Ο Πατέρας ορίζει σκοπό
Ένας φυγάς φτάνει με την είδηση ότι η πόλη έπεσε, και η μακρά σιωπή του Ιεζεκιήλ επιτέλους σπάει. Πριν από αυτό επαναλαμβάνεται η εντολή του Πατέρα μας προς τον φρουρό και η πόρτα μένει ανοιχτή, αφού όποιος επιστρέφει ζει. Οι ακροατές του αντιμετωπίζουν τα λόγια του σαν ένα όμορφο τραγούδι και δεν κάνουν τίποτα.
33 1Μου ήρθε ο λόγος του Πατέρα μας:
2«Γιε του ανθρώπου, μίλησε στον λαό σου και πες τους: Όταν φέρω σπαθί ενάντια σε μια χώρα, οι κάτοικοί της παίρνουν έναν άνθρωπο ανάμεσά τους και τον κάνουν σκοπό τους, 3κι αυτός βλέπει το σπαθί να έρχεται ενάντια στη χώρα και σαλπίζει με τη σάλπιγγα για να προειδοποιήσει τον λαό, 4τότε, αν κάποιος ακούσει τη σάλπιγγα αλλά αγνοήσει την προειδοποίηση, κι έρθει το σπαθί και τον πάρει, το αίμα του θα είναι πάνω στο κεφάλι του. 5Άκουσε τη σάλπιγγα και αγνόησε την προειδοποίηση· το αίμα του θα είναι πάνω του. Αν είχε δεχτεί την προειδοποίηση, θα είχε σώσει τη ζωή του. 6Αν όμως ο σκοπός δει το σπαθί να έρχεται και δε σαλπίσει με τη σάλπιγγα, κι ο λαός μείνει απροειδοποίητος, κι έρθει το σπαθί και πάρει κάποιον από αυτούς, εκείνος πεθαίνει για τη δική του ενοχή, όμως το αίμα του θα το ζητήσω από τον σκοπό.
7«Εσένα, γιε του ανθρώπου, σε έκανα σκοπό για τον λαό του Ισραήλ. Όταν ακούς έναν λόγο από το στόμα μου, προειδοποίησέ τους εκ μέρους μου». 8Όταν πω στον κακό: «Κακέ, σίγουρα θα πεθάνεις», κι εσύ δε μιλήσεις για να τον προειδοποιήσεις να γυρίσει από τον δρόμο του, εκείνος θα πεθάνει για την ενοχή του, όμως εσένα θα σε θεωρήσω υπεύθυνο για το αίμα του. 9Αν όμως προειδοποιήσεις τον κακό να γυρίσει από τον δρόμο του κι εκείνος δε γυρίσει από αυτόν, θα πεθάνει για την αμαρτία του· εσύ όμως έσωσες τη ζωή σου.
Επιστρέψτε και ζήστε
10«Κι εσύ, γιε του ανθρώπου, πες στον λαό του Ισραήλ: Να τι λέτε: “Τα παραπτώματά μας και οι αμαρτίες μας βαραίνουν πάνω μας, και λιώνουμε μέσα σ’ αυτές. Πώς μπορούμε να ζήσουμε;”» 11Πες τους: Όσο ζω, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας, δε βρίσκω καμιά ευχαρίστηση στον θάνατο του κακού, αλλά θέλω να γυρίσει ο κακός από τον δρόμο του και να ζήσει. Γυρίστε πίσω, γυρίστε πίσω από τους κακούς δρόμους σας! Γιατί να πεθάνετε, λαέ του Ισραήλ;
12«Κι εσύ, γιε του ανθρώπου, πες στον λαό σου: Η δικαιοσύνη του δίκαιου δε θα τον σώσει τη μέρα που θα αποστατήσει, και η κακία του κακού δε θα τον κάνει να πέσει τη μέρα που θα γυρίσει από αυτήν· ο δίκαιος δεν μπορεί να ζήσει με τη δικαιοσύνη του τη μέρα που θα αμαρτήσει. 13Αν πω στον δίκαιο: “Σίγουρα θα ζήσεις”, κι εκείνος στηριχτεί στη δική του δικαιοσύνη και κάνει το κακό, καμιά από τις δίκαιες πράξεις του δε θα μνημονευτεί· θα πεθάνει για το κακό που έκανε. 14Αν πω στον κακό: “Σίγουρα θα πεθάνεις”, κι εκείνος γυρίσει από την αμαρτία του και κάνει το δίκαιο και το σωστό, 15αν ο κακός επιστρέψει το ενέχυρο, ξεπληρώσει αυτά που έκλεψε, ακολουθήσει τους νόμους της ζωής, χωρίς να κάνει κακό — σίγουρα θα ζήσει· δε θα πεθάνει. 16Καμιά από τις αμαρτίες που διέπραξε δε θα του καταλογιστεί. Έκανε το δίκαιο και το σωστό· σίγουρα θα ζήσει.
17«Ο λαός σου λέει: “Ο δρόμος του Κυρίαρχου Πατέρα δεν είναι σωστός” — όμως ο δικός τους δρόμος είναι που δεν είναι σωστός. 18Όταν ο δίκαιος γυρίσει από τη δικαιοσύνη του και κάνει το κακό, θα πεθάνει γι’ αυτό. 19Κι όταν ο κακός γυρίσει από την κακία του και κάνει το δίκαιο και το σωστό, θα ζήσει γι’ αυτό. 20Κι όμως εσείς λέτε: “Ο δρόμος του Κυρίαρχου Πατέρα δεν είναι δίκαιος”. Θα κρίνω τον καθένα σας σύμφωνα με τους δρόμους του, λαέ του Ισραήλ».
Έπεσε η Ιερουσαλήμ
21Τον δωδέκατο χρόνο της εξορίας μας, τον δέκατο μήνα, την πέμπτη μέρα, ήρθε σ’ εμένα ένας φυγάς από την Ιερουσαλήμ και είπε: «Η πόλη έπεσε». 22Το χέρι του Πατέρα μας ήταν πάνω μου το βράδυ πριν φτάσει ο φυγάς, κι ο Πατέρας μας άνοιξε το στόμα μου προτού έρθει σ’ εμένα ο άνθρωπος το πρωί. Το στόμα μου άνοιξε, και δεν ήμουν πια βουβός.
23Τότε μου ήρθε ο λόγος του Πατέρα μας:
24Γιε του ανθρώπου, εκείνοι που ζουν σ’ αυτά τα ερείπια στη γη του Ισραήλ λένε συνέχεια: «Ο Αβραάμ ήταν ένας μόνο άνθρωπος, κι όμως πήρε στην κατοχή του τη γη· εμείς είμαστε πολλοί — σίγουρα η γη μάς έχει δοθεί για δική μας ιδιοκτησία». 25Γι’ αυτό πες τους: Έτσι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: Τρώτε κρέας με το αίμα, σηκώνετε τα μάτια σας στα είδωλά σας και χύνετε αίμα — και να κατέχετε τη γη; 26Στηρίζεστε στα σπαθιά σας, κάνετε βδελυρά πράγματα, κι ο καθένας σας μοιχεύει με τη γυναίκα του διπλανού του — και να κατέχετε τότε τη γη;
27Πες τους: Έτσι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Όσο ζω, εκείνοι που βρίσκονται στα ερείπια θα πέσουν από το σπαθί, εκείνους που βρίσκονται στην ανοιχτή πεδιάδα θα τους παραδώσω στα άγρια θηρία για να τους φάνε, κι εκείνοι που βρίσκονται σε οχυρά και σπηλιές θα πεθάνουν από πανούκλα. 28Θα κάνω τη γη ερημιά κι ερείπιο· η περήφανη δύναμή της θα τελειώσει· τα βουνά του Ισραήλ θα μείνουν έρημα, χωρίς να τα διαβαίνει κανείς. 29Τότε θα μάθουν ότι εγώ είμαι ο Πατέρας τους, όταν κάνω τη γη ερημιά κι ερείπιο εξαιτίας όλων των βδελυρών πράξεων που έκαναν».
30Εσύ, γιε του ανθρώπου: ο λαός σου μιλάει για σένα δίπλα στα τείχη και στις πόρτες των σπιτιών, ο ένας με τον άλλο, ο καθένας με τον αδελφό του: «Ελάτε τώρα, ακούστε τι λόγος έρχεται από τον Πατέρα μας. 31Έρχονται σ’ εσένα όπως έρχεται ο κόσμος, κάθονται μπροστά σου σαν να είναι ο λαός μου, κι ακούν τα λόγια σου — όμως δεν τα εφαρμόζουν. Γιατί με το στόμα τους μιλούν για αγάπη, ενώ οι καρδιές τους κυνηγούν το δικό τους κέρδος. 32Κοίτα, γι’ αυτούς είσαι σαν τραγούδι αγάπης, όμορφα τραγουδισμένο, καλά παιγμένο· ακούν τα λόγια σου αλλά δεν τα κάνουν. 33Όταν αυτό πραγματοποιηθεί — κι αυτό θα γίνει — θα μάθουν ότι ανάμεσά τους υπήρχε προφήτης».