Η μέρα του γάμου του βασιλιά
Η γυναίκα ψάχνει στη σκοτεινή πόλη εκείνον που αγαπά, ρωτά τους φρουρούς, ύστερα τον βρίσκει και δεν τον αφήνει ώσπου να τον φέρει στο σπίτι της μητέρας της. Άλλες φωνές παρακολουθούν έπειτα το φρουρούμενο φορείο του Σολομώντα να πλησιάζει, με τον βασιλιά στεφανωμένο την ημέρα του γάμου του.
3 1Στο κρεβάτι μου μέσα στη νύχτα αναζήτησα αυτόν που αγαπάει η ψυχή μου· τον αναζήτησα, μα δεν τον βρήκα. 2Τώρα θα σηκωθώ και θα γυρίσω την πόλη, στους δρόμους και στις πλατείες· θα αναζητήσω αυτόν που αγαπάει η ψυχή μου. Τον αναζήτησα, μα δεν τον βρήκα. 3Με βρήκαν οι φρουροί καθώς έκαναν τον γύρο της πόλης. «Μήπως είδατε αυτόν που αγαπάει η ψυχή μου;» 4Μόλις τους είχα προσπεράσει, βρήκα αυτόν που αγαπάει η ψυχή μου. Τον κράτησα και δεν ήθελα να τον αφήσω να φύγει, ωσότου τον έφερα στο σπίτι της μητέρας μου, στο δωμάτιο εκείνης που με συνέλαβε. 5Σας ορκίζω, κόρες της Ιερουσαλήμ, στις γαζέλες και στα ελάφια του αγρού: μην ταράξετε και μην ξυπνήσετε την αγάπη ωσότου το θελήσει.
6Ποια είναι αυτή που ανεβαίνει απ’ την έρημο σαν στήλες καπνού, αρωματισμένη με σμύρνα και λιβάνι, με όλες τις ευωδιαστές σκόνες του εμπόρου; 7Δες—είναι το ίδιο το φορείο του Σολομώντα, με εξήντα γενναίους άντρες ολόγυρά του, από τους γενναίους του Ισραήλ, 8όλοι τους κρατούν σπαθιά, γυμνασμένοι για τη μάχη, ο καθένας με το σπαθί του στο πλευρό του, ενάντια στον τρόμο της νύχτας. 9Ο βασιλιάς Σολομώντας έφτιαξε για τον εαυτό του ένα φορείο από το ξύλο του Λιβάνου. 10Έκανε τις κολόνες του ασημένιες, την πλάτη του χρυσή, το κάθισμά του πορφυρό· το εσωτερικό του το στόλισαν με αγάπη οι κόρες της Ιερουσαλήμ. 11Βγείτε έξω, κόρες της Σιών, και κοιτάξτε τον βασιλιά Σολομώντα, που φορά το στεφάνι που του έβαλε η μητέρα του την ημέρα του γάμου του, την ημέρα που χάρηκε η καρδιά του.