Ο Ιώβ υψώνει πάλι τη φωνή του
Ορκιζόμενος στον ίδιο τον Θεό που του αφαίρεσε το δίκιο του, ο Ιώβ αρνείται να παραδεχτεί ότι οι φίλοι του έχουν δίκιο· θα κρατήσει την ακεραιότητά του ώσπου να πεθάνει. Ύστερα περιγράφει ο ίδιος τη μερίδα του ασεβή: σωρούς ασήμι που θα το φορέσουν οι δίκαιοι, έναν νυχτερινό ανεμοστρόβιλο, ένα σπίτι από ιστό αράχνης.
27 1Ο Ιώβ πήρε πάλι τον λόγο και είπε: 2«Μα τον ζωντανό Θεό, που μου στέρησε το δίκιο μου, και μα τον Παντοδύναμο, που πίκρανε την ψυχή μου, 3όσο η πνοή μου βρίσκεται μέσα μου, και το Πνεύμα του Πατέρα μας στα ρουθούνια μου, 4τα χείλη μου δεν θα πουν ψέματα, και η γλώσσα μου δεν θα προφέρει δόλο. 5Ποτέ δεν θα παραδεχτώ πως έχετε δίκιο· ώσπου να πεθάνω δεν θα απαρνηθώ την ακεραιότητά μου. 6Κρατώ γερά τη δικαιοσύνη μου και δεν θα την αφήσω· η καρδιά μου δεν με κατηγορεί για καμιά μέρα της ζωής μου.
7«Ας γίνει ο εχθρός μου σαν τον ασεβή, κι αυτός που ξεσηκώνεται εναντίον μου σαν τον άδικο. 8Γιατί ποια ελπίδα έχει ο ασεβής όταν αποκόπτεται, όταν ο Θεός του παίρνει τη ζωή; 9Θα ακούσει ο Θεός την κραυγή του όταν τον βρει η συμφορά; 10Θα βρει τη χαρά του στον Παντοδύναμο; Θα επικαλείται τον Θεό κάθε ώρα; 11Θα σας διδάξω για το χέρι του Θεού· δεν θα σας κρύψω αυτό που είναι με τον Παντοδύναμο. 12Δείτε, όλοι σας το έχετε δει οι ίδιοι· γιατί τότε μιλάτε με τόσο κενά λόγια; 13Αυτή είναι η μερίδα του ασεβή ανθρώπου από τον Θεό, η κληρονομιά που παίρνουν οι καταπιεστές από τον Παντοδύναμο: 14Αν τα παιδιά του είναι πολλά, θα πέσουν από το σπαθί, και οι απόγονοί του δεν θα έχουν αρκετό ψωμί. 15Όσοι του απομείνουν θα ταφούν από την επιδημία, και οι χήρες τους δεν θα τους κλάψουν. 16Κι αν στοιβάξει ασήμι σαν τη σκόνη και μαζέψει ρούχα σαν τον πηλό, 17ας τα μαζεύει, όμως ο δίκαιος θα τα φορέσει, και ο αθώος θα μοιραστεί το ασήμι. 18Χτίζει το σπίτι του σαν κουκούλι σκόρου, σαν καλύβα που φτιάχνει ένας φύλακας. 19Πλαγιάζει πλούσιος, μα δεν θα το ξανακάνει· ανοίγει τα μάτια του, κι όλα έχουν χαθεί. 20Τρόμοι τον προφταίνουν σαν πλημμύρα· μέσα στη νύχτα μια θύελλα τον σαρώνει. 21Ο ανατολικός άνεμος τον σηκώνει κι αυτός χάνεται· τον σαρώνει μακριά από τον τόπο του. 22Ορμάει πάνω του χωρίς οίκτο· εκείνος φεύγει βιαστικά μακριά από τη δύναμή του. 23Χτυπάει τα χέρια του εναντίον του και τον διώχνει σφυρίζοντας από τον τόπο του».