Ο Πατέρας ανταμείβει την έξυπνη πιστότητα
Ένας διαχειριστής που πρόκειται να απολυθεί μειώνει τα χρέη προς τον κύριό του για να εξαγοράσει φίλους, και, παραδόξως, επαινείται για την εξυπνάδα του. Το χρήμα είναι το νήμα, αφού κανείς δεν υπηρετεί και τον Πατέρα μας και τον πλούτο. Έπειτα ένας πλούσιος και ο Λάζαρος, και ένα χάσμα που κανείς δεν μπορεί να περάσει μετά τον θάνατο.
16 1Είπε ακόμη στους μαθητές του: «Κάποιος πλούσιος είχε έναν διαχειριστή που κατηγορήθηκε ότι σπαταλούσε την περιουσία του. 2Τον κάλεσε και του είπε: “Τι είναι αυτά που ακούω για σένα; Δώσε λογαριασμό της διαχείρισής σου, γιατί δεν μπορείς πια να είσαι διαχειριστής”.
3«Ο διαχειριστής είπε μέσα του: “Τι να κάνω; Μου παίρνει ο αφέντης μου τη θέση. Δεν έχω τη δύναμη να σκάβω, και ντρέπομαι να ζητιανεύω. 4Ξέρω τι θα κάνω, ώστε, όταν χάσω αυτή τη δουλειά, να με δεχτούν οι άνθρωποι στα σπίτια τους”. 5Κάλεσε τους χρεώστες του αφέντη του, έναν έναν, και ρώτησε τον πρώτο: “Πόσο χρωστάς στον αφέντη μου;” 6Εκείνος είπε: “Εκατό μέτρα λάδι”. Του είπε: “Πάρε το γραμμάτιό σου, κάθισε γρήγορα και γράψε πενήντα”. 7Έπειτα ρώτησε έναν άλλον: “Κι εσύ, πόσο χρωστάς;” “Εκατό μέτρα σιτάρι”, είπε. “Πάρε το γραμμάτιό σου”, του είπε, “και γράψε ογδόντα”.
8«Ο αφέντης επαίνεσε τον άδικο διαχειριστή που φέρθηκε έξυπνα· γιατί τα παιδιά αυτού του αιώνα είναι πιο έξυπνα απέναντι στη γενιά τους παρά τα παιδιά του φωτός. 9Κι εγώ σας λέω: κάντε φίλους για τον εαυτό σας με τον επίγειο πλούτο, ώστε, όταν αυτός λείψει, να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες. 10Όποιος είναι πιστός στα λίγα είναι πιστός και στα πολλά· κι όποιος είναι άδικος στα λίγα είναι άδικος και στα πολλά. 11Αν λοιπόν δε σταθήκατε πιστοί στον επίγειο πλούτο, ποιος θα σας εμπιστευτεί τον αληθινό πλούτο; 12Κι αν δε σταθήκατε πιστοί σε ό,τι ανήκει σε άλλον, ποιος θα σας δώσει αυτό που είναι δικό σας; 13Κανένας υπηρέτης δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους. Ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλον, ή θα προσκολληθεί στον έναν και θα περιφρονήσει τον άλλον. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε και τον Πατέρα μας και τον πλούτο».
14Οι Φαρισαίοι, που αγαπούσαν το χρήμα, άκουγαν όλα αυτά και τον περιγελούσαν.
15Τους είπε: «Εσείς δικαιώνετε τον εαυτό σας μπροστά στους ανθρώπους, όμως ο Πατέρας μας γνωρίζει τις καρδιές σας. Αυτό που εκτιμούν οι άνθρωποι είναι αποκρουστικό για τον Πατέρα μας».
16«Ο Νόμος και οι Προφήτες κράτησαν ως τον Ιωάννη· από τότε κηρύττεται το χαρμόσυνο μήνυμα της βασιλείας του Πατέρα μας, και όλοι βιάζονται να μπουν σ’ αυτήν. 17Ευκολότερο όμως είναι να παρέλθουν ο ουρανός και η γη παρά να πέσει μία κεραία του Νόμου».
18«Όποιος χωρίζει τη γυναίκα του και παντρεύεται άλλην διαπράττει μοιχεία· κι όποιος παντρεύεται γυναίκα χωρισμένη από τον άντρα της μοιχεύει κι αυτός».
Ο πλούσιος και ο Λάζαρος
19«Ήταν κάποιος άνθρωπος πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και πολυτελές λινό και κάθε μέρα καλοπερνούσε με χλιδή. 20Στην πύλη του ήταν ξαπλωμένος ένας φτωχός, ονόματι Λάζαρος, γεμάτος πληγές, 21που λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου· ακόμη και τα σκυλιά έρχονταν και έγλειφαν τις πληγές του. 22Ο φτωχός πέθανε, και οι άγγελοι τον πήγαν στην αγκαλιά του Αβραάμ. Πέθανε και ο πλούσιος και τάφηκε, a a v22 Η αγκαλιά του Αβραάμ: ιουδαϊκή εικόνα για τον τόπο ανάπαυσης όπου αναπαύονταν οι δίκαιοι μετά τον θάνατο, περιμένοντας την ανάσταση. 23και στον άδη, μέσα στα βασανιστήρια, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στην αγκαλιά του. b b v23 Ο άδης είναι ο τόπος των νεκρών, ο χώρος της αναμονής ανάμεσα στον θάνατο και την τελική κρίση — όχι ο ίδιος με τον τελικό τόπο της κρίσης. 24Τότε φώναξε: “Πατέρα Αβραάμ, σπλαχνίσου με. Στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φλόγα”.
25«Ο Αβραάμ όμως είπε: “Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες τα αγαθά σου στη ζωή σου, κι ο Λάζαρος τα κακά· τώρα όμως αυτός παρηγοριέται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. 26Κι εκτός απ’ όλα αυτά, ανάμεσα σ’ εμάς κι εσάς υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να περάσουν από εδώ σ’ εσάς να μην μπορούν, ούτε από εκεί σ’ εμάς να περνάει κανείς”.
27«Κι εκείνος είπε: “Τότε σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο σπίτι του πατέρα μου, 28γιατί έχω πέντε αδέρφια· ας τους προειδοποιήσει, για να μην έρθουν κι αυτοί σ’ αυτόν τον τόπο των βασανιστηρίων”.
29«Ο Αβραάμ όμως είπε: “Έχουν τον Μωυσή και τους Προφήτες· ας τους ακούσουν”.
30Εκείνος είπε: “Όχι, πατέρα Αβραάμ· αλλά αν πάει σ’ αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν”.
31Του είπε: “Αν δεν ακούν τον Μωυσή και τους Προφήτες, δεν θα πειστούν ακόμη κι αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς”».