Ποιος είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία του Πατέρα;
Όταν τον ρωτούν ποιος είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία του Πατέρα του, ο Ιησούς στήνει ένα παιδί στη μέση τους. Προειδοποιεί για όσους κάνουν τους μικρούς να σκοντάψουν, λέει πώς να ελέγξεις έναν αδελφό κατ' ιδίαν, και κλείνει με έναν δούλο που του χαρίστηκε μια περιουσία και πιάνει από τον λαιμό έναν άνθρωπο για ένα μικρό χρέος.
18 1Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού και τον ρώτησαν: «Ποιος, λοιπόν, είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία του Πατέρα μας;»
2Φώναξε τότε κοντά του ένα μικρό παιδί, το έβαλε ανάμεσά τους
3και είπε: «Σας βεβαιώνω: αν δεν αλλάξετε και δεν γίνετε σαν τα μικρά παιδιά, ποτέ δεν θα μπείτε στη βασιλεία του Πατέρα μας. 4Όποιος, λοιπόν, ταπεινωθεί σαν αυτό το μικρό παιδί, αυτός είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία του Πατέρα μας. 5Κι όποιος δεχτεί ένα τέτοιο μικρό παιδί στο όνομά μου, δέχεται εμένα».
Όταν σκανδαλίζουμε τους μικρούς
6«Όποιον όμως σκανδαλίσει έναν από αυτούς τους μικρούς που πιστεύουν σ’ εμένα, καλύτερα γι’ αυτόν να κρεμάσουν μια βαριά μυλόπετρα στον λαιμό του και να τον πνίξουν στα βάθη της θάλασσας».
7«Αλίμονο στον κόσμο για όσα προκαλούν το σκάνδαλο! Είναι ανάγκη να έρθουν, όμως αλίμονο στον άνθρωπο που τα φέρνει. 8Αν το χέρι σου ή το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψ’ το και πέταξέ το. Καλύτερα να μπεις στη ζωή κουλός ή κουτσός, παρά να έχεις και τα δύο χέρια ή και τα δύο πόδια και να ριχτείς στην αιώνια φωτιά». 9Κι αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλ’ το και πέταξέ το. Καλύτερα να μπεις στη ζωή με ένα μάτι, παρά να έχεις και τα δύο και να ριχτείς στη φωτιά της κόλασης.
Ο Πατέρας ψάχνει το ένα χαμένο πρόβατο
10«Προσέξτε να μην περιφρονήσετε έναν από αυτούς τους μικρούς. Σας βεβαιώνω πως οι άγγελοί τους στους ουρανούς βλέπουν πάντοτε το πρόσωπο του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς». a a v10 Τα αρχαιότερα χειρόγραφα δεν έχουν εδώ στίχο 11· μεταγενέστερα αντίγραφα προσθέτουν: «Γιατί ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε να σώσει τους χαμένους».
12«Τι νομίζετε; Αν ένας άνθρωπος έχει εκατό πρόβατα και χαθεί το ένα, δεν θα αφήσει τα ενενήντα εννιά στα βουνά για να πάει να ψάξει εκείνο που χάθηκε; 13Κι αν το βρει, σας διαβεβαιώνω πως χαίρεται γι’ αυτό περισσότερο παρά για τα ενενήντα εννιά που δεν χάθηκαν ποτέ. 14Έτσι, δεν είναι θέλημα του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς να χαθεί ένας από αυτούς τους μικρούς».
Όταν ο αδελφός σου αμαρτάνει σε βάρος σου
15«Αν ο αδελφός σου αμαρτήσει σε βάρος σου, πήγαινε και δείξε του το σφάλμα του, εσύ κι εκείνος μόνοι. Αν σε ακούσει, κέρδισες τον αδελφό σου. 16Αν όμως δεν σε ακούσει, πάρε μαζί σου έναν ή δύο ακόμα, ώστε κάθε υπόθεση να στηρίζεται στο στόμα δύο ή τριών μαρτύρων. 17Αν δεν ακούσει ούτε αυτούς, πες το στην εκκλησία. Κι αν δεν ακούσει ούτε την εκκλησία, φέρσου του σαν να ήταν ξένος ή τελώνης. 18Σας βεβαιώνω πως ό,τι δέσετε στη γη θα είναι δεμένο στον ουρανό, κι ό,τι λύσετε στη γη θα είναι λυμένο στον ουρανό. 19Πάλι σας βεβαιώνω: αν δύο από σας στη γη συμφωνήσουν για οτιδήποτε ζητήσουν, ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς θα τους το κάνει. 20Γιατί όπου δύο ή τρεις είναι συναγμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους».
Η συγχώρηση του Πατέρα και η δική μας
21Τότε ήρθε ο Πέτρος στον Ιησού και του είπε: «Κύριε, πόσες φορές πρέπει να συγχωρήσω τον αδελφό μου που αμαρτάνει σε βάρος μου; Ως εφτά φορές;»
22Ο Ιησούς του απάντησε: «Σου λέω, όχι εφτά φορές, αλλά εβδομήντα εφτά φορές. 23Γι’ αυτό η βασιλεία του Πατέρα μας μοιάζει μ’ έναν βασιλιά που θέλησε να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς με τους δούλους του. 24Μόλις άρχισε να τακτοποιεί τους λογαριασμούς, του έφεραν έναν άνθρωπο που χρωστούσε ένα τεράστιο ποσό. 25Επειδή δεν μπορούσε να πληρώσει, ο κύριός του διέταξε να πουληθεί ο ίδιος, η γυναίκα του, τα παιδιά του και όλα όσα είχε, και να ξεπληρωθεί το χρέος».
26Έπεσε τότε ο δούλος στα γόνατα μπροστά του και τον παρακαλούσε: «Κάνε υπομονή μαζί μου, και θα σου τα ξεπληρώσω όλα. 27Ο κύριος εκείνου του δούλου τον σπλαχνίστηκε, τον άφησε ελεύθερο και του χάρισε το χρέος».
28«Βγαίνοντας έξω, εκείνος ο δούλος βρήκε έναν σύνδουλό του που του χρωστούσε εκατό μεροκάματα, τον άρπαξε και άρχισε να τον πνίγει λέγοντας: “Ξεπλήρωσέ μου αυτά που μου χρωστάς!”»
29Έπεσε τότε στα γόνατα ο σύνδουλός του και τον παρακαλούσε: «Κάνε υπομονή μαζί μου· θα σου τα ξεπληρώσω. 30Εκείνος όμως αρνήθηκε και πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ωσότου ξεπληρώσει το χρέος. 31Όταν είδαν οι σύνδουλοί του τι είχε γίνει, λυπήθηκαν βαθιά, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριό τους όλα όσα είχαν γίνει».
32Τότε τον κάλεσε ο κύριός του: «Κακέ δούλε», του είπε, «σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες. 33Δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς τον σύνδουλό σου, όπως σπλαχνίστηκα κι εγώ εσένα;» 34Οργισμένος ο κύριός του τον παρέδωσε στους βασανιστές, ωσότου ξεπληρώσει όλο το χρέος. 35«Το ίδιο θα κάνει και σ’ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δεν συγχωρεί τον αδελφό του από την καρδιά του».