Ο Πατέρας μας παίρνει κοντά του τον Ηλία
Ο Ελισαίος αρνείται τρεις φορές να αφήσει τον Ηλία, και βλέπει το πύρινο άρμα καθώς ο Πατέρας μας τον παίρνει. Σηκώνει τον μανδύα που έπεσε, χτυπά τον Ιορδάνη ρωτώντας πού είναι ο Θεός του Ηλία, και περνά απέναντι. Θεραπεύει μια δηλητηριασμένη πηγή, και καταριέται αγόρια που τον χλευάζουν, με τρομερά αποτελέσματα.
2 1Όταν ο Πατέρας μας ήταν έτοιμος να ανεβάσει τον Ηλία στον ουρανό μέσα σε ανεμοστρόβιλο, ο Ηλίας κι ο Ελισαίος έφυγαν από τα Γάλγαλα. 2Ο Ηλίας είπε στον Ελισαίο: «Σε παρακαλώ, μείνε εδώ· ο Πατέρας μας με έστειλε στη Βαιθήλ». Ο Ελισαίος είπε: «Όσο ζει ο Πατέρας μας κι όσο ζεις εσύ, δεν θα σε αφήσω». Έτσι κατέβηκαν στη Βαιθήλ.
3Οι προφήτες της Βαιθήλ βγήκαν να συναντήσουν τον Ελισαίο και τον ρώτησαν: «Ξέρεις ότι σήμερα ο Πατέρας μας θα πάρει τον κύριό σου πάνω από το κεφάλι σου;» «Ναι, το ξέρω», είπε. «Σωπάστε».
4Ο Ηλίας είπε: «Ελισαίε, σε παρακαλώ, μείνε εδώ· ο Πατέρας μας με έστειλε στην Ιεριχώ». Εκείνος αποκρίθηκε: «Όσο ζει ο Πατέρας μας κι όσο ζεις εσύ, δεν θα σε αφήσω». Έτσι πήγαν στην Ιεριχώ.
5Η ομάδα των προφητών στην Ιεριχώ πλησίασε τον Ελισαίο και τον ρώτησε: «Ξέρεις ότι σήμερα ο Πατέρας μας θα πάρει τον κύριό σου από κοντά σου;» «Ναι, το ξέρω», είπε. «Σωπάστε».
6Ο Ηλίας του είπε: «Σε παρακαλώ, μείνε εδώ· ο Πατέρας μας με έστειλε στον Ιορδάνη». Εκείνος είπε: «Όσο ζει ο Πατέρας μας κι όσο ζεις εσύ, δεν θα σε αφήσω». Έτσι προχώρησαν κι οι δυο.
7Πενήντα άντρες από την ομάδα των προφητών πήγαν και στάθηκαν απέναντί τους από μακριά, ενώ εκείνοι οι δυο στέκονταν κοντά στον Ιορδάνη. 8Ο Ηλίας πήρε τον μανδύα του, τον τύλιξε, χτύπησε το νερό, κι εκείνο χωρίστηκε στα δυο· κι οι δυο πέρασαν σε στεγνό έδαφος. 9Μόλις πέρασαν, ο Ηλίας είπε στον Ελισαίο: «Ζήτησε τι να κάνω για σένα, προτού με πάρουν από κοντά σου». Ο Ελισαίος είπε: «Σε παρακαλώ, άφησέ με να κληρονομήσω διπλό μερίδιο από το πνεύμα σου».
10«Ζήτησες κάτι δύσκολο», είπε ο Ηλίας. «Αν με δεις να παίρνομαι από κοντά σου, θα το έχεις· αν όχι, δεν θα γίνει».
11Ενώ περπατούσαν και μιλούσαν, ένα πύρινο άρμα και πύρινα άλογα τους χώρισαν, κι ο Ηλίας ανέβηκε στον ουρανό μέσα σε ανεμοστρόβιλο. 12Ο Ελισαίος είδε και φώναξε: «Πατέρα μου, πατέρα μου! Άρματα και καβαλάρηδες του Ισραήλ!» Έπειτα δεν τον ξαναείδε. Άρπαξε τα ρούχα του και τα έσκισε στα δυο.
13Σήκωσε τον μανδύα του Ηλία που είχε πέσει, γύρισε πίσω και στάθηκε στην όχθη του Ιορδάνη. 14Πήρε τον μανδύα του Ηλία που είχε πέσει, χτύπησε το νερό και ρώτησε: «Πού είναι ο Πατέρας μας, ο Θεός του Ηλία;» Χτύπησε το νερό· κι εκείνο χωρίστηκε δεξιά κι αριστερά, κι ο Ελισαίος πέρασε απέναντι.
15Οι προφήτες στην Ιεριχώ, που ήταν απέναντί του, είδαν κι είπαν: «Το πνεύμα του Ηλία αναπαύεται πάνω στον Ελισαίο». Τον συνάντησαν και προσκύνησαν μπροστά του ως τη γη. 16«Δες», είπαν, «οι δούλοι σου έχουν πενήντα δυνατούς άντρες. Ας πάνε να ψάξουν τον κύριό σου· ίσως το Πνεύμα του Πατέρα μας τον σήκωσε και τον άφησε σε κάποιο βουνό ή σε κάποια κοιλάδα». «Όχι», είπε ο Ελισαίος, «μην τους στείλετε».
17Τον πίεσαν τόσο, ώσπου ντράπηκε να αρνηθεί. «Στείλτε τους», είπε. Έτσι έστειλαν πενήντα άντρες, που έψαξαν τρεις μέρες, αλλά δεν τον βρήκαν.
18Όταν γύρισαν στον Ελισαίο, που έμενε στην Ιεριχώ, εκείνος τους είπε: «Δεν σας είπα να μην πάτε;»
Ο Πατέρας μας γιατρεύει τα νερά της Ιεριχώς
19Οι κάτοικοι της πόλης είπαν στον Ελισαίο: «Δες, κύριέ μας, η πόλη αυτή είναι καλά χτισμένη, όπως βλέπεις, όμως το νερό είναι κακό κι η γη άγονη».
20«Φέρτε μου ένα καινούριο δοχείο», είπε, «και βάλτε μέσα αλάτι». Του το έφεραν.
21Βγήκε στην πηγή, έριξε μέσα αλάτι κι είπε: «Αυτά λέει ο Πατέρας μας: Γιάτρεψα αυτό το νερό· δεν θα προκαλέσει ποτέ πια θάνατο ούτε ακαρπία».
22Και το νερό έμεινε καθαρό ως αυτή τη μέρα, σύμφωνα με τον λόγο που είχε πει ο Ελισαίος.
23Από εκεί ο Ελισαίος ανέβηκε στη Βαιθήλ. Καθώς περπατούσε στον δρόμο, μικρά παιδιά βγήκαν από την πόλη και τον κορόιδευαν: «Ανέβα, φαλακρέ! Ανέβα, φαλακρέ!» 24Εκείνος γύρισε, τα κοίταξε και τα καταράστηκε στο όνομα του Πατέρα μας. Τότε δύο αρκούδες βγήκαν από το δάσος και κατασπάραξαν σαράντα δύο από τα παιδιά. 25Κι ο Ελισαίος προχώρησε στο όρος Κάρμηλος κι από εκεί γύρισε στη Σαμάρεια.