρέπει να είναι ο μισθός σου;»
16Ο Λάβαν είχε δύο κόρες. Η μεγαλύτερη ονομαζόταν Λεία και η μικρότερη ονομαζόταν Ραχήλ. 17Τα μάτια της Λείας ήταν θαμπά, όμως η Ραχήλ είχε ωραίο παράστημα κι όμορφη όψη. 18Ο Ιακώβ αγαπούσε τη Ραχήλ και είπε: «Θα σε υπηρετώ εφτά χρόνια για τη Ραχήλ, τη μικρότερη κόρη σου».
19Ο Λάβαν είπε: «Καλύτερα να τη δώσω σ’ εσένα παρά σε άλλον άντρα. Μείνε εδώ μαζί μου». 20Ο Ιακώβ υπηρέτησε εφτά χρόνια για τη Ραχήλ· του φάνηκαν σαν λίγες μόνο μέρες, επειδή την αγαπούσε.
21Ο Ιακώβ είπε στον Λάβαν: «Δώσε μου τη γυναίκα μου, γιατί ο χρόνος μου συμπληρώθηκε, για να σμίξω μαζί της».
22Τότε ο Λάβαν συγκέντρωσε όλους τους άντρες του τόπου κι έκανε γιορτή. 23Εκείνο το βράδυ πήρε τη Λεία, την κόρη του, και την έφερε στον Ιακώβ, κι αυτός έσμιξε μαζί της. 24Και ο Λάβαν έδωσε τη δούλη του τη Ζελφά στην κόρη του τη Λεία για δούλη της. 25Το πρωί, να που ήταν η Λεία! Ο Ιακώβ είπε στον Λάβαν: «Τι μου έκανες; Δεν σε υπηρέτησα για τη Ραχήλ; Γιατί με εξαπάτησες;»
26Ο Λάβαν απάντησε: «Δεν συνηθίζεται εδώ να δίνουμε τη μικρότερη πριν από την πρωτότοκη. 27Συμπλήρωσε τη νυφική βδομάδα αυτής, κι έπειτα θα σου δώσουμε και την άλλη, για άλλα εφτά χρόνια δουλειάς». a a v27 Ένας γάμος γιορταζόταν συνήθως εφτά ολόκληρες μέρες.
28Ο Ιακώβ το έκανε αυτό, συμπλήρωσε τη βδομάδα της, και ο Λάβαν του έδωσε την κόρη του τη Ραχήλ για γυναίκα του. 29Και ο Λάβαν έδωσε τη δούλη του τη Βαλλά στην κόρη του τη Ραχήλ για δούλη της. 30Ο Ιακώβ έσμιξε και με τη Ραχήλ, και την αγάπησε περισσότερο από τη Λεία. Υπηρέτησε τον Λάβαν άλλα εφτά χρόνια.
Ο Πατέρας μας βλέπει τη Λεία
31Όταν ο Πατέρας μας είδε ότι η Λεία δεν ήταν αγαπημένη, άνοιξε τη μήτρα της· η Ραχήλ όμως ήταν στείρα. 32Η Λεία έμεινε έγκυος, γέννησε γιο και τον ονόμασε Ρουβήν, γιατί είπε: «Ο Πατέρας μας είδε τη δυστυχία μου· τώρα πια σίγουρα θα με αγαπήσει ο άντρας μου». b b v32 Κάθε γιος του Ιακώβ παίρνει το όνομά του από ένα λογοπαίγνιο με τα λόγια της μητέρας του κατά τη γέννησή του — τον αγώνα, τη χαρά ή την ελπίδα της που εκφράζεται στο όνομα του παιδιού. 33Έμεινε πάλι έγκυος, γέννησε γιο και είπε: «Επειδή ο Πατέρας μας άκουσε ότι δεν ήμουν αγαπημένη, μου έδωσε κι αυτόν». Γι’ αυτό τον ονόμασε Συμεών. c c v33 Το όνομα Συμεών σημαίνει «αυτός που ακούει». 34Έμεινε πάλι έγκυος, γέννησε γιο και είπε: «Αυτή τη φορά θα δεθεί μαζί μου ο άντρας μου, αφού του γέννησα τρεις γιους». Γι’ αυτό ονομάστηκε Λευί. d d v34 Το όνομα Λευί σημαίνει «δεμένος». 35Έμεινε πάλι έγκυος, γέννησε γιο και είπε: «Αυτή τη φορά θα δοξάσω τον Πατέρα μας». Γι’ αυτό τον ονόμασε Ιούδα. Έπειτα σταμάτησε να γεννάει παιδιά. e e v35 Το όνομα Ιούδας σημαίνει «δοξολογία». Από τη φυλή του Ιούδα προήλθε ο βασιλιάς Δαβίδ — κι από τη γενιά του Δαβίδ ο Ιησούς, το Λιοντάρι της φυλής του Ιούδα (Αποκάλυψη 5:5).